Πυθαγόρεια φιλοσοφία
Δημοσιεύτηκε: Δευ 17 Νοέμ 2008, 22:53
Ιάμβλιχος - Περί του πυθαγορικού βίου
Όλοι οι σόφρωνες φιλοσοφούντες έχουν τη συνήθεια να επικαλούνται με όλη τη δύναμη της ψυχής τους κάποιο θεό. Πολύ περισσότερο αρμόζει μια τέτοια επίκληση, όταν πρόκειται για τη φιλοσοφία του θείου Πυθαγόρα, η οποία και δικαίως έλαβε το όνομά του. Από τότε που η φιλοσοφία αυτή παραδόθηκε από τους θεούς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να γίνει κατανοητή παρά μονάχα με τη βοήθειά τους, επειδή η ωραιότητα και το μεγαλείο της υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη. Αυτό έχει ως συνέπεια να μην μπορεί κανείς να τη θεωρήσει με μια και μόνο ματιά, αλλά να μπορεί, ωστόσο, να αποσπάσει κάτι από αυτήν, εφόσον καθοδηγείται από την ευμένεια κάποιου θεού που την προσεγγίζει με αργά βήματα.
Για όλα αυτά λοιπόν, αφού καλέσουμε τους θεούς ως οδηγούς και εναποθέσουμε τον εαυτό μας και τον λόγο μας σε αυτούς, ας τους ακολουθήσουμε όπου μας οδηγούν. Αν μην αναλογιζόμαστε ότι το φιλοσοφικό αυτό σύστημα έχει παραμεληθεί για πολύ χρόνο, έχει επικαλυφθεί από πολλά ψευδή και νόθα συγγράμματα, και ότι η πρόσβαση σε αυτό δυσχεραίνεται από πολλά παρόμοια εμπόδια. Ας αρκεστούμε στη βούληση των θεών, με την οποία είναι δυνατό να ξεπεράσουμε και τα πλέον δύσκολα από τα εμπόδια αυτά. Μετά όμως από τους θεούς, θα προτάξουμε ως οδηγό μας τον αρχηγό και πατέρα της θείας φιλοσοφίας, αφού πρώτα ασχοληθούμε για λίγο με το γένος και την πατρίδα του.
Λέγεται λοιπόν ότι ο Αγκαίος, που εγκαταστάθηκε στη Σάμη της Κεφαληνίας, είχε γεννηθεί από τον Δία. Έχοντας αποκτήσει φήμη, λόγω είτε της ανδρείας του είτε της μεγαλοψυχίας του, ξεχώριζε ως προς τη φρόνηση και τη γνώμη από τους άλλους Κεφαλήνες. Από την Πυθία, λοιπόν, του δόθηκε χρησμός να ιδρύσει αποικία από Κεφαλήνες, Αρκάδες και Θεσσαλούς, να προσλάβει εποίκους από τους Αθηναίους, τους Επιδαυρίους και τους Χαλκιδείς και, αφού γίνει αρχηγός όλων αυτών, να τους εγκαταστήσει στη νήσο που καλείται Μελάμφυλλος, χάρη στην ευφορία του εδάφους και της γης, και να ονομάσει την πόλη Σάμο από τη Σάμη της Κεφαληνίας.
Ο χρησμός, λοιπόν, είχε περίπου την εξής μορφή:
Αγκαίε, το θαλάσσιο νησί της Σάμου αντί της Σάμης
να αποικίσει σε καλώ, αυτό που ονομάζεται Φυλλίδα.
Το ότι βέβαια οι αποικίες ιδρύθηκαν από ανθρώπους προερχόμενους από τις προαναφερθείσες περιοζές, δεν το αποδεικνύουν μονάχα οι τιμές και οι θυσίες στους θεούς - διότι έτυχε να μεταφερθούν από τους τόπους που ήλθαν και τα πλήθη ανθρώπων - αλλά και οι συγγένειες και οι άλλες σχέσεις, που συμβαίνει να συνάπτουν οι Σάμιοι. Φημολογείται λοιπόν ότι ο Μνήμαρχος και η Πυθαΐδα, οι οποίοι γέννησαν τον Πυθαγόρα, είναι από τον οίκο και τη γενιά που δημιουργήθηκε από τον Αγκαίο, τον ιδρυτή της αποικίας.
Λόγω της φημολογούμενης από τους πολίτες ευγενικής του καταγωγής, κάποιος Σάμιος ποιητής ισχυρίστηκε ότι ο Πυθαγόρας είναι γιος του Απόλλωνος, λέγοντας τα εξής:
Τον Πυθαγόρα, τον αγαπητό στο Δία,
η Πυθαΐδα, η πιο όμορφη Σαμιώτισσα, τον γέννησε με τον Απόλλωνα.
Αξίζει τώρα να πούμε από πού έλκει αυτός ο μύθος την καταγωγή του. Όταν ο Μνήμαρχος ο Σάμιος, για τον οποίο μιλήσαμε, βρισκόταν για εμπορικούς λόγους στους Δελφούς με τη γυναίκα του, η οποία δεν γνώριζε ακόμη ότι είναι έγκυος, ζήτησε χρησμό για τον απόπλου του στη Συρία. Η Πυθία του είπε ότι θα εφρανθεί η ψυχή του και θα κερδίσει χρήματα, αλλά και ότι η γυναίκα του εγκυμονεί και θα γεννήσει παιδί που θα διαφέρει σε ομορφιά και σε σοφία από τους μέχρι τότε ανθρώπους, ένα παιδί που θα ωφελήσει πολύ το ανθρώπινο γένος σε όλο τον κατοπινό βίο του.
Ο Μνήμαρχος, λοιπόν, αφού σκέφτηκε ότι, αν δεν ζητούσε ο ίδιος χρησμό, ο θεός δεν θα του έλεγε τίποτα σχετικό με την απόκτηση παιδιού, εκτός εάν πράγματι επρόκειτο για κάτι εξαιρετικό και θεόπεμπτο, αμέσως μετονόμασε τη γυναίκα του από Παρθενίδα σε Πυθαΐδα προς τιμήν του παιδιού και της προφήτισσας.
Αφού η Πυθαΐδα γέννησε στη Σιδόνα της Φοινίκης, τον γιο που γεννήθηκε τον ονόμασε Πυθαγόρα, καθώς η γέννηση προφητεύτηκε από τον Πύθιο Απόλλωνα.
Πρέπει ωστόσο να πούμε ότι στο σημείο αυτό ο Επιμενίδης, ο Εύδοξος και ο Ξενοκράτης δεν συμφωνούν, υπονοώντας ότι τότε ήταν που η Παρθενίδα συνευρέθηκε με τον Απόλλωνα και έμεινε έγκυος χωρίς να είναι προηγουμένως, και ότι αυτό το καθόρισε και το προανήγγειλε η προφήτισσα. Αυτό όμως με κανένα τρόπο δεν πρέπει να το δεχθούμε.
Το γεγονός εντούτοις ότι η ψυχή του Πυθαγόρα έχει σταλεί στους ανθρώπους υπό την αιγίδα του Απόλλωνος, είναι επειδή ήταν συνακόλουθη είτε κατά τον άλλον τρόπο φιλικά διακείμενη προς τον συγκεκριμένο θεό - κανείς δεν θα μπορούσε να το αμφισβητήσει, έχοντας μάλιστα ως παράδειγμα αυτή την ίδια τη γέννηση του Πυθαγόρα και την ποικίλη σοφία της ψυχής του. Αρκούν αυτά που είπαμε ως εδώ σχετικά με τη γέννησή του.
Στη συνέχεια, η ανατροφή και ο βίος του Πυθαγόρα.
Όλοι οι σόφρωνες φιλοσοφούντες έχουν τη συνήθεια να επικαλούνται με όλη τη δύναμη της ψυχής τους κάποιο θεό. Πολύ περισσότερο αρμόζει μια τέτοια επίκληση, όταν πρόκειται για τη φιλοσοφία του θείου Πυθαγόρα, η οποία και δικαίως έλαβε το όνομά του. Από τότε που η φιλοσοφία αυτή παραδόθηκε από τους θεούς, δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να γίνει κατανοητή παρά μονάχα με τη βοήθειά τους, επειδή η ωραιότητα και το μεγαλείο της υπερβαίνουν την ανθρώπινη δύναμη. Αυτό έχει ως συνέπεια να μην μπορεί κανείς να τη θεωρήσει με μια και μόνο ματιά, αλλά να μπορεί, ωστόσο, να αποσπάσει κάτι από αυτήν, εφόσον καθοδηγείται από την ευμένεια κάποιου θεού που την προσεγγίζει με αργά βήματα.
Για όλα αυτά λοιπόν, αφού καλέσουμε τους θεούς ως οδηγούς και εναποθέσουμε τον εαυτό μας και τον λόγο μας σε αυτούς, ας τους ακολουθήσουμε όπου μας οδηγούν. Αν μην αναλογιζόμαστε ότι το φιλοσοφικό αυτό σύστημα έχει παραμεληθεί για πολύ χρόνο, έχει επικαλυφθεί από πολλά ψευδή και νόθα συγγράμματα, και ότι η πρόσβαση σε αυτό δυσχεραίνεται από πολλά παρόμοια εμπόδια. Ας αρκεστούμε στη βούληση των θεών, με την οποία είναι δυνατό να ξεπεράσουμε και τα πλέον δύσκολα από τα εμπόδια αυτά. Μετά όμως από τους θεούς, θα προτάξουμε ως οδηγό μας τον αρχηγό και πατέρα της θείας φιλοσοφίας, αφού πρώτα ασχοληθούμε για λίγο με το γένος και την πατρίδα του.
Λέγεται λοιπόν ότι ο Αγκαίος, που εγκαταστάθηκε στη Σάμη της Κεφαληνίας, είχε γεννηθεί από τον Δία. Έχοντας αποκτήσει φήμη, λόγω είτε της ανδρείας του είτε της μεγαλοψυχίας του, ξεχώριζε ως προς τη φρόνηση και τη γνώμη από τους άλλους Κεφαλήνες. Από την Πυθία, λοιπόν, του δόθηκε χρησμός να ιδρύσει αποικία από Κεφαλήνες, Αρκάδες και Θεσσαλούς, να προσλάβει εποίκους από τους Αθηναίους, τους Επιδαυρίους και τους Χαλκιδείς και, αφού γίνει αρχηγός όλων αυτών, να τους εγκαταστήσει στη νήσο που καλείται Μελάμφυλλος, χάρη στην ευφορία του εδάφους και της γης, και να ονομάσει την πόλη Σάμο από τη Σάμη της Κεφαληνίας.
Ο χρησμός, λοιπόν, είχε περίπου την εξής μορφή:
Αγκαίε, το θαλάσσιο νησί της Σάμου αντί της Σάμης
να αποικίσει σε καλώ, αυτό που ονομάζεται Φυλλίδα.
Το ότι βέβαια οι αποικίες ιδρύθηκαν από ανθρώπους προερχόμενους από τις προαναφερθείσες περιοζές, δεν το αποδεικνύουν μονάχα οι τιμές και οι θυσίες στους θεούς - διότι έτυχε να μεταφερθούν από τους τόπους που ήλθαν και τα πλήθη ανθρώπων - αλλά και οι συγγένειες και οι άλλες σχέσεις, που συμβαίνει να συνάπτουν οι Σάμιοι. Φημολογείται λοιπόν ότι ο Μνήμαρχος και η Πυθαΐδα, οι οποίοι γέννησαν τον Πυθαγόρα, είναι από τον οίκο και τη γενιά που δημιουργήθηκε από τον Αγκαίο, τον ιδρυτή της αποικίας.
Λόγω της φημολογούμενης από τους πολίτες ευγενικής του καταγωγής, κάποιος Σάμιος ποιητής ισχυρίστηκε ότι ο Πυθαγόρας είναι γιος του Απόλλωνος, λέγοντας τα εξής:
Τον Πυθαγόρα, τον αγαπητό στο Δία,
η Πυθαΐδα, η πιο όμορφη Σαμιώτισσα, τον γέννησε με τον Απόλλωνα.
Αξίζει τώρα να πούμε από πού έλκει αυτός ο μύθος την καταγωγή του. Όταν ο Μνήμαρχος ο Σάμιος, για τον οποίο μιλήσαμε, βρισκόταν για εμπορικούς λόγους στους Δελφούς με τη γυναίκα του, η οποία δεν γνώριζε ακόμη ότι είναι έγκυος, ζήτησε χρησμό για τον απόπλου του στη Συρία. Η Πυθία του είπε ότι θα εφρανθεί η ψυχή του και θα κερδίσει χρήματα, αλλά και ότι η γυναίκα του εγκυμονεί και θα γεννήσει παιδί που θα διαφέρει σε ομορφιά και σε σοφία από τους μέχρι τότε ανθρώπους, ένα παιδί που θα ωφελήσει πολύ το ανθρώπινο γένος σε όλο τον κατοπινό βίο του.
Ο Μνήμαρχος, λοιπόν, αφού σκέφτηκε ότι, αν δεν ζητούσε ο ίδιος χρησμό, ο θεός δεν θα του έλεγε τίποτα σχετικό με την απόκτηση παιδιού, εκτός εάν πράγματι επρόκειτο για κάτι εξαιρετικό και θεόπεμπτο, αμέσως μετονόμασε τη γυναίκα του από Παρθενίδα σε Πυθαΐδα προς τιμήν του παιδιού και της προφήτισσας.
Αφού η Πυθαΐδα γέννησε στη Σιδόνα της Φοινίκης, τον γιο που γεννήθηκε τον ονόμασε Πυθαγόρα, καθώς η γέννηση προφητεύτηκε από τον Πύθιο Απόλλωνα.
Πρέπει ωστόσο να πούμε ότι στο σημείο αυτό ο Επιμενίδης, ο Εύδοξος και ο Ξενοκράτης δεν συμφωνούν, υπονοώντας ότι τότε ήταν που η Παρθενίδα συνευρέθηκε με τον Απόλλωνα και έμεινε έγκυος χωρίς να είναι προηγουμένως, και ότι αυτό το καθόρισε και το προανήγγειλε η προφήτισσα. Αυτό όμως με κανένα τρόπο δεν πρέπει να το δεχθούμε.
Το γεγονός εντούτοις ότι η ψυχή του Πυθαγόρα έχει σταλεί στους ανθρώπους υπό την αιγίδα του Απόλλωνος, είναι επειδή ήταν συνακόλουθη είτε κατά τον άλλον τρόπο φιλικά διακείμενη προς τον συγκεκριμένο θεό - κανείς δεν θα μπορούσε να το αμφισβητήσει, έχοντας μάλιστα ως παράδειγμα αυτή την ίδια τη γέννηση του Πυθαγόρα και την ποικίλη σοφία της ψυχής του. Αρκούν αυτά που είπαμε ως εδώ σχετικά με τη γέννησή του.
Στη συνέχεια, η ανατροφή και ο βίος του Πυθαγόρα.