Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
ArELa
Founder-Administrator
Founder-Administrator
Δημοσιεύσεις: 58347
Εγγραφή: Κυρ 15 Απρ 2007, 01:29
Irc ψευδώνυμο: ArELa
Φύλο: Γυναίκα
Έδωσε Likes: 1730 φορές
Έλαβε Likes: 2752 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από ArELa » Δευ 27 Ιουν 2016, 14:48

panta έγραψε:Έχουμε δικαίωμα αντίστασης, έχουμε δικαίωμα ενδυνάμωσης περαιτέρω, αλλά δεν έχουμε δικαίωμα να τους αναγκάσουμε να αλλάξουν μυαλά, γιατί τα μυαλά ΔΕΝ αλλάζουν με εξαναγκασμό αλλά αυτοβούλως. Όσο περισσότερο δυναμώνει ο κάθε ορθά πιστεύων στον Θεό, τόσο η αντίδραση τών αντικειμένων θα αυξάνει, αλλά και τόσο πιό πολύ θα διορθώνονται. Το πρόβλημα της Εκκλησίας - όπως άλλωστε και της Ελλάδας -δεν ήταν ποτέ οι άλλοι, οι εχθροί. Πάντα ήταν οι "δικοί μας".
Εγώ φίλε μου, δεν είπα ν'αλλάξουν μυαλά. Είπα συγκεκριμένα...
ArELa έγραψε:Θα'πρεπε να είχαμε σηκωθεί να τους κυνηγήσουμε και να τους λιντσάρουμε.
Όχι γιατί πιστεύουν στον σατανά, (σκασίλα μου ό,τι κι αν πιστεύουν)
Αυτό που νιωθω ότι θα'πρεπε να κάνουμε λοιπόν, δεν το νιώθω διότι θέλω να επιδιώξουμε
να τους αλλάξουμε μυαλά, αλλά ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ. Όταν οι πρακτικές τους είναι ΕΙΔΕΧΘΩΣ ΚΑΙ ΘΗΡΙΩΔΩΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΚΕΣ κατά της ανθρωπότητας, ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ να αντιδράσουμε ΕΝΤΟΝΩΣ!

Συμφωνώ απολύτως ότι το πρόβλημα της εκκλησίας είναι "οι δικοί μας" πρώτοι και καλύτεροι.
Βλέπε Βαρθλομαίο και τη στάση του απέναντι στον σατανόπληκτο πάπα, βλέπε τέλος
τα αποτελέσματα της πανορθόδοξης συνόδου στην Κρήτη, οι αποφάσεις της οποίας
ευθυγραμμίζονται με την πολιτική, την ατζέντα και τις πρακτικές των υπηρετών του ΚΤΗΝΟΥΣ!

Πολύ..."χριστιανική" αυτή η ιερατική ομάδα... :emetos:
.


Εικόνα

I faced it all and I stood tall, and did it my way....

Δεν περιμένω τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα,
δεν καταλαβαίνω τίποτα, είμαι ξανθιά κι ελεύθερη...



τα κανάλια μου /my channels:

https://www.brighteon.com/channel/vasoula2908

http://www.youtube.com/user/vasoula2908/featured

https://www.youtube.com/user/vasoula2908asteria

το μπλογκ μου: http://ideografhmata.blogspot.com/
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 04 Ιούλ 2016, 01:57

Κυριακή Β΄ Ματθαίου, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Κεφ. Δ΄ 18-23
Περιπατών ο Ιησούς παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας είδε δύο αδελφούς, Σίμωνα τον λεγόμενον Πέτρον και Ανδρέαν τον αδελφόν αυτού, βάλλοντας αμφίβληστρον εις την θάλασσαν˙ ήσαν γαρ αλιείς˙ και λέγει αυτοις˙ δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων. Οι δε ευθέως αφέντες τα δίκτυα ηκολούθησαν αυτώ. Και προβάς εκείθεν είδεν άλλους δύο αδελφούς, Ιάκωβον τον του Ζεβεδαίου και Ιωάννην τον αδελφόν αυτού, εν τω πλοίω μετά Ζεβεδαίου του πατρός αυτών καταρτίζοντας τα δίκτυα αυτών και εκάλεσεν αυτούς. Οι δε ευθέως αφέντες το πλοίον και τον πατέρα αυτών ηκολούθησαν αυτώ. Και περιήγεν όλην την Γαλιλαίαν ο Ιησούς διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.

Νεοελληνική Απόδοση
Καθώς ο Ιησούς περιπατούσε στην όχθη της λίμνης της Γαλιλαίας, είδε δύο αδέλφια, τον Σίμωνα, που τον έλεγαν και Πέτρο, και τον αδελφό του τον Ανδρέα, να ρίχνουν τα δίχτυα στη λίμνη, γιατί ήταν ψαράδες. «Ακολουθήστε με», τους λέει «και θα σας κάνω ψαράδες ανθρώπων». Κι αυτοί αμέσως άφησαν τα δίχτυα και τον ακολούθησαν. Προχωρώντας πιο πέρα από κεί, είδε δύο άλλους αδελφούς, τον Ιάκωβο, γιο του Ζεβεδαίου, και τον αδελφό του τον Ιωάννη. Βρίσκονταν στο ψαροκάϊκο μαζί με τον πατέρα τους τον Ζεβεδαίο και τακτοποιούσαν τα δίχτυά τους. Τους κάλεσε κι αυτοί άφησαν αμέσως το καΐκι και τον πατέρα τους και τον ακολούθησαν. Ο Ιησούς περιόδευε όλη την Γαλιλαία. Δίδασκε στις συναγωγές τους, κήρυττε το χαρμόσυνο μήνυμα για τον ερχομό της βασιλείας του Θεού και γιάτρευε τους ανθρώπους από κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία.

Η κλήση των αποστόλων
Στο σημερινό ευαγγέλιο βλέπουμε τον Κύριο να περπατά παρά τη θάλασσαν της Γαλιλαίας και να προσκαλεί τους τέσσερεις πρώτους μαθητές να τον ακολουθήσουν. Θέλει να σχηματίσει την ομάδα των Δώδεκα, αυτών που πρόθυμα θα «άρουν τον σταυρό» τους και θα τον ακολουθήσουν, και δεν καλεί τους θρησκευτικούς ηγέτες του Ισραήλ, ούτε τους σοφούς του κόσμου, ούτε τους πλουσίους αλλά καλεί τους «αγραμμάτους» ψαράδες. Καλεί αυτούς που μέχρι τώρα ήταν αλιείς ιχθύων να γίνουν αλιείς ανθρώπων «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Θέλει να οργανώσει και να καταρτίσει την ομάδα που θα συνεχίσει το έργο Του επί της γης. Να οδηγήσει την εκκλησία Του και ολόκληρη την οικουμένη σε συνάντηση με Αυτόν.
Η εκλογή και η κλήση των Αποστόλων έγινε αμέσως με την αρχή της επί γης δράσης του Κυρίου, στη Γαλιλαία. Αμέσως μετά τη βάπτισή Του στον Ιορδάνη υπό του Ιωάννου , απηύθυνε την κλήση στους πρώτους μαθητές. Οι μαθητές παρόλο που αποτελούν ένα ευρύτατο κύκλο πολυπληθών ακολούθων του Ιησού, εντούτοις μεγαλύτερη σημασία για το σωτηριώδες έργο του Χριστού και για την αποστολή της εκκλησίας, είχε ο κύκλος των Δώδεκα. Αυτοί βρίσκονταν πλησίον Του και σε αυτούς απεκάλυψε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού. Ένεκα του αποστολικού τους αξιώματος είχαν την εξουσία να διδάσκουν το ευαγγέλιο του Χριστού, να επιτελούν θαύματα μαζί με όλες τις αγιαστικές και λειτουργικές πράξεις της εκκλησίας και να μεταδίδουν αυτήν την χάρη στους διαδόχους τους. Σε κάθε μέρος όπου ίδρυαν τοπικές εκκλησίες χειροτονούσαν επισκόπους και πρεσβυτέρους για να συνεχίσουν το έργο τους. Από την εποχή των αποστόλων μέχρι και σήμερα συνεχίζεται αυτή η αδιάκοπη διαδοχή προσώπων και πίστης και γι’ αυτό ονομάζεται η Εκκλησία μας Αποστολική.
Η ποιότητα των μαθητών
Για το αποστολικό λοιπόν αξίωμα όπως προαναφέραμε, δεν καλεί ο Χριστός τους σοφούς του κόσμου, τους δυνατούς ή τους πλουσίους. Όλους αυτούς δηλαδή που στηρίζονται στις δικές τους ικανότητες, στη σοφία και τον πλούτο τους και δεν ζητούν τη Χάρη και τη βοήθεια του Θεού. Καλεί ανθρώπους ταπεινούς που ούτε η καταγωγή τους ούτε η σοφία που διαθέτουν τους βοηθά και θεωρούνται από τον κόσμο ως «μωροί και εξουθενημένοι» και ως ανύπαρκτοι.
Έτσι λοιπόν συναντά πρώτα τους αδελφούς Ανδρέα και Πέτρο και στη συνέχεια τους αδελφούς Ιάκωβο και Ιωάννη. Η πρόσκληση είναι σαφής και απόλυτη! «Δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων». Τους καλεί να εγκαταλείψουν τα ανθρώπινα, κάθε μέριμνα που ενώνει τον άνθρωπο με την ύλη και τότε να τον ακολουθήσουν. Δεν τους ζητά να αφιερώσουν ένα μέρος τους χρόνου και του εαυτού τους σ’ Αυτόν αλλά ολόκληρο το είναι τους. Όπως παλαιότερα απευθυνόμενος προς τον Αβραάμ του είπε. «Έξελθε εκ της γης σου και εκ της συγγενείας σου και εκ του οίκου του πατρός σου εις την γην, ην αν σοι δείξω και ποιήσω σε εις έθνος μέγα …..» έτσι και τώρα ζητά από τους ακολουθούντες Αυτόν να εγκαταλείψουν κάθε άλλη φροντίδα και να δοθούν ολόκληροι σ’ Αυτόν, κατά την ψυχή και κατά το σώμα.
Η κλήση του Χριστού προς κάθε πιστό
Αυτή λοιπόν την κλήση που απηύθυνε προς τους μαθητές Του, απευθύνει και στον κάθε βαπτισμένο χριστιανό ο Χριστός. Σίγουρα δεν είμαστε όλοι έτοιμοι να εγκαταλείψουμε τα σπίτια, τα υπάρχοντα και τις οικογένειες μας. Ο Χριστιανός όμως δεν πρέπει να δένεται με κανένα πράγμα ή πρόσωπο της παρούσης ζωής, περισσότερο απ’ όσο με το πρόσωπο του Χριστού. Ας δίνουμε λοιπόν μικρότερη σημασία στα πράγματα και τα μεγέθη του κόσμου τούτου τα οποία φθείρονται και παρέρχονται και ας στρέψουμε την προσοχή μας στο Χριστό και στα αιώνια αγαθά Του. Να ελευθερώσουμε λίγη αγάπη από τον εαυτό μας και να την προσφέρουμε στο Θεό.
http://www.imconstantias.org.cy/2807.html
------------------

Κυριακή Β’ Επιστολών, Αποστ. ανάγνωσμα: Ρωμ. 2:10-16
Αδελφοί, δόξα δε και τιμή και ειρήνη παντί τω εργαζομένω το αγαθόν, Ιουδαίω τε πρώτον και Έλληνι· ου γαρ εστί προσωποληψία παρά τω Θεώ. Όσοι γαρ ανόμως ήμαρτον, ανόμως και απολούνται· και όσοι εν νόμω ήμαρτον, διά νόμου κριθήσονται. Ου γαρ οι ακροαταί του νόμου δίκαιοι παρά τω Θεώ, αλλ᾿ οι ποιηταί του νόμου δικαιωθήσονται. Όταν γαρ έθνη τα μη νόμον έχοντα φύσει τα του νόμου ποιή, ούτοι νόμον μη έχοντες εαυτοίς είσι νόμος, οίτινες ενδείκνυνται το έργον του νόμου γραπτόν εν ταις καρδίαις αυτών, συμμαρτυρούσης αυτών της συνειδήσεως και μεταξύ αλλήλων των λογισμών κατηγορούντων ή και απολογουμένων εν ημέρα ότε κρινεί ο Θεός τα κρυπτά των ανθρώπων κατά το ευαγγέλιον μου διά Ιησού Χριστού.

Απόδοση
Αδελφοί, δόξα, τιμή και ειρήνη προσμένουν όποιον κάνει το καλό, πρώτα τον Ιουδαίο αλλά και τον εθνικό˙ γιατί ο Θεός δεν κάνει διακρίσεις. Έτσι, λοιπόν, όσοι αμάρτησαν χωρίς να ξέρουν το νόμο του Θεού θα καταδικαστούν όχι με κριτήριο το νόμο. Κι από την άλλη, όσοι αμάρτησαν γνωρίζοντας το νόμο θα δικαστούν με κριτήριο το νόμο. Γιατί στο θεϊκό δικαστήριο δε δικαιώνονται όσοι άκουσαν απλώς το νόμο αλλά μόνο όσοι τήρησαν το νόμο. Όσο για τα άλλα έθνη, που δε γνωρίζουν το νόμο, πολλές φορές κάνουν από μόνοι τους αυτό που απαιτεί ο νόμος. Αυτό δείχνει πως, αν και δεν τους δόθηκε ο νόμος, μέσα τους υπάρχει ο νόμος. Η διαγωγή τους φανερώνει πως οι εντολές του νόμου είναι γραμμένες στις καρδιές τους˙ και σ’ αυτό συμφωνεί και η συνείδηση τους, που η φωνή της τους τύπτει ή τους επαινεί, ανάλογα με τη διαγωγή τους. Όλα αυτά θα γίνουν την ημέρα που ο Θεός θα κρίνει δια του Ιησού Χριστού τις κρυφές σκέψεις των ανθρώπων, όπως λέει το ευαγγελιό μου.

Εισαγωγικά
Η σημερινή αποστολική περικοπή ξεκινά με την αναφορά του Αποστόλου Παύλου στη δόξα και την τιμή την οποία θα ανταμειφθούν όσοι εργάζονται το αγαθόν. Η δόξα αυτή συνοδεύεται από την ειρήνη του Θεού, σε αντίθεση με την κοσμική δόξα η οποία συνοδεύεται από θόρυβο και ανησυχία. Συνεχίζοντας ο Απόστολος Παύλος μας λέει ότι ο Θεός δεν χαρίζεται σε κανένα είναι απροσωπόληπτος. Η απροσωποληψία του Θεού δεν σημαίνει τιμωρητική διάθεση αλλά αγάπη του Θεού. Όπως για παράδειγμα «τον ήλιον αυτού ανατέλλει επι πονηρούς και αγαθούς καί βρέχει επί δικαίους και αδίκους». Δεν θα σώσει τους ανθρώπους επειδή απλά είχαν και γνώριζαν το νόμο. Οι Ιουδαίοι λόγω του ότι είχαν τον νόμο πίστευαν ότι θα σωθούν. Ο Απόστολος Παύλος μας λέει, επειδή είχαν τον νόμο θα κριθούν αυστηρότερα, έναντι των εθνικών οι οποίοι δεν είχαν τον νόμο και θα κριθούν με βάση τον έμφυτο νόμο και τα έργα τους. Οι Εβραίοι άκουγαν το νόμο στις συναγωγές και τον γνώριζαν αλλά αυτό από μόνο του δεν τους καθιστούσε δίκαιους ενώπιον του Θεού. Δικαιώνονται όσοι εφαρμόζουν τον νόμο και τις εντολές του Θεού. Πολλοί από τους εθνικούς έκαναν αυτά που λέει ο νόμος χωρίς να τον κατέχουν κινούμενοι από τον έμφυτο νόμο τον οποίο έχει χαράξει ο Θεός στις καρδιές όλων των ανθρώπων. Αυτό μαρτυρείται και από τη συνείδησή τους η οποία εκδηλώνεται στις καρδιές τους και τους επιτρέπει να διακρίνουν το καλό από το κακό. Κατά την ημέρα που ο Θεός θα κρίνει μέσω του Ιησού Χριστού τα μυστικά των ανθρώπων εκεί θα κριθούν όλες οι πράξεις όλων των ανθρώπων ανεξαιρέτως.
Νόμος και Χάρις
Στη σημερινή αποστολική περικοπή γίνεται αναφορά στο Νόμο. Με την πτώση του άνθρωπου, διαταράχθηκαν οι σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων καθώς επίσης και οι σχέσεις του ανθρώπου με το περιβάλλον. Για να καταφέρει να επιβιώσει μέσα στη νέα πραγματικότητα που δημιουργήθηκε χρειάστηκε να δημιουργήσει νομικά πλαίσια και νομικές διατάξεις, έτσι ώστε να μην οδηγηθεί στο χάος και την καταστροφή. Για τη θέσπιση και τήρηση των νόμων αυτών έβαλε ως θεμέλιο τον ηθικό νόμο ο οποίος είναι σύμφυτος με τον άνθρωπο. Η τήρηση και η απόρριψη αυτών των νόμων στηρίχθηκε στην ελευθερία του ανθρώπου στο να τους τηρήσει ή να τους απορρίψει. Ο Αδάμ με την μη τήρηση του θελήματος του Θεού έχασε τη δυνατότητα να ζει κοντά του. Ο άνθρωπος που επιλέγει ελεύθερα να ζει κοντά στο Θεό τηρεί τις εντολές τις οποίες έδωσε ο Θεός. Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι ανθρώπινοι νόμοι όσο και οι φυσικοί νόμοι είναι δοσμένοι από το Θεό. Ο φιλόσοφος Ηράκλειτος μας λέει «Τρέφονται γαρ πάντες οι ανθρώπειοι νόμοι υπό ενός, του θείου». (Fragm.114= Ι 176,5 κ.ε. Diels)
Ο Θεός θέλοντας «πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α’ Τιμ. 2:4), τοποθέτησε το φυσικό νόμο ως μέσο γνώσεως του Θεού. Ο φυσικός νόμος αποτελεί τη θεία Αποκάλυψη και γνώση του Θεού για όλους τους ανθρώπους οι οποίοι δεν γνώρισαν την εν Χριστώ Αποκάλυψη. Ο Γραπτός νόμος ο οποίος παραδόθηκε από το Θεό στον εκλεκτό λαό του τον Ισραήλ στο όρος Σινά, αποτελεί ένα νέο μέσο και τρόπο γνώσεως του Θεού, σε σχέση με το φυσικό νόμο. Ο νόμος του Σινά, σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, «παιδαγωγός ημών γέγονεν εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν» ώστε «ελθούσης δε της πίστεως ουκέτι υπό παιδαγωγόν έσμεν» ( Γαλ. 3:24,25).
Η τήρηση του νόμου αλλά και των έργων του νόμου δεν μπορούν να σώσουν τον άνθρωπο. Αυτό που σώζει τον άνθρωπο είναι η χάρη του Θεού. Ο Απόστολος Παύλος μας λέει ότι «τη γαρ χάριτι έστε σεσωσμένοι δια της πίστεως και τούτο ουκ εξ υμών, Θεού το δώρον, ουκ εξ έργων, ίνα μη τις καυχήσηται» (Εφ. 2:8,9). Η θεία χάρη αποτελεί τη δωρεά της σωτηρίας που χαρίζει ο Θεός. Δεν επιτυγχάνεται από τον άνθρωπο με τις δικές του δυνάμεις και προσπάθειες. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέει «ο νόμος δια Μωυσέως εδόθη, η χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιω. 1:17). Μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας μας, αναφέρεται: στο Θεοτόκιο των στιχηρών του Δεύτερου ήχου, «παρήλθεν η σκιά του νόμου, της χάριτος ελθούσης», δηλαδή με την έλευση και εμφάνιση του Ιησού Χριστού στον κόσμο πέρασε η περίοδος του νόμου και των νομικών διατάξεων που επισκίαζαν τη ζωή των ανθρώπων. Με την έλευση του Χριστού ο άνθρωπος υπερβαίνει το νόμο ζώντας στο χώρο της χάριτος. Ο ίδιος ο Χριστός σε τελευταία ανάλυση αποτελεί τον καθ’ αυτό Νόμο της Χάριτος. Η αποκάλυψη του νόμου της χάριτος έχει και εσχατολογική διάσταση, αφού ο Χριστός αποτελεί την αρχή και το τέλος του κόσμου.
Μέσα στην εκκλησία ο πιστός τηρεί τις εντολές του Θεού και υποτάσσεται στο νόμο, ζώντας την καινή εν Χριστώ ζωή η οποία είναι βίωση της ζωής του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος λέει «ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσομεν» (Ρωμ. 6:4). Αυτή η καινότητα της ζωής εγκαθιδρύθηκε από τον Χριστό με την Εκκλησία του, και ο πιστός μετέχει σε αυτήν και την προγεύεται ζώντας τη Θεία Λειτουργία και συμμετέχοντας στο ποτήριο της Θείας Ευχαριστίας. Η βίωση από τον πιστό του νόμου της χάριτος τον απέβαλε από τη λογική των ηθικών κανόνων, όπως αυτοί βιώνονταν από τους Ιουδαίους της εποχής του Χριστού, και τον οδήγησε στο να ζει τη ζωή του Χριστού. Ο άνθρωπος της χάριτος ενώθηκε με τον Χριστό μέσω του βαπτίσματος και του Χρίσματος όπου πεθαίνει ο παλαιός άνθρωπος και ξαναγεννιέται ο νέος, ο καινός άνθρωπος ο οποίος συντονίζει το θέλημά του με το θέλημα του Χριστού. «και δός μεταποιηθήναι τον εν αυτώ βαπτιζόμενον εις το αποθέσθαι μεν τον παλαιόν άνθρωπον, τον φθειρόμενον κατά τας επιθυμίας της απάτης, ενδύσασθαι δε τον νέον, τον ανακαινούμενον κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν˙ ίνα, γενόμενος σύμφυτος τω ομοιώματι του θανατου σου δια του Βαπτίσματος, κοινωνός και της αναστάσεως σου γένηται» (Ευχή Βαπτίσματος). Αυτή η τήρηση του θελήματος του Θεού αποτελεί για τον άνθρωπο της χάριτος την υπέρβαση κάθε ανθρώπινου νόμου.
Σήμερα ένα βασικό ερώτημα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολήσει είναι: Σε ποιο στάδιο του νόμου βρισκόμαστε. Μήπως, ενώ έχουμε το νόμο της χάριτος εμείς βρισκόμαστε στο νόμο της πτώσεως; Μήπως ο καθένας πράττει όπως θέλει χωρίς το θέλημα του Θεού και επαναπαύεται όπως οι Ιουδαίοι που είχαν το νόμο και πίστευαν ότι μόνο αυτοί θα σωθούν; Πολλές φορές νομίζουμε ότι είμαστε προνομιούχοι επειδή έχουμε το Ευαγγέλιο και ξεχνούμε τις υποχρεώσεις μας οι οποίες είναι περισσότερες από αυτούς που δε γνωρίζουν το Ευαγγέλιο. Με βάση το φυσικό νόμο όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό. Τα έθνη που γνωρίζουν το νόμο του Θεού θα κριθούν βάσει αυτού του νόμου. Τα υπόλοιπα έθνη θα κριθούν με βάση τη δικαιοκρισία του Θεού.
http://www.imconstantias.org.cy/2808.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 11 Ιούλ 2016, 02:04

Κυριακή Γ΄ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. στ, 22-33
22. Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός• εάν ουν ο οφθαλμός σου απλούς η, όλον το σώμα σου φωτεινόν έσται• 23. εάν δέ ο οφθαλμός σου πονηρός η, όλον το σώμα σου σκοτεινόν έσται. Ει ουν φως το εν σοι σκότος εστί, το σκότος πόσον; 24. Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν• ή γαρ τον ένα μισήσει και τον έτερον αγαπήσει, ή ενός ανθέξεται και του ετέρου καταφρονήσει. Ου δύνασθε Θεώ δουλεύειν και μαμωνά. 25. Διά τούτο λέγω υμίν, μή μεριμνάτε τη ψυχή υμών τι φάγητε και τι πίητε, μηδέ τω σώματι υμών τι ενδύσησθε• ουχί η ψυχή υμών πλείον εστί της τροφής και το σώμα του ενδύματος; 26. Εμβλέψατε εις τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά• ουχ υμείς μάλλον διαφέρετε αυτών; 27. Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα; 28. Καί περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει• ου κοπιά ουδέ νήθει• 29. λέγω δε υμίν ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως έν τούτων. 30. Ει δε τον χόρτον του αγρού, σήμερον όντα και αύριον εις κλίβανον βαλλόμενον, ο Θεός ούτως αμφιέννυσιν, ου πολλώ μάλλον υμάς, ολιγόπιστοι; 31. μη ουν μεριμνήσητε λέγοντες, τι φάγωμεν ή τι πίωμεν ή τι περιβαλώμεθα; 32. Πάντα γαρ ταύτα τα έθνη επιζητεί• οίδε γαρ ο πατήρ υμών ο ουράνιος ότι χρήζετε τούτων απάντων. 33. Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν.

Απόδοση
Το λυχνάρι του σώματος είναι τα μάτια. Αν λοιπόν τα μάτια σου είναι γερά, όλο το σώμα σου θα είναι στο φως. Αν όμως τα μάτια σου είναι χαλασμένα, όλο το σώμα σου θα είναι στο σκοτάδι. Κι αν το φως που έχεις, μεταβληθεί σε σκοτάδι, σκέψου πόσο θα΄ ναι το σκοτάδι. Κανείς δεν μπορεί να είναι δούλος σε δύο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα στηριχτεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να είστε δούλοι και στο Θεό και στο χρήμα. Γι΄ αυτό, λοιπόν, σας λεω: Μη μεριμνάτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Η ζωή δεν είναι σπουδαιότερη από την τροφή; Και το σώμα δεν είναι σπουδαιότερο από το ντύσιμο; Κοιτάξτε τα πουλιά που δεν σπέρνουν ούτε θερίζουν ούτε συνάζουν αγαθά σε αποθήκες, κι όμως ο ουράνιος Πατέρας σας τα τρέφει• εσείς δεν αξίζετε πολύ περισσότερο απ΄ αυτά; Κι έπειτα, ποιός από σας μπορεί με το άγχος του να προσθέσει έναν πήχυ στο ανάστημά του; Και γιατί τόσο άγχος για το ντύσιμό σας; Ας σας διδάξουν τα αγριόκρινα πώς μεγαλώνουν, δεν κοπιάζουν ούτε γνέθουν, κι όμως σας βεβαιώνω πως ούτε ο Σολομών σ΄ όλη του τη μεγαλοπρέπεια δεν ντυνόταν όπως ένα από αυτά. Αν όμως ο Θεός ντύνει έτσι το αγριόχορτο, που σήμερα υπάρχει και αύριο θα το ρίξουν στη φωτιά, δε θα φροντίσει πολύ περισσότερο για σας, ολιγόπιστοι; Μην έχετε, λοιπόν, άγχος και μην αρχίσετε να λέτε: «τι θα φάμε;» ή: «τι θα πιούμε» ή: «τι θα ντυθούμε;» γιατί για όλα αυτά αγωνιούν όσοι δεν εμπιστεύονται το Θεό, όμως ο ουράνιος Πατέρας σας ξέρει καλά ότι έχετε ανάγκη απ΄ όλα αυτά. Γι΄ αυτό πρώτα απ΄ όλα να επιζητείτε τη βασιλεία του Θεού και την επικράτηση του θελήματός του, κι όλα θα ακολουθήσουν.


Η πρόνοια του Θεού και το άγχος της ζωής
Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα είναι ένα απόσπασμα από την επί του Όρους Ομιλία του Ιησού Χριστού. Κεντρική θέση στην ομιλία αυτή κατέχει η Βασιλεία του Θεού. Ουσιαστικά αποτελεί μια παράθεση πρακτικών συμβουλών του Ιησού Χριστού για το πώς οι Χριστιανοί οφείλουν να συμπεριφέρονται μέσα στον κόσμο αυτό. Σε τελική ανάλυση η αξία του κόσμου αυτού, των υλικών αγαθών και της βιοτικής μέριμνας ορίζεται από την προοπτική της Βασιλείας του Θεού.

Το ευαγγελικό ανάγνωσμα, λοιπόν, της ημέρας χωρίζεται σε τρεις επί μέρους ενότητες: 1. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το «λύχνο» του σώματος, που είναι το μάτι, 2. υποδείξεις του Ιησού Χριστού για το ότι δεν μπορεί κανείς να υπηρετεί ταυτόχρονα δύο κυρίους (Θεός – μαμωνάς) και 3. προτροπές του Ιησού Χριστού ώστε να αποφεύγεται η βιοτική μέριμνα και το άγχος για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου. Κεντρικό μήνυμα του αναγνώσματος είναι η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού.

Ο λύχνος του σώματος εστίν ο οφθαλμός

Ο Ιησούς Χριστός με έναν παραβολικό λόγο τονίζει την αξία που έχει το μάτι για όλο το σώμα. Το μάτι παρομοιάζεται με το λυχνάρι του σώματος. Είναι το μέσο με το οποίο φωτίζεται όλο το σώμα και κατεπέκταση ο όλος άνθρωπος. Η όραση είναι ίσως η σπουδαιότερη αίσθηση της ανθρώπινης φύσης. Με την όραση κάθε άνθρωπος θαυμάζει και απολαμβάνει τα μεγαλεία της δημιουργίας του Θεού, τον υλικό κόσμο, το κάλλος της αγάπης του Θεού. Έχει τη δυνατότητα να βλέπει το φως της ημέρας αλλά και τα προσφιλή του πρόσωπα, η θέα των οποίων παρηγορεί και ευφραίνει την ψυχή. Έχει τη δυνατότητα της μόρφωσης, της εργασίας, της κοινωνικής ανέλιξης. Η έλλειψη της όρασης δυσχεραίνει τη ζωή των ανθρώπων, αφού τους στερεί τις χαρές αυτές και πολλές ακόμα άλλες. Την αξία της όρασης εμείς οι υγιείς άνθρωποι δεν μπορούμε πολλές φορές να την αντιληφθούμε πλήρως. Ένας τυφλός όμως άνθρωπος μπορεί να μαρτυρήσει για την αξία της όρασης και την οδυνηρή αίσθηση της απώλειάς της. Άλλωστε την αξία της όρασης την διαπιστώνουμε και από τα πολλά θαύματα του Ιησού Χριστού σε τυφλούς ανθρώπους. Στο σημείο αυτό είναι πρόδηλη η παραβολική χρήση της αισθητής όρασης και η μεταφορά του λόγου του Ιησού Χριστού από την αισθητή στην εσωτερική όραση, στην όραση του νου και της ψυχής.

Η καλή ή κακή ποιότητα της όρασης είναι καθοριστική για την ποιότητα του φωτός, το οποίο μεταφέρει και εκπέμπει. Γι΄ αυτό ο Ιησούς Χριστός χρησιμοποιεί δύο αντίθετους όρους: «απλούς» και «πονηρός», χαρακτηρίζοντας έτσι το καλό και το κακό μάτι. Με τον όρο «απλούς» γενικά μέσα στην Αγία Γραφή προσδιορίζεται ο αφοσιωμένος και υπάκουος στο Θεό άνθρωπος. Αντίθετα με τον όρο «πονηρός» προσδιορίζεται ο εγωιστής άνθρωπος, εκείνος που αντιστρατεύεται το θέλημα του Θεού και προσπαθεί να επιβάλει το δικό του θέλημα. Ο κατεξοχήν πονηρός είναι ο Εωσφόρος, ο Διάβολος, ο οποίος ακολούθησε το δικό του θέλημα και έτσι έχασε το φως και ξέπεσε στο σκότος. Επομένως εκείνος που επιθυμεί να βρίσκεται στο φως, οφείλει να στρέφει την προσοχή του προς τον Θεό, ο οποίος είναι η πηγή του φωτός.

Επιπλέον τα μάτια είναι οι πρώτοι δέκτες των διαφόρων εικόνων, οι οποίες μεταφέρονται στη συνέχεια στο νου και στην καρδία του ανθρώπου και επηρεάζουν τον ψυχικό και συναισθηματικό του κόσμο. Αν λοιπόν ο άνθρωπος αφήσει τις σκοτεινές εικόνες να διαμορφώσουν τον χαρακτήρα και την συμπεριφορά του, τότε η ύπαρξή του δε θα εκπέμπει φως, αλλά σκότος. Τα έργα του, οι πράξεις του, οι λόγοι του θα είναι σκοτισμένα. Αντίθετα αν οι εικόνες που εισέρχονται μέσα του είναι εικόνες φωτός, τότε θα εκπέμπει ο ίδιος φως προς τα έξω. Η ύπαρξή του πλέον θα γίνει φωτεινό παράδειγμα για όλους όσους θα συναναστρέφονται μαζί του.

Ουδείς δύναται δυσί κυρίοις δουλεύειν

Το δεύτερο θέμα βρίσκεται σε άμεση συνάφεια με το πρώτο, γιατί όπως δεν μπορεί να συνυπάρξει το φως με το σκότος, κατά τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί ο άνθρωπος να είναι στην υπηρεσία δύο κυρίων. Στην περίπτωση που κάποιος επιχειρήσει να υπηρετήσει ταυτόχρονα δύο κυρίους τότε δυο πράγματα μπορεί να συμβούν: ή θα μισήσει τον ένα και θα αγαπήσει τον άλλο, ή θα προσκολληθεί στον ένα και θα περιφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορεί κανείς να είναι συγχρόνως και δούλος του Θεού και δούλος του χρήματος. Ο Ιησούς Χριστός απαιτεί την απόλυτη αφοσίωση του ανθρώπου στον Θεό. Εξάλλου όπως τονίζεται και σε άλλο σημείο της Αγίας Γραφής, ο Θεός και το χρήμα είναι ασυμβίβαστα μεταξύ τους, γιατί ο Θεός προσφέρει την ελευθερία, ενώ το χρήμα την υποδούλωση: «δυσκόλως πλούσιος εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών» (Ματθ.19,23).

Η ζωή του ανθρώπου μέσα στον παροδικό αυτό κόσμο κρύβει πολλούς κινδύνους υποδούλωσης, είτε στην κοσμική εξουσία, είτε στο χρήμα και στις υλικές απολαύσεις. Άλλωστε τους πειρασμούς αυτούς τους αντιμετώπισε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μέσα στην έρημο και απέρριψε τόσο την κοσμική εξουσία και δόξα, όσο και τα υλικά αγαθά. Τυχόν συγκατάθεση και υποδούλωση του ανθρώπου σε αυτές τις καταστάσεις σημαίνει την άρνηση του Θεού και οδηγεί στη δυστυχία και απελπισία.

Η βιοτική μέριμνα

Το τρίτο και ουσιαστικότερο μέρος της περικοπής αναφέρεται στην απόλυτη εμπιστοσύνη, που πρέπει να έχει ο άνθρωπος στην πρόνοια του Θεού και να αποφεύγει την αγωνιώδη μέριμνα για τη ζωή. Βέβαια αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι ο άνθρωπος σταματά κάθε προσπάθεια, ώστε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τη διαβίωσή του. Ο Ιησούς Χριστός μας καλεί να μην πνιγόμαστε στο άγχος για το τι θα φαμε, ή τι θα πιούμε, ή πώς θα ντυθούμε.

Η ζωή και το σώμα μας είναι σπουδαιότερα από το τι θα φαμε και θα πιούμε και πώς θα ντυθούμε. Αυτό εξάλλου το καταδεικνύει και η ίδια η φύση, αφού κατά τους λόγους του Κυρίου: «τα πετεινά του ουρανού, ότι ου σπείρουσιν ουδέ θερίζουσιν ουδέ συνάγουσιν εις αποθήκας, και ο πατήρ υμών ο ουράνιος τρέφει αυτά» και ακόμα «περί ενδύματος τι μεριμνάτε; Καταμάθετε τα κρίνα του αγρού πώς αυξάνει• ου κοπιά ουδέ νήθει• λέγω δε υμίν ουδέ Σολομών εν πάση τη δόξη αυτού περιεβάλετο ως έν τούτων». Επιπλέον: «Τις δε εξ υμών μεριμνών δύναται προσθείναι επί την ηλικίαν αυτού πήχυν ένα;» και αφού αυτό είναι αδύνατο, τότε και οι καθημερινές φροντίδες και μέριμνες δεν προσφέρουν τίποτα στον άνθρωπο, παρά μόνο το άγχος το οποίο εκτός από την ψυχολογική κατάπτωση επιφέρει και πολλές σωματικές ασθένειες.

Το άγχος συνιστά ουσιαστικά άρνηση του Θεού και μαρτυρεί έλλειψη πίστης. Ο αγωνιών άνθρωπος κατατρώγεται με την προσπάθεια για απόκτηση περισσοτέρων αγαθών και ξεχνά ή και αρνείται τον Θεό. Δεν καταφεύγει πλέον στην πρόνοια του Θεού και δε ζητά τη βοήθειά του. Στηρίζεται στη δική του δύναμη και στις ικανότητές του. Η διαγραφή του Θεού από τη ζωή μας επιφέρει την ολοκληρωτική υποδούλωση στα πάθη, τις αδυναμίες και στα υλικά πράγματα.

Αντίθετα με την κατάσταση του άγχους η απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια του Θεού, απαλλάσσει τον άνθρωπο από κάθε είδους εξάρτηση, και του προσφέρει την «εν Χριστώ» ελευθερία. Ασφαλώς αυτό δεν καταργεί τη νόμιμη προσπάθεια του ανθρώπου να εξασφαλίσει τα απαραίτητα της ζωής του, αλλά την τοποθετεί πάνω στη σωστή βάση της. Το πρώτο ζητούμενο είναι η βασιλεία του Θεού: «Ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».

Η προσευχή των πιστών πρέπει να είναι μια διαρκής εκζήτηση της βασιλείας του Θεού, αυτό άλλωστε ζητούμε και στην Κυριακή Προσευχή: «ελθέτω η βασιλεία Σου» και όλα τα υπόλοιπα ακολουθούν. Ο Θεός προνοεί για όλα τα δημιουργήματά του και με ιδιαίτερο τρόπο για το τέλειο δημιούργημά του τον άνθρωπο. Η αλήθεια αυτή είναι περισσότερο από ποτέ άλλοτε επίκαιρη, αφού σήμερα το άγχος είναι η κατεξοχήν αιτία των ψυχικών διαταραχών και άλλων ασθενειών των ανθρώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος πνίγεται μέσα στην προσπάθεια και την αγωνία για την απόκτηση όλο και περισσότερων υλικών αγαθών και ανέσεων. Βέβαια οι λόγοι του Ιησού Χριστού δεν πρέπει να παρανοηθούν. Δεν μας προτείνει σε καμία περίπτωση την παθητική στάση και αναμονή μια θαυματουργικής επίλυσης του προβλήματος της εξασφάλισης των απαραίτητων πραγμάτων της ζωής. Εξάλλου ακόμα και αυτά τα πουλιά καταβάλλουν τη δική τους προσπάθεια, εξέρχονται προς αναζήτηση της τροφής τους, χωρίς όμως να αγχώνονται. Άρα ο άνθρωπος οφείλει στη ζωή του και να εργάζεται και να προσπαθεί για τα απαραίτητα στοιχεία της καλής διαβίωσής του, χωρίς όμως αυτό να γίνεται αυτοσκοπός. Χωρίς αυτό να σημαίνει την έλλειψη εμπιστοσύνης στην πατρική πρόνοια του Θεού. Το πρώτο και κορυφαίο μέλημα της ζωής του ανθρώπου είναι η σωτηρία της ψυχής και η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού.
http://www.imconstantias.org.cy/2816.html
---------------------------

Κυριακή Γ’ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Ρωμ. 5: 1-10
Δικαιωθέντες ουν εκ πίστεως ειρήνην έχομεν προς τον Θεόν διά του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι’ ου και την προσαγωγήν εσχήκαμεν τη πίστει εις την χάριν ταύτην εν η εστήκαμεν, και καυχώμεθα επ’ ελπίδι της δόξης του Θεού. Ου μόνον δε, αλλά και καυχώμεθα εν ταις θλίψεσιν, ειδότες ότι η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών διά Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν. Έτι γαρ Χριστός όντων ημών ασθενών κατά καιρόν υπέρ ασεβών απέθανε. Μόλις γαρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται∙ υπέρ γαρ του αγαθού τάχα τις και τολμά αποθανείν. Συνίστησι δε την εαυτού αγάπην εις ημάς ο Θεός, ότι έτι αμαρτωλών όντων ημών Χριστός υπέρ ημών απέθανε. Πολλώ ουν μάλλον δικαιωθέντες νυν εν τω αίματι αυτού σωθησόμεθα δι’ αυτού από της οργής. Ει γαρ εχθροί όντες κατηλλάγημεν τω Θεώ δια του θανάτου του υιού αυτού, πολλώ μάλλον καταλλαγέντες σωθησόμεθα εν τη ζωή αυτού∙

Απόδοση
Αφού, λοιπόν, ο Θεός μας έσωσε επειδή πιστέψαμε, οι σχέσεις μας με το Θεό αποκαταστάθηκαν με τη μεσολάβηση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αυτός μας οδήγησε με την πίστη στο χώρο αυτής της χάρης του Θεού, στην οποία είμαστε στεριωμένοι, και καυχιόμαστε για την ελπίδα της συμμετοχής μας στη δόξα του Θεού. Μα δε σταματά εκεί η καύχησή μας∙ καυχόμαστε ακόμα και στις δοκιμασίες, επειδή ξέρουμε καλά πως οι δοκιμασίες οδηγούν στην υπομονή, η υπομονή στο δοκιμασμένο χαρακτήρα, κι ο δοκιμασμένος χαρακτήρας στην ελπίδα. Κι η ελπίδα τελικά δεν απογοητεύει. Μαρτυρεί γι’ αυτό η αγάπη του Θεού, με την οποία το Άγιο Πνεύμα που μας δόθηκε γέμισε και ξεχείλισε τις καρδιές μας. Γιατί ο Χριστός, παρ’ όλο που ήμασταν ακόμα ανίκανοι να κάνουμε το καλό, πέθανε για μας, τους ασεβείς ανθρώπους, στον προκαθορισμένο καιρό. Δύσκολα θα έδινε κανείς τη ζωή του ακόμα και για ένα δίκαιο άνθρωπο. Ίσως αποφάσιζε κανείς να πεθάνει για κάποιον καλό άνθρωπο. Ο Θεός όμως ξεπερνώντας αυτά τα όρια έδειξε την αγάπη του για μας, γιατί ενώ εμείς ζούσαμε ακόμα στην αμαρτία, ο Χριστός έδωσε τη ζωή του για μας. Τώρα, λοιπόν, αφού ο Θεός μας απάλλαξε από την καταδίκη, με τη μεσολάβηση του σταυρικού θανάτου του Χριστού, πολύ περισσότερο ο ίδιος θα μας σώσει κι από τη μέλλουσα οργή. Παρ’ ό,τι ήμασταν εχθροί με το Θεό, μας συμφιλίωσε μαζί του ο σταυρικός θάνατος του Υιού του∙ πολύ περισσότερο τώρα που συμφιλιωθήκαμε, η ζωή του θα μας χαρίσει τη σωτηρία.

Σχολιασμός
Στη σημερινή αποστολική περικοπή ο απόστολος Παύλος μας διαβεβαιώνει ότι ο Θεός μας έσωσε επειδή πιστέψαμε σ’ Αυτόν και οι σχέσεις μας αποκαταστάθηκαν με τη μεσολάβηση του Ιησού Χριστού. Αυτός λοιπόν μας οδήγησε, αλλά μέσα από την πίστη μας, στο χώρο της χάρης του Θεού και πρέπει να μην ξεχνάμε να χαιρόμαστε και για τις δοκιμασίες που μπορεί να αντιμετωπίζουμε γιατί μέσα από αυτές οδηγούμαστε στην ελπίδα, στη σωτηρία. Μας τονίζει ότι ο Ιησούς Χριστός έδωσε τη ζωή Του για εμάς για τη δική μας σωτηρία, για τους ασεβείς ανθρώπους όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο απόστολος Παύλος. Τονίζει επίσης ότι κάποιος δύσκολα θα αποφάσιζε να πεθάνει για ένα δίκαιο άνθρωπο, πόσο μάλλον για κάποιους αμαρτωλούς όπως εμείς οι άνθρωποι. Ο Θεός ξεπέρασε τα όρια και έδειξε με τον τρόπο αυτό την αγάπη Του για μας, μας απάλλαξε από την καταδίκη με τη μεσολάβηση της σταυρικής θυσίας του Ιησού Χριστού, η θυσία αυτή όπως πολύ ωραία μας λέει ο απόστολος Παύλος μας συμφιλίωσε με το Θεό αλλά με μια μεγάλη θυσία, του Υιού Του.
Πολύ σημαντικό, θεολογικά και εκκλησιολογικά, το θέμα στο οποίο αναφέρεται ο απόστολος Παύλος στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα που δεν είναι άλλο από το θέμα της καταλλαγής, της καταλλαγής του ανθρώπου με το Θεό. Καταλλαγή σημαίνει συμφιλίωση. Η συμφιλίωση ή καταλλαγή είναι το όλο σχέδιο της οικονομίας του Θεού που δεν αρχίζει μόνο με την ενσάρκωση του Υιού και Λόγου του Θεού και τη θυσία Του, όπως μας λέει ο απόστολος Παύλος στη σημερινή αποστολική περικοπή, αλλά αρχίζει από την αρχή, με τη δημιουργία του κόσμου.

Η καταλλαγή είναι ένα ζητούμενο από τον ίδιο το Θεό, ο οποίος κάνει το πρώτο βήμα προς τον άνθρωπο. Βλέπουμε από το Θεό τη διάθεση να συγχωρεί συνεχώς το ανθρώπινο γένος, και μάλιστα αποστέλλει το διάκονο της καταλλαγής, το Άγιο Πνεύμα, είτε σε μορφή περιστεράς ή και αργότερα με την παρουσία του Υιού Του, για να καταφέρει αυτή τη συμφιλίωση.
Το ζήτημα της καταλλαγής του ανθρώπου με το Θεό απασχόλησε ερμηνευτικά και τους Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ο ερμηνευτής Θεοδώρητος γράφει ότι με το Θεό υπήρξαμε «εκπεπολεμώμενοι», δηλαδή ήμασταν σε κατάσταση πολέμου. Ο Θεός ποτέ δεν έτρεφε και δεν τρέφει εχθρικά συναισθήματα για τον άνθρωπο έστω και αν είναι αμαρτωλός. Αγαπά αμαρτωλούς και δικαίους και δεν παύει να ενδιαφέρεται για τον άνθρωπο.
Πώς όμως καταλήγουμε να είμαστε εχθροί του Θεού πριν την καταλλαγή; Ο τρόπος της ζωής μας και το ότι ακολουθούμε τις αμαρτωλές επιθυμίες μας, η αμαρτία, είναι αυτή που μας καθιστά εχθρούς του Θεού. « Και υμάς ποτε όντας απηλλοτριωμένους και εχθρούς τη διανοία εν τοις έργοις τοις πονηροίς». (Κολ. 1,21). Εννοείται ότι ο Θεός δεν εχθρεύεται τον αμαρτωλό αλλά την αμαρτία, τα «πονηρά έργα», όχι τον άνθρωπο που αμαρτάνει. Με την αμαρτία διώξαμε το Θεό από τη ζωή μας, η αμαρτία δε μας άφηνε να υψωθούμε πνευματικά.
Πως όμως άλλαξαν τα πράγματα και βρισκόμαστε συμφιλιωμένοι με το Θεό είναι ένα ερώτημα που σίγουρα θα δημιουργηθεί. Ο Σταυρωμένος και Αναστημένος Χριστός παραδόθηκε εκουσίως στο θάνατο ακριβώς για να επιτελεστεί ο σκοπός του Θεού που δεν ήταν άλλος από την συμφιλίωσή μας μαζί Του. Με το θάνατό Του ο Ιησούς Χριστός νίκησε την αμαρτία και χάρισε σ’ εμάς την άφεση των αμαρτιών άρα και την καταλλαγή μας με το Θεό. Ο Ιησούς Χριστός με την παρουσία Του νίκησε την αμαρτία άρα και το λόγο για τον οποίο υπήρχε «έχθρα» μεταξύ ανθρώπων και Θεού.
Αυτός που έφερε την καταλλαγή στους ανθρώπους είναι ο Ιησούς Χριστός, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής «υπέρ όλης της ανθρωπότητας έπαθεν, και πάσιν εξ ίσου την ελπίδα της αναστάσεως εχαρίσατο». Με το πάθος και τη θυσία Του χάρισε σε όλους εμάς την ελπίδα της αναστάσεως και την καταλλαγή μας με το Θεό. Παρόλη την αμαρτία που είχαμε στη ζωή μας ο Χριστός έδωσε τον εαυτό Του θυσία για μάς και μας συμφιλίωσε με το Θεό Πατέρα. Θυσίασε τον Υιό του ο Θεός και αυτό είναι μεγάλη δωρεά για μας.
Αν σκεφτούμε τη θυσία που έκανε για μας ο Θεός, να αφήσει τον Υιό Του να θυσιαστεί για χάρη μας, για να υπάρξει συμφιλίωση μεταξύ εκείνου και εμάς, θα δούμε ότι η αγάπη του Θεού για μας είναι απροϋπόθετη. Αγάπη χωρίς όρους, χωρίς προϋποθέσεις. Εμείς σήμερα, για να συμφιλιωθούμε μ’ ένα γείτονά μας, με το σύζυγο ή τη σύζυγό μας, θέτουμε όρους. Εδώ ο Θεός θυσιάζει τον ίδιο τον Υιό Του για να θεραπεύσει το ανθρώπινο γένος.
Για να φανερώσει τη σημασία που έχει η καταλλαγή με τον πλησίον μας ο Κύριος τονίζει: «Εάν ουν προσφέρης το δώρον σου επί το θυσιαστηρίον κακεί μνησθής ότι ο αδελφός σου έχει τι κατά σου, άφες εκεί το δώρον σου έμπροσθεν του θυσιαστηρίου, και ύπαγε πρώτον διαλλάγηθι τω αδελφώ σου, και τότε ελθών πρόσφερε το δώρον σου επί το θυσιαστήριον» (Ματθ.5, 23-24). Ο Θεός δε λογαριάζει την τιμή που του προσφέρεται μπροστά στην αγάπη για τον πλησίον μας. Ας διακοπεί, λέει, η λατρεία μου για να υπάρξει συμφιλίωση με τον αδελφό σου. Είναι δηλαδή ισοδύναμη η λατρεία προς το Θεό, με τη συμφιλίωση προς τον αδελφό μας και εμείς το θεωρούμε ακατόρθωτο, γιατί η αμαρτία που υπάρχει στη ζωή μας, που ήταν και η αιτία που μας καθιστούσε εχθρούς του Θεού, δεν μας αφήνει να δούμε πόσο σημαντική είναι η καταλλαγή με το συνάνθρωπό μας και κατ’ επέκταση με το Θεό.
http://www.imconstantias.org.cy/2817.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 18 Ιούλ 2016, 00:53

Κυριακή των Αγίων Πατέρων, Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Μτ. 5,13-19
Είπεν ο Κύριος τοις εαυτού μαθηταίς· Υμείς εστέ το φως του κόσμου. Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη∙ ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ’ επί την λυχνίαν, και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία. Ούτω λαμψάτω το φως υμών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς. Μη νομίσητε ότι ήλθον καταλύσαι τον νόμον ή τους προφήτας∙ ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι. Αμήν γαρ λέγω υμίν, εώς αν παρέλθη ο ουρανός και η γη, ιώτα εν η μία κεραία ου μη παρέλθη από του νόμου έως αν πάντα γένηται. Ος εάν ουν λύση μίαν των εντολών τούτων των ελαχίστων και διδάξη ούτω τους ανθρώπους, ελάχιστος κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών∙ ος δ΄ αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών.

Νεοελληνική απόδοση
Είπε ο Κύριος στους μαθητές του: «Εσείς είστε το φως για τον κόσμο· μια πόλη κτισμένη ψηλά στο βουνό, δεν μπορεί να κρυφτεί. Οι άνθρωποι, όταν ανάψουν το λυχνάρι, δεν το βάζουν κάτω από το δοχείο με το οποίο μετρούν το σιτάρι, αλλά το τοποθετούν στον λυχνοστάτη, για να φωτίζει όλους τους ανθρώπους του σπιτιού. Έτσι να λάμψει και το δικό σας φως μπροστά στους ανθρώπους, για να δουν τα καλά σας έργα και να δοξολογήσουν τον ουράνιο Πατέρα σας. Μη νομίσετε πως ήρθα για να καταργήσω τον νόμο ή τους προφήτες. Δεν ήρθα για να τα καταργήσω, αλλά για να πραγματοποιήσω. Σας βεβαιώνω πως όσο υπάρχει ο κόσμος, έως τη συντέλειά του, δεν θα πάψει να ισχύει ούτε ένα γιώτα ή μια οξεία από τον νόμο. Όποιος, λοιπόν, καταργήσει ακόμα και μία από τις πιο μικρές εντολές αυτού του νόμου και διδάξει έτσι τους άλλους, θα θεωρηθεί ελάχιστος στη βασιλεία του Θεού, ενώ όποιος τις τηρήσει όλες και διδάξει έτσι και τους άλλους, αυτός θα θεωρηθεί μεγάλος στη βασιλεία του Θεού».

Σύγχρονο Μπλακ άουτ του Χριστιανισμού η των Χριστιανών;
Η επιλογή της ευαγγελικής περικοπής για τη σημερινή Κυριακή αποσκοπεί στο να υπογραμμίσει το φωτιστικό έργο των αγίων Πατέρων, οι οποίοι είχαν συγκροτήσει την Δ' Οικουμενική σύνοδο και τους οποίους τιμούμε σήμερα. Μέσα στην ευαγγελική περικοπή υπογραμμίζονται βασικές χριστιανικές αρχές. Δύο σημαντικά θέματα, τα οποία θα μας απασχολήσουν είναι, πρώτον, η απαίτηση του Χριστού από τους Χριστιανούς να γίνουν το φως και το άλας του κόσμου και, δεύτερον, η σχέση του Χριστού με το Μωσαϊκό Νόμο.
1. Το άλας και το φως του κόσμου.
Στην επί του Όρους Ομιλία του, απ' όπου είναι παρμένη η ευαγγελική περικοπή, ο Χριστός απευθύνθηκε προς τους Μαθητές του για να τους καθορίσει τη θέση τους μέσα στον κόσμο ως Μαθητών του Χριστού και κατά συνέπεια και της Εκκλησίας. Χρησιμοποίησε για το σκοπό αυτό δύο παραβολικές εικόνες, μία του άλατος και μία του φωτός. Τους είπε ότι αυτοί είναι και θα πρέπει να είναι το άλας του κόσμου. Είναι γνωστό από την ιστορία πόση σημασία είχε το άλας σε μία εποχή που δεν υπήρχαν άλλα μέσα συντηρήσεως των τροφίμων. Το άλας έδιδε τη γεύση στις τροφές και ήταν συντηρητικό των τροφών. Στην Κύπρο οι αλυκές, ένεκα της χρησιμότητας του άλατος, αποτελούσαν σημαντική πηγή εισοδήματος. Εάν λοιπόν αυτό το άλας χάσει τις ιδιότητές του, τότε δεν έχει καμμία απολύτως αξία και πετάγεται ως άχρηστο, γιατί δεν έχει άλλη χρησιμότητα. Οι Μαθητές, λοιπόν, έχουν αυτό το ρόλο, αυτή την αποστολή μέσα στον κόσμο, να προσδίδουν το νόημα στον κόσμο, είτε στο κάθε άτομο είτε στο κοινωνικό σύνολο. Με τον τρόπο αυτό, ο Χριστός, παρομοιάζοντας είτε τους Αποστόλους είτε όλους τους μαθητές του, δηλαδή την Εκκλησία του, με το άλας, έχει μεγάλες προσδοκίες από αυτούς, ότι θα καταστούν καταλύτες όλων εκείνων των δυνάμεων οι οποίες είναι σηπτικές των κοινωνιών και θα διατηρήσουν τη φρεσκάδα της θείας παρουσίας μέσα στον κόσμο. Τους καθιστά, εν τούτοις, προσεκτικούς, γιατί, αν δεν εκπληρώσουν αυτή την αποστολή τους, τότε η αξία τους είναι ανύπαρκτη και θα απορριφθούν, τόσο από τους ανθρώπους, όσο και από τον ίδιο τον Θεό.
Η κλήση αυτή του Χριστού για την αποστολή των Μαθητών μέσα στον κόσμο συνιστά συνεχή κλήση και προς την αποστολή της Εκκλησίας διαχρονικά. Μπορεί να είναι σκληρός ο λόγος και η προειδοποίηση του Χριστού. Όμως, πρέπει να αποβεί λόγος αφυπνίσεως της Εκκλησίας, διαφορετικά, θα ισχύσει ο, τι είπε ο Χριστός παραβολικά για το άλας, ότι θα πεταχτεί έξω και θα καταπατείται από τους ανθρώπους ως άχρηστο.
Η δεύτερη παραβολική εικόνα που χρησιμοποιεί ο Χριστός είναι αυτή του φωτός. Οι Μαθητές, εκτός από άλας είναι και το φως του κόσμου. Ως άλας δίδουν νόημα και συντηρούν τον κόσμο. Ως φως φωτίζουν την πορεία του κόσμου. Είναι σχεδόν παροιμιώδης ο λόγος του Χριστού, ότι η πόλη η οποία είναι κτισμένη πάνω σε βουνό δεν μπορεί να κρυφτεί, ή ακόμα ότι, όταν ανάπτεται λύχνος δεν κρύβεται, αλλά τοποθετείται πάνω σε λυχνοστάτη για να φωτίζει ολόκληρο το σπίτι και όσους βρίσκονται μέσα.
Ήδη στην Π. Διαθήκη είχε χρησιμοποιηθεί περίπου η ίδια παραβολική εικόνα από τον προφήτη Ησαΐα, όπου ο Θεός λέγει στο Ισραήλ: "ιδού τέθεικά σε εις διαθήκην γένους εις φως εθνών του είναι σε εις σωτηρίαν έως εσχάτου της γης". (Ησ. 49,6. Βλ. 46,6). Το Ισραήλ είχε αποστολή να αποτελέσει το "φως των εθνών", γιατί έλαβε το νόμο στο Σινά και συνήψε τη Διαθήκη με τον Θεό με σκοπό η αλήθεια του μοναδικού και πραγματικού Θεού να λάμψει σε όλα τα έθνη. Αυτό θα λάμβανε την τελική πραγματοποίησή του όταν θα ερχόταν ο Μεσσίας.
Πράγματι, η έλευση του Χριστού στον κόσμο σημαδεύτηκε με σημεία φωτεινά όπως το άστρο της Γεννήσεως, που οδήγησε τους εθνικούς Μάγους από την Ανατολή να έλθουν να τον προσκυνήσουν. Αυτό αποτελεί μία εκδήλωση με φυσικά φαινόμενα που συνδέουν το φως με τον Χριστό. Επιπρόσθετα, ο ίδιος ο Χριστός σε πολλές περιπτώσεις παρομοίασε τον εαυτό του με το φως: Έτσι, λέγει,: "Εγώ φως εις τον κόσμον ελήλυθα, ίνα πας ο πιστεύων εις εμέ εν τη σκοτία μη μείνη" (Iω. 12, 46). Η ακόμα ο Χριστός διακήρυξε: "Εγώ ειμι το φως του κόσμου· ο ακολουθών εμοί ου μη περιπατήση εν τη σκοτία, αλλ' έξει το φως της ζωής" (Iω. 8, 12). Με τον τρόπο αυτό ο Χριστός αφ' ενός μεν βεβαιώνει ότι οι προφητείες της Π. Διαθήκης περί του φωτός εκπληρώνονται στο πρόσωπο του, αφ' ετέρου δε διευκρινίζει ότι η παραβολική έννοια του φωτός σημαίνει την αποδοχή της διδασκαλίας αλλά και του ίδιου του προσώπου του Ιησού Χριστού. Οι λόγοι αυτοί του Χριστού είναι διαφωτιστικοί και εκείνων που λέγει στη συνέχεια, ότι ήλθε για να εκπληρώσει το νόμο.
Θα πρέπει να αναφέρουμε ακόμα ότι στην Αγία Γραφή το φως συνδέεται άμεσα με την παρουσία του Θεού. Παραδείγματα έχουμε πολλά. Στην Π. Διαθήκη ο Θεός εμφανίσθηκε στο Μωϋσή κατ' αρχήν με φωτιά μέσα στην άφλεκτη Βάτο και αργότερα είτε μέσα στη νεφέλη, είτε μέσα στο φως, είτε με αστραπές και βροντές στην κορυφή του Όρους Σινά, όπου του παρέδωσε το Νόμο. Στην Κ. Διαθήκη υπενθυμίζουμε το φως της Μεταμορφώσεως του Χριστού, τη λάμψη του οποίου δεν μπόρεσαν να υποφέρουν με τα σωματικά τους μάτια οι Απόστολοι που ήσαν παρόντες, ή ακόμα την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής εν είδη πυρίνων γλωσσών.
Όπως αντιλαμβανόμεθα, η έννοια του φωτός είναι και πολυσήμαντη και βαθιά ριζωμένη στη θρησκευτικότητα της εποχής, κατά την οποία ο Χριστός χρησιμοποιεί αυτές τις παραβολικές εικόνες. Επιπρόσθετα, ο Χριστός περιλαμβάνει στις παραβολικές του εικόνες δύο στοιχεία απαραίτητα για τη ζωή, το άλας και το φως. Τότε που δεν υπήρχε άλλος τρόπος συντηρήσεως των τροφίμων το άλας ήταν το μοναδικό μέσο συντηρήσεως. Εξ άλλου, σήμερα πιθανό να μη μας προκαλεί αίσθηση η εικόνα του φωτός, γιατί έχουμε τη δυνατότητα, χάρη στη σύγχρονη τεχνολογία, να μετατρέπουμε και το σκοτάδι της νύκτας σε φως. Τότε, η μόνη δυνατότητα να διαλύσουν οι άνθρωποι το σκοτάδι της νύκτας, είτε στα σπίτια είτε στους δρόμους, ήταν οι λύχνοι. Για το λόγο αυτό ο Χριστός λέγει ότι, "ουδέ καίουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ' επί την λυχνίαν, και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία".
Διαπιστώσαμε μέχρι τώρα, ότι η εικόνα του φωτός χρησιμοποιείται για το Νόμο της Π. Διαθήκης, για τον ίδιο τον Χριστό, ή είναι συνδεδεμένο με την παρουσία του Θεού, εκτός βέβαια από την πρακτική χρήση και ανάγκη του φωτός στη ζωή μας. Ο Χριστός, όπως διαπιστώνουμε, στη σημερινή ευαγγελική περικοπή χρησιμοποιεί την παραβολική εικόνα του φωτός και για τους μαθητές του.
Είναι δύο οι λόγοι για τους οποίους οι Μαθητές του Χριστού παρομοιάζονται με το φως. Ο πρώτος οφείλεται στη σχέση των μαθητών με τον Χριστό και ο δεύτερος είναι σχετικός με την αποστολή και παρουσία τους στον κόσμο.
α) Οι Ισραηλίτες, επειδή είχαν λάβει το Νόμο στο Σινά από τον Θεό, ένεκα της σχέσεώς τους με το Νόμο, όπως διαπιστώθηκε, είχαν ονομασθεί "φως εθνών". Η ευαγγελική περικοπή είναι απόσπασμα της επί του Όρους Ομιλίας του Χριστού, ο οποίος, ως ο Νέος Μωϋσής, συμπληρώνει και παραδίδει το νέο νόμο της χάριτος του Ευαγγελίου στους Αποστόλους και σε όλους τους ανθρώπους που τον αποδέχονται. Επομένως, αυτοί που δέχονται τον Χριστό και το νόμο του Ευαγγελίου του είναι το φως του κόσμου.
β) Ο Θεός, ο Ιησούς Χριστός είναι η πηγή του φωτός που φωτίζει τις ψυχές, το νου, τη διάνοια και τις καρδιές των ανθρώπων και τους απαλλάσσει από το σκοτάδι της άγνοιας και της αμαρτίας και τους παρέχει το φως της γνώσεως της αλήθειας. «Ο λαός ο καθήμενος εν σκότει είδε φως μέγα, και τοις καθημένοις εν χώρα και σκιά θανάτου φως ανέτειλεν αυτοίς» (Μτ. 4:16). Η αποκάλυψη του φωτός αυτού σημαίνει α) τον τρόπο με τον οποίο αποκαλύπτεται ο Θεός και, β) το ότι ο άνθρωπος γνωρίζει την αλήθεια περί του Θεού και περί του ανθρώπου. θα λέγαμε ότι αυτή είναι η ουσία του Χριστιανισμού, να προσφέρει το φως της αλήθειας. Η αλήθεια δεν είναι απρόσωπη και αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, αλλά είναι ο ίδιος ο Χριστός.
Ο Νόμος του Σινά και το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού είναι λυχνίες που φωτίζουν την πορεία του ανθρώπου. Ο Ψαλμωδός λέγει ότι, "λύχνος τοις ποσί μου ο νόμος σου και φως ταις τρίβοις μου" (Ψαλ. 118:105). Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής παρομοιάζει τις δύο Διαθήκες, την Παλαιά και την Καινή με δύο ελιές από τις οποίες παίρνουμε το λάδι για να γεμίσουμε τη λυχνία της Εκκλησίας, γιατί η Εκκλησία με τη διδασκαλία της φωτίζει τον κόσμο. (βλ. Ερωτήσεις προς Θαλλάσσιον, 63. Cοrpus Christianοrum, 22, σελ.161 εξ.).
Οι μαθητές του Χριστού είναι το φως του κόσμου ένεκα των καλών έργων τους. "Ούτω λαμψάτω το φως ημών έμπροσθεν των ανθρώπων, όπως ίδωσιν υμών τα καλά έργα και δοξάσωσι τον Πατέρα υμών τον εν τοις ουρανοίς". Οι άνθρωποι, εμείς δηλαδή, λαμβάνουμε το φως από τον Θεό, από τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστό και από τις Άγιες Γραφές. Ο Θεός είναι "αυτοφώς" και αποκαλύπτει το φως με την αποκάλυψη μέσω της Αγίας Γραφής. Εμείς είμαστε ετερόφωτοι, γιατί λαμβάνουμε το φως με τη χάρη του Θεού. Πρέπει, όμως, να φανερώνουμε το φως του Θεού στον κόσμο με την πίστη μας και με τα έργα μας. Αν έχουμε αυτά τα διακριτικά της πίστεως και των έργων τότε είμαστε όπως ο λύχνος που τοποθετείται πάνω στο λυχνοστάτη και φωτίζει. Διαφορετικά μεταβαλλόμεθα σε φωτοσβέστες που προτιμούν τα έργα του σκότους και όχι του φωτός.
Οι λόγοι αυτοί του Χριστού έχουν και διαχρονικότητα και συγχρονικότητα. Αναφέρονται και σε όλους εμάς που πρέπει, ως Χριστιανοί, δηλαδή ως ακόλουθοι και μαθητές του Χριστού και μέλη της Εκκλησίας του να αποβούμε το φως του κόσμου με την πίστη και με τα έργα μας που φανερώνουν την ανόθευτη και καθαρή χριστιανική μας ταυτότητα. Και μη νομίσουμε ότι όταν ο Χριστός μιλά περί "κόσμου" εννοεί μία απομακρυσμένη πραγματικότητα και κατάσταση. Ο κόσμος μπορεί να είναι τα άτομα γύρω μας, η οικογένειά μας, ο χώρος της εργασίας μας, η κοινότητά μας, αλλά και όλος ο κόσμος, άνθρωποι και κοινωνίες. Σε όλους αυτούς πρέπει να δώσουμε το φως της αλήθειας, αφού φυσικά, το αποκτήσουμε πρώτοι εμείς.
Είναι, κατά συνέπεια και αυτή η κλήση του Χριστού προς τους Μαθητές του να μεταβληθούν σε φως του κόσμου εξ ίσου σημαντική, γιατί πρέπει να γίνουν μάρτυρες της παρουσίας του Θεού μέσα στον κόσμο, να γίνουν δηλαδή οι ίδιοι "θεοφόροι" και «φωτοφόροι» και να ακτινοβολήσουν την αγάπη, την αγιότητα και τη φιλανθρωπία του Θεού στους ανθρώπους. Σκοπός όλων αυτών είναι να δουν οι άνθρωποι τα καλά έργα των μαθητών, των ακολούθων του Χριστού και να δοξάσουν τον Θεό Πατέρα. Εάν οι άνθρωποι, διακρίνοντας τα καλά έργα των πιστών ακολούθων του Χριστού, δοξάσουν τον Θεό Πατέρα, σημαίνει ότι αποδέχονται και ομολογούν τον αληθινό Θεό, τον Θεό Πατέρα και πιστεύουν στη θεότητα του Υιού του, Ιησού Χριστού, ο οποίος ήλθε στον κόσμο για να καλέσει όλους για τη σωτηρία. Έτσι, επιτυγχάνεται, λοιπόν, ο σκοπός της επί γης παρουσίας του Χριστού.
Θα μπορούσαμε να προβληματισθούμε σήμερα, λαμβάνοντας αφορμή από τους λόγους αυτούς του Χριστού και να διερωτηθούμε: Επήλθε Μπλακ άουτ, συσκότιση δηλαδή του Χριστιανισμού; Μήπως έπαψε ο Χριστιανισμός σήμερα να είναι το φως του κόσμου, ή υπάρχει Μπλακ άουτ, συσκότιση εκ μέρους των Χριστιανών, οι οποίοι είναι κατ’ όνομα Χριστιανοί και δεν είναι κατ’ ουδένα τρόπο το φως του κόσμου, σύμφωνα με την κλήση και την αποστολή τους;
Ο Ρώσος φιλόσοφος Νικόλαος Μπερτιάγιεφ, σε σύντομο δοκίμιό του με τίτλο «Η αξία του Χριστιανισμού και η απαξία των Χριστιανών», αναφέρει το παράδειγμα ενός Εβραίου, ο οποίος, μετά από συζητήσεις με φίλο του Χριστιανό, αποφάσισε να μεταστραφεί στο Χριστιανισμό. Έθεσε, εν τούτοις ένα όρο. Πριν βαπτισθεί να πάει στη Ρώμη για να δει την πραγματική κατάσταση του Χριστιανισμού, ως Εκκλησίας, ως Χριστιανών, εκεί που ευρίσκεται ο πλέον κατά κόσμο διακεκριμένος εκπρόσωπος του Χριστιανισμού, ο Πάπας. Όταν επέστρεψε από τη Ρώμη, ο φίλος του ανησυχούσε, πιστεύοντας ότι θα άλλαζε γνώμη και δεν θα μεταστρεφόταν στο Χριστιανισμό. Εκείνος, αντιθέτως, έκανε το σχόλιο: αν μετά από δύο χιλιάδες χρόνια ιστορίας του Χριστιανισμού, μετά από τόσα σκάνδαλα εκ μέρους των εκπροσώπων του Χριστιανισμού, τη σκανδαλώδη ζωή τους και τόσα άλλα αντίθετα με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, ο Χριστιανισμός συνεχίζει να υπάρχει, είναι απόδειξη ότι είναι αληθινός. Και έτσι, μεταστράφηκε στο Χριστιανισμό.
Ο Χριστιανισμός δεν θα πάψει ποτέ να είναι το φως του κόσμου, γιατί το φως του Θεού δεν οδηγείται ποτέ σε Μπλακ άουτ, σε συσκότιση. Έχουμε τη βεβαιότητα της παροχής του φωτός στη διάρκεια της ιστορίας των δύο χιλιάδων χρόνων του Χριστιανισμού, όχι μόνο με το παράδειγμα των εορταζομένων Αγίων Πατέρων της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, αλλά και με το νέφος των Αγίων που φωτίσθηκαν. Η οποιαδήποτε συσκότιση είναι καθαρά ευθύνη των Χριστιανών, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται στην αποστολή που τους αναθέτει ο Θεός. Ο απόστολος Παύλος λέγει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο: «Ου γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω. ει δε ο ου θέλω εγώ τούτο ποιώ, ουκέτι εγώ κατεργάζομαι αυτό, αλλ’ η οικούσα εν εμοί αμαρτία» (Ρωμ. 7:19-20). Αυτό σημαίνει ότι η αμαρτία είναι βαθιά ριζωμένη στον άνθρωπο και δημιουργεί συσκότιση. Η αμαρτία δεν είναι μία απλή ηθικολογία, αλλά είναι η συνεχής απόρριψη της χάριτος του Θεού που φωτίζει τον άνθρωπο.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει ότι πρέπει να φωτισθούμε πρώτα εμείς οι ίδιοι και μετά να φωτίσουμε τους άλλους, να καθαρθούμε εμείς πρώτα από την αμαρτία και έπειτα να επιχειρήσουμε να καθάρουμε τους άλλους.
Να απευθύνουμε την προσευχή: «Χριστέ, το φως το αληθινόν, το φωτίζον και αγιάζον πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον, σημειωθήτω εφ’ ημάς το φως του προσώπου σου, ίνα εν αυτό οψόμεθα φως το απρόσιτον. Και κατεύθυνον τας διανοίας ημών προς εργασίαν των εντολών σου, πρεσβείαις της αγίας Θεοτόκου και πάντων σου των Αγίων. Αμήν».
2. Χριστός και Νόμος.
Η συνέχεια της περικοπής αποτελεί κατ' αρχήν τοποθέτηση του ίδιου του Χριστού έναντι του Μωσαϊκού Νόμου. Υπήρχε ήδη, φαίνεται, παρεξήγηση για το έργο του Χριστού, ότι δηλαδή "κατέλυσε", κατέστρεψε και καταστρατήγησε ή και κατήργησε το Μωσαϊκό Νόμο, γιατί θεράπευε ασθενείς κατά το Σαββάτου, πράξη που απαγορευόταν από το νόμο, συναναστρεφόταν με τελώνες και αμαρτωλούς και συνέτρωγε μαζί τους κ.ά. Ο Χριστός, όμως, βεβαιώνει κατηγορηματικά, ότι δεν ήλθε για να καταργήσει το νόμο ή τους προφήτες, αλλά να τους "εκπληρώσει". Εδώ είναι που βρίσκεται η καρδία και το νόημα των λόγων και της αποστολής του Χριστού στον κόσμο. Τι σημαίνει, λοιπόν, "ουκ ήλθον καταλύσαι, αλλά πληρώσαι";
Στην Π. Διαθήκη και στην Ιουδαϊκή αντίληψη υπήρχε διάχυτη η πεποίθηση, ότι, όταν ο νόμος λάβει την τελεία εκπλήρωση και εφαρμογή του, ακόμα και στην πιο μικρή του λεπτομέρεια, τότε θα έλθει το τέλος του κόσμου. Αυτή είναι η εσχατολογική ερμηνεία της πληρώσεως του Νόμου και των Προφητών. Πράγματι, ο Χριστός, κηρύσσοντας τη βασιλεία του Θεού έδιδε αυτή τη διάσταση της εσχατολογικής εκπληρώσεως του Νόμου.
Εξ άλλου, το έργο του Χριστού, αλλά και η επί γης παρουσία και αποστολή του ως Μεσσία και Λυτρωτή αποτελούν εκπλήρωση των Προφητειών. Για το λόγο αυτό δεν υπάρχει τίποτα, ούτε ένα γιώτα ούτε μία μικρή κεραία που δεν θα εκπληρωθούν στο πρόσωπο του Χριστού. Εκείνο, όμως, το οποίο προκαλούσε την αντίδραση των ερμηνευτών του Νόμου, Γραμματέων και Φαρισαίων, έναντι της στάσεως του Χριστού, ήταν η ερμηνεία που έκανε ο Χριστός, κατά πολύ διαφορετική από τη δική τους ερμηνεία. Διακρίνει τα ουσιώδη από τα επουσιώδη του νόμου. Διακρίνει τις ανθρώπινες παραδόσεις από τις εντολές του Θεού. Πράγματι, όταν ο Χριστός αναφέρεται στην "πλήρωση" του Νόμου, εννοεί το νόμο του Θεού και όχι τις ανθρώπινες παραδόσεις και συμβατικότητες. Απορρίπτει, δηλαδή, τις ερμηνείες του Νόμου που έκαναν οι νομοδιδάσκαλοι του Ισραήλ και δημιουργούσαν κύκλο απαγορευτικών διατάξεων και υποχρεώσεων που δεν περιείχε ο Μωσαϊκός Νόμος, καθιστώντας το νόμο δυσβάστακτο φορτίο για όσους ήθελαν να τον εφαρμόσουν.
Σε συσχετισμό με όσα ο Χριστός λέγει για τον εαυτό του για το φως και για την εκπλήρωση του νόμου, μπορούμε να πούμε ότι η εκπλήρωση αυτή λαμβάνει τρεις βασικές έννοιες: α) μέχρι την έλευση του Χριστού ο Νόμος του Μωϋσέως αποτελούσε το "φως των εθνών". Με την έλευση του Χριστού, καθίσταται ο ίδιος το φως του κόσμου και παύει αυτή η αποστολή του Μωσαϊκού Νόμου. β) Ο Χριστός δεν καταργεί το Νόμο, αλλά, με την παρουσία του ως φως του κόσμου, εκπληρώνει τις προφητείες του Νόμου. Επομένως, το επί γης έργο του Χριστού στην ολότητά του αποτελεί την εκπλήρωση του Νόμου. γ) Η εκπλήρωση του Νόμου στην εσχατολογική της διάσταση σημαίνει για τον Χριστό την ήδη από τώρα εγκαθίδρυση της βασιλείας του Θεού επί της γης. Ο ίδιος ο Χριστός είναι η πλήρωση του νόμου.
Η πλήρωση του Νόμου είναι το έργο και η αποστολή του Χριστού. Οι Μαθητές, εξ άλλου, έχουν υποχρέωση και καθήκον τηρήσεως του θείου νόμου, καθώς και της διδασκαλίας του προς τους άλλους. Η εφαρμογή και η διδασκαλία του Νόμου εκ μέρους των Μαθητών καθορίζεται επίσης με το λόγιο του Χριστού: "ος δ' αν ποιήση και διδάξη, ούτος μέγας κληθήσεται εν τη βασιλεία των ουρανών". Είναι η διδασκαλία και τα έργα. Είναι ο τρόπος ζωής, ο οποίος πρέπει να συνάδει με το περιεχόμενο των λόγων μας.
Τελούμε σήμερα, λοιπόν, τη μνήμη των 630 Πατέρων της εν Χαλκηδόνι Δ' Οικουμενικής Συνόδου. Η Εκκλησία όρισε τη σημερινή ευαγγελική περικοπή για να μας μεταφέρει το μήνυμα, ότι οι Άγιοι Πατέρες έγιναν πράγματι το άλας και το φως του κόσμου και ότι η διδασκαλία, το έργο και η παραδειγματική τους ζωή ήσαν σύμφωνα με το νόμο του ιερού Ευαγγελίου, γι' αυτό και ανακηρύχθηκαν μεγάλοι από τον Θεό στη Βασιλεία του. Αυτούς καλούμεθα να μιμηθούμε για να φανούμε πιστά και άξια τέκνα τους.
http://www.imconstantias.org.cy/2829.html
---------------------------------------

Κυριακή των Αγίων Πατέρων, Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Αποστ. Ανάγνωσμα: Τιτ. 3,8-15
Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. ῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· Ἀμήν.

Νεοελληνική Απόδοση
Παιδί μου Τίτε, αυτά τα λόγια είναι αξιόπιστα και θέλω να τα βεβαιώνεις με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στο Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι τα καλά και τα χρήσιμα στους ανθρώπους. Από το άλλο μέρος, να αποφεύγεις τις ανόητες αναζητήσεις σε γενεαλογικούς καταλόγους, τις φιλονικίες και τις διαμάχες γύρω από τις διατάξεις του ιουδαϊκού νόμου, γιατί όλα αυτά είναι ανώφελα και μάταια. Τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανερές διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μια δυο φορές, κι αν δεν ακούσει άφησέ τον, με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πια διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν θα σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, έλα το συντομότερο να με συναντήσεις στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω το χειμώνα. Τον Ζηνά το νομικό και τον Απολλώ, να τους εφοδιάσεις πλουσιοπάροχα με ότι χρειάζονται για το ταξίδι τους, ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για ν΄ αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη. Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε τους πιστούς που μας αγαπούν. Η χάρη να είναι μαζί με όλους σας. Αμήν.
Σχολιασμός
Ξεφυλλίζοντας προσεκτικά το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, θα παρατηρήσουμε ότι τρεις Κυριακές το χρόνο είναι αφιερωμένες στη τιμή των αγίων Πατέρων, των Επισκόπων δηλαδή, που συγκρότησαν τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίοι με τη θεολογία τους, τη βιωματική εμπειρία τους και την αγιότητα της ζωής τους κατόρθωσαν να κατατροπώσουν τις διάφορες αιρέσεις, να περιφρουρήσουν την ορθόδοξη πίστη και να διατυπώσουν τα δόγματα και τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.
Η πρώτη, είναι η έβδομη Κυριακή από το Πάσχα (μετά την εορτή της Αναλήψεως), που είναι αφιερωμένη στους τριακόσιους δεκαοκτώ Πατέρες , οι οποίοι συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ και η οποία καταδίκασε τον Άρειο, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είναι κτίσμα και όχι Θεός.
Η δεύτερη, είναι μια Κυριακή του μηνός Ιουλίου και συγκεκριμένα αυτή που θα συμπέσει στις 13 Ιουλίου, ή η πρώτη μετά από την ημερομηνία αυτή. Αυτή η Κυριακή είναι αφιερωμένη στη μνήμη των Πατέρων, που συγκρότησαν τις έξι πρώτες Οικουμενικές Συνόδους. Ειδικότερα όμως αυτή τη μέρα γιορτάζουμε τους πατέρες της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, η οποία εξέδωσε όρο δογματικό περί της υποστατικής ενώσεως (ένωση σ’ ένα πρόσωπο, σε μια υπόσταση) των δύο εν Χριστώ φύσεων «αχωρίστως, αδιαιρέτως, ατρέπτως και ασυγχύτως» και καταδίκασε τον Ευτυχή ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είχε μόνο μία φύση την θεία (η αίρεση μονοφυσιτισμού). Η ανθρώπινη φύση έλεγε ο Ευτυχής, απορροφήθηκε από την θεία και επομένως ο Χριστός υπήρξε μόνο Θεός και φαινομενικώς άνθρωπος.
Η τρίτη Κυριακή είναι μέσα στο μήνα Οκτώβριο και συγκεκριμένα αυτή που θα συμπέσει στις 11 του μηνός ή η πρώτη μετά την ημερομηνία αυτή, η οποία είναι αφιερωμένη στη μνήμη των Πατέρων της Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 787 μ.Χ. όταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Ταράσιος και στον αυτοκρατορικό θρόνο βρισκόταν η Ειρήνη η Αθηναία, ως επίτροπος του γιου της Κωνσταντίνου του Στ΄.
Με την καθιέρωση αυτή, η Εκκλησία αποδίδει την προσήκουσα τιμή στους Αγίους Πατέρες. Εκτός από τους επισκόπους, είναι και άλλοι στη Εκκλησία ιεροί άνδρες, πρεσβύτεροι, διάκονοι, ακόμα και απλοί μοναχοί που ξεχωρίζουν για την ορθόδοξη διδασκαλία και για την αγιότητα του βίου τους- θεωρούνται κι αυτοί πατέρες της Εκκλησίας.
Το αποστολικό ανάγνωσμα της πρώτης Κυριακής (Α΄ Οικ. Σύνοδος) είναι παρμένο από τις Πράξεις των Αποστόλων (Πράξ. 20. 16-18, 28-36). Το αποστολικό ανάγνωσμα των άλλων δυο Κυριακών είναι το ίδιο και είναι παρμένο από την προς Τίτον επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Τιτ. 3,8-15). Η επιστολή αυτή μαζί με τις δύο επιστολές προς Τιμόθεο διαφέρουν από τις υπόλοιπες επιστολές του αποστόλου Παύλου σε δύο σημεία: α) δεν απευθύνονται προς Εκκλησίες αλλά προς συγκεκριμένα πρόσωπα και β) τα θέματα με τα οποία ασχολούνται έχουν να κάνουν με τους ποιμένες και το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό ονομάζονται και ποιμαντικές επιστολές. Η επιλογή λοιπόν του συγκεκριμένου αναγνώσματος δεν είναι τυχαία, γιατί ο ποιμαντικός χαρακτήρας της επιστολής ταιριάζει απόλυτα προς τη μνήμη των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι υπήρξαν ποιμένες της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος συνιστά στον Τίτο, Επίσκοπο Κρήτης, και κατ΄ επέκταση σε όλους τους ποιμένες της Εκκλησίας, πώς να εργάζονται και να φροντίζουν ποιμαντικά τους πιστούς ανθρώπους.
Κύριο θέμα της περικοπής είναι η προτροπή για καλά έργα. Με πολύ απλές προτάσεις μας δείχνει πως συνδέεται η πίστη με την καθημερινή πράξη. Δύο βασικά στοιχεία ζητά ο απόστολος Παύλος όχι μόνο από τον μαθητή του Τίτο άλλα και από κάθε πιστό της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα όσους κατέχουν εξουσίες: τα καλά έργα και τα ωφέλιμα λόγια. Και μάλιστα σε μια εποχή όπως η σημερινή, που οι άνθρωποι έχουν κουραστεί από τα πολλά λόγια που δεν έχουν αντίκρισμα, αυτή η προτροπή είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρη, θέτοντας τον καθένα ξεχωριστά προ των ευθυνών του. Επηρεασμένοι από το πνεύμα της εποχής, λέμε λόγια, χωρίς να κάνουμε έργα. Εύκολα κρίνουμε, δύσκολα θέλουμε να κουραστούμε και να εργασθούμε σε έργα αγάπης και διακονίας. Ο θεόπνευστος Απόστολος όμως, μας ζητά ακριβώς το αντίθετο: λίγα λόγια και πολλά έργα. «Αφήστε τις ατελείωτες συζητήσεις για πράγματα ανούσια ή και αμαρτωλά, και πρωτοστατήστε των καλών έργων». Να τα επιτελούμε όχι αναγκαστικά, αλλά με ζήλο και αυταπάρνηση. Χωρίς να περιμένουμε όσους έχουν ανάγκη, να ζητήσουν τη βοήθεια μας. Αλλά να επιζητούμε οι ίδιοι ευκαιρίες. Κάποιοι υποφέρουν, άλλοι πεινούν, κάποιοι ανήμποροι θέλουν συμπαράσταση, κάποιοι μοναχικοί την παρηγοριά μας. Άλλοι απογοητεύονται στις μακροχρόνιες αρρώστιες τους και άλλοι απελπίζονται από τα βάσανα της ζωής. Να ψάξουμε να βρούμε τους ανθρώπους που χρειάζονται την αγάπη και τη στήριξη μας. Έτσι θα πλουτίσει η ζωή μας με καρπούς αρετής και θα πλημμυρίσει η καρδιά μας από ειρήνη και ανάπαυση.
Προχωρώντας πιο κάτω στην επιστολή του ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει στην αποφυγή των ανόητων συζητήσεων και την ενασχόληση μας με διάφορους γενεαλογικούς καταλόγους, καθώς και με διαμάχες γύρω από το Νόμο. Η ενασχόληση με αυτές τις συζητήσεις προκαλούσε συγκρούσεις μεταξύ των ατόμων που συμμετείχαν σ’ αυτές. Παρόμοια προτροπή απευθύνει ο Απόστολος Παύλος και προς το μαθητή του Τιμόθεο: «μηδέ προσέχειν μύθοις και γενεαλογίαις απεράντοις, αίτινες ζητήσεις παρέχουσι μάλλον ή οικονομίαν Θεού την εν πίστει» (Α΄ Τιμοθ. 1, 4). Η ενασχόληση με αυτά τα ζητήματα αποτελεί καθαρή ματαιοπονία η οποία όχι μόνο δεν ωφελεί αυτούς που συμμετέχουν, αλλά και τους ζημιώνει. Τους ζημιώνει, γιατί τους ρίχνει στο πάθος της αργολογίας, οδηγώντας τους στη ραθυμία και την ακηδία στα πνευματικά. Δεν τους αφήνει να αναπτυχθούν πνευματικά και να καλλιεργήσουν τις πνευματικές αρετές.
Κατόπιν ο απόστολος Παύλος τονίζει προς το μαθητή του Τίτο τη στάση που πρέπει να έχει ως ποιμένας απέναντι στους αιρετικούς. «αιρετικόν άνθρωπον, μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (στ.10). Συμβουλή με βαθύτατο περιεχόμενο. Οι αιρετικοί, από ανέκαθεν ήταν επικίνδυνοι. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τους αιρετικούς σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: είναι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σ’ ένα αιρετικό περιβάλλον. Οι άνθρωποι αυτοί αν έχουν καλή προαίρεση θα τους δώσει ο Θεός την ευκαιρία ν’ ανανήψουν, και σύμφωνα με τις ευχές που διαβάζουμε τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου ζητώντας από το Θεό «να επανάγει τους πεπλανημένους», να επανέλθουν στη ορθή πίστη. Η δεύτερη κατηγορία είναι των ημιμαθών, των ανθρώπων εκείνων που αγνοούν τις αλήθειες του ευαγγελίου, κι επομένως προσηλώνονται στους αιρετικούς, οι οποίοι διαστρεβλώνουν τα λόγια της Αγίας Γραφής και του Ευαγγελίου. Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία των εσκεμμένα διαστρεβλωτών του λόγου του Θεού και της αλήθειας. Σ’ αυτή τη κατηγορία κατατάσσονται άνθρωποι που επειδή ο Θεός τους έδωσε μερικά χαρίσματα λόγου χάρη εξυπνάδα, ευστροφία κ.α σκέφτηκαν ότι μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα και να εξηγήσουν τα πάντα. Έτσι ενώ δέχτηκαν αυτά τα δώρα του Θεού, τα οικειοποιήθηκαν και στη συνέχεια πίστεψαν ότι είναι δική τους ενέργεια. Γι' αυτό και ο Απόστολος συνιστά να είμαστε πολύ προσεκτικοί απέναντι όσων αντιστρατεύονται την ορθή διδασκαλία. Και αυτό, διότι και τότε οι άνθρωποι αυτοί δημιουργούσαν σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία, και σήμερα νοθεύουν με δικές τους επινοήσεις και με αποκυήματα της φαντασία τους, την ορθή αποστολική πίστη.
Χρέος κάθε ποιμένα είναι να νουθετήσει τον αιρετικό άνθρωπο μια και δύο φορές προς την ορθή πίστη. Αν δεν πεισθεί και παραμείνει αμετακίνητος στις αιρετικές του απόψεις, τότε πρέπει να παραιτηθεί ο ποιμένας από αυτή του την προσπάθεια και να τον αφήσει. Αυτό δεν το κάνει ο ποιμένας γιατί έχει βαρεθεί να του λεει την αλήθεια, αλλά το κάνει επειδή η άρνηση του να δεχθεί την αλήθεια και να επιστρέψει στην ορθή πίστη φανερώνει την πώρωση και τη διαστροφή, αλλά και το υπερήφανο πνεύμα από το οποίο είναι κυριευμένος ο αιρετικός. Η αίρεση αποτελεί τη χειρότερη αμαρτία, γιατί οδηγεί τον αιρετικό άνθρωπο, αν δεν μετανοήσει, στον πνευματικό θάνατο, που είναι η αποκοπή του από το σώμα της Εκκλησίας. Αν εμβαθύνουμε στην ουσία της προτροπής, βλέπουμε πράγματι ότι οι αιρετικοί κατά κανόνα, δεν μετανοούν. Και αυτή η αμετανοησία, οφείλεται διότι συσκοτίζεται ο νους τους από τον εωσφορικό εγωισμό, ο οποίος και λειτουργεί διασπαστικά για την όλη προσωπικότητα. Αποτέλεσμα είναι το να μη μπορούν κατ’ αρχή να δουν και να αντιληφθούν την πλάνη τους, και στην συνέχεια να ζητήσουν την θεραπεία από την Εκκλησία, που στην περίπτωση αυτή λειτουργεί ως πνευματικό «κέντρο υγείας» και κατόπιν ως ασφαλές θεραπευτήριο, αποκαθιστώντας τελείως την πνευματική υγεία στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου.
Πιστός ο λόγος του Θεού λοιπόν, αληθινός, αξιόπιστος, γι’ αυτό και μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όταν η πλάνη και η αμαρτία είναι αποτέλεσμα άγνοιας και λήθης του Θεού, υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες ν’ αναστραφεί και ν’ αποκατασταθεί η αλήθεια. Αρκεί να υπάρχει διάθεση και πρόθεση. Από τη άλλη πλευρά το κριτήριο της πνευματικότητας, και της γνησιότητας της πίστης μας είναι τα έργα μας. Τα καλά έργα είναι ο καρπός της πίστης και ο Απόστολος Παύλος τα χαρακτηρίζει «καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις». Κατά μία άλλη ερμηνεία το «καλά» σημαίνει αρεστά στο Θεό. Ο Θεός ευαρεστείται όταν ο πιστός άνθρωπος δίνει μαρτυρία αγάπης, όταν διακονεί στο όνομα του Ιησού Χριστού τον πάσχοντα και εμπερίστατο αδελφό του. Όταν γίνονται μέσα στη σιωπή και στην ανωνυμία της αγάπης, είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος που «βασιλεύει» μέσα μας. Όταν αντίθετα αποβλέπουν σε διευθέτηση σκοπιμοτήτων, στερούνται της σφραγίδας του Πνεύματος και φανερώνουν την σκοτεινότητα και ακαταστασία της καρδιάς μας. Καλούμαστε όλοι στο όνομα του Ιησού Χριστού να δώσουμε στο σύγχρονο κόσμο μας τη μαρτυρία της αγάπης, των καλών έργων, της πίστης και της ελπίδας στο Θεό.
http://www.imconstantias.org.cy/2827.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 25 Ιούλ 2016, 01:54

Κυριακή Ε΄Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. 8,28 – 9,1
28. Και ελθόντι αυτώ εις το πέραν εις την χώραν των Γεργεσηνών υπήντησαν αυτώ δύο δαιμονιζόμενοι εκ των μνημείων εξερχόμενοι, χαλεποί λίαν, ώστε μη ισχύειν τινά παρελθείν δια της οδού εκείνης. 29. Και ιδού έκραξαν λέγοντες• τι ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς; 30. Ην δε μακράν απ΄ αυτών αγέλη χοίρων πολλών βοσκομένη. 31. Οι δε δαίμονες παρεκάλουν αυτόν λέγοντες• ει εκβάλλεις ημάς, επίτρεψον ημίν απελθείν εις την αγέλην των χοίρων. 32. Και είπεν αυτοίς• υπάγετε. Οι δε εξελθόντες απήλθον εις την αγέλην των χοίρων• και ιδού ώρμησε πάσα η αγέλη των χοίρων κατά του κρημνού εις την θάλασσαν και απέθανον εν τοις ύδασιν. 33. Οι δε βόσκοντες έφυγον, και απελθόντες εις την πόλιν απήγγειλαν πάντα και τα των δαιμονιζομένων. 34. Και ιδού πάσα η πόλις εξήλθεν εις συνάντησιν τω Ιησού, και ιδόντες αυτόν παρεκάλεσαν όπως μεταβή από των ορίων αυτών. 9,1. Και εμβάς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ιδίαν πόλιν.

Απόδοση
Όταν έφτασε στην απέναντι όχθη, στην περιοχή των Γεργεσηνών, τον συνάντησαν δύο δαιμονισμένοι που έρχονταν από τα μνήματα, τόσο φοβεροί, που κανένας δεν τολμούσε να περάσει από κείνον το δρόμο. Και με κραυγές του είπαν: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ΄εμάς Υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ για να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;» Μακριά απ΄ αυτούς έβοσκε ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους. Και οι δαίμονες τον παρακαλούσαν λέγοντας: «Αν είναι να μας διώξεις, άφησέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων». Και εκείνος τους είπε: «Πηγαίνετε». Αυτοί βγήκαν και πήγαν στο κοπάδι των χοίρων. Και όλο το κοπάδι των χοίρων όρμησε και γκρεμίστηκε στη λίμνη και πνίγηκαν μέσα στα νερά. Τότε οι βοσκοί έφυγαν, πήγαν στην πόλη και ανάγγειλαν όλα τα συμβάντα και ό,τι έγινε με τους δαιμονισμένους. Βγήκε τότε όλη η πόλη να συναντήσει τον Ιησού, κι όταν τον είδαν, τον παρακάλεσαν να φύγει από την περιοχή τους. Ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του.

Η θεραπεία των δαιμονισμένων στα Γάδαρα
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή μας περιγράφει το θαύμα της απαλλαγής από τους δαίμονες των δυο δαιμονισμένων ανθρώπων που συναντά στην πορεία του ο Ιησούς Χριστός. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος τοποθετεί χρονικά το θαύμα αυτό αμέσως μετά την κατάπαυση της τρικυμίας και την επιβολή στα στοιχεία της φύσης από τον Ιησού Χριστό. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τον θαυμασμό των μαθητών και την έκφραση της απορίας εκ μέρους τους: «ποταπός εστίν ούτος, ότι και οι άνεμοι και η θάλασσα υπακούουσιν αυτώ;» (Ματθ.8,27).
Η συσχέτιση των δυο θαυμάτων δεν είναι τυχαία. Με την κατάπαυση της τρικυμίας ο Ιησούς Χριστός φανερώνει την εξουσία του πάνω στα στοιχεία της φύσης, με τη θεραπεία των δαιμονισμένων φανερώνει και την εξουσία του πάνω στα υπερφυσικά στοιχεία, στα πονηρά πνεύματα. Εξάλλου η μετάβαση του Ιησού Χριστού από την Καπερναούμ στη χώρα των Γεργεσηνών είναι ιδιαίτερα σημαντική γιατί φανερώνει την έξοδο από τον κλειστό χώρο των ιουδαϊκών εδαφών και το άνοιγμα του μηνύματος του ευαγγελίου του στον εθνικό – ειδωλολατρικό κόσμο. Το ευαγγέλιο και κατεπέκταση το έργο της Εκκλησίας του Ιησού Χριστού λαμβάνει οικουμενικό και πανανθρώπινο χαρακτήρα.
Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν μαζί με τους μαθητές του αποβιβάζονται από το πλοίο και πορεύονται μέσα στη χώρα των Γεργεσηνών, οπότε και συναντούν τους δυο δαιμονισμένους, που κατοικούσαν μέσα στα μνήματα και αποτελούσαν κίνδυνο και φόβο για τους διερχομένους. Όταν οι δαιμονισμένοι αντίκρυσαν τον Ιησού Χριστό άρχισαν να φωνάζουν: ««Τι δουλειά έχεις εσύ μ΄εμάς Υιέ του Θεού; Ήλθες εδώ για να μας βασανίσεις πριν την ώρα μας;». Φυσικά εκείνη τη στιγμή δεν μιλούσαν οι ταλαίπωροι εκείνοι άνθρωποι, αλλά τα δαιμόνια που είχαν μέσα τους. Τα δαιμόνια αναγνώρισαν τη θεϊκή ιδιότητα του Ιησού Χριστού γι αυτό και τον παρακαλούσαν: «Αν είναι να μας διώξεις, άφησέ μας να πάμε στο κοπάδι των χοίρων». Ο Ιησούς Χριστός τους επιτρέπει να πάνε στο κοπάδι των χοίρων που έβοσκε εκεί κοντά και τότε όλο το κοπάδι έπεσε μέσα στη θάλασσα και καταποντίστηκε. Οι ιδιοκτήτες του κοπαδιού, φοβισμένοι προφανώς πήγαν μέσα στην πόλη και διηγήθηκαν τα γεγονότα, οπότε όλος ο λαός βγήκε από την πόλη για να συναντήσει τον Ιησού Χριστό και να τον παρακαλέσει να φύγει από τις περιοχές του. Πράγμα το οποίο και έγινε: «ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του».
Η διήγηση της περικοπής αυτής περιέχει δυο βασικές αντιθέσεις. Από τη μια είναι τα πονηρά πνεύματα που αναγνωρίζουν τη θεότητα του Ιησού Χριστού και τον παρακαλούν να τους λυπηθεί και να μην τους καταστρέψει και από την άλλη είναι οι κάτοικοι της περιοχής εκείνης που αρνούνται να Τον δεχτούν. Τα πονηρά πνεύματα είχαν την επίγνωση της δύναμης και εξουσίας του Ιησού Χριστού αλλά και της αιώνιας καταδίκης τους κατά τους εσχάτους καιρούς, αυτό μαρτυρεί και η φράση τους: «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;». Η αντίληψη αυτή επικρατούσε ευρύτερα, όχι μόνο δηλαδή στον ιουδαϊκό κόσμο, αλλά και στον εθνικό, ότι δηλαδή κάποτε θα έλθει ο Μεσσίας για να απαλλάξει τους ανθρώπους από την δουλεία των πονηρών πνευμάτων. Με τη θεραπεία λοιπόν των δαιμονισμένων ο Ιησούς Χριστός αποδεικνύει, ότι είναι ο Μεσσίας και Λυτρωτής του κόσμου, γι αυτό και εκδιώκει τα πονηρά πνεύματα και ανοίγει το δρόμο στους μαθητές του για τον ευαγγελισμό της οικουμένης.
Από την άλλη πλευρά θα ανέμενε κανείς, ότι οι κάτοικοι των περιοχών αυτών θα δέχονταν με ενθουσιασμό τον Ιησού Χριστό, αφού απάλλαξε δυο συμπατριώτες τους από τη δουλεία των πονηρών πνευμάτων. Ωστόσο Του ζητούν να φύγει αμέσως από τις περιοχές τους. Παρόλο που έχουν μπροστά τους το θαύμα, εντούτοις αδυνατούν να πιστέψουν στον Ιησού Χριστό και να τον δεχτούν ως Μεσσία και Λυτρωτή τους. Φαίνεται ότι πιο πολύ τους ενόχλησε η απώλεια των χοίρων, που εξάλλου δεν επιτρεπόταν από τον Μωσαϊκό νόμο, παρά τους χαροποίησε η θεραπεία των δυο συμπατριωτών τους. Κατά τον τρόπο αυτό απέδειξαν ότι μπορεί μεν εκείνοι να μην κατέχονταν από πονηρά πνεύματα, όμως η ζωή και τα έργα τους ήταν αντίθετα με το θέλημα του Θεού, ενώ ταυτόχρονα δεν είχαν και τη διάθεση να αλλάξουν τρόπο ζωής, να μετανοήσουν και να δεχτούν τη λυτρωτική παρουσία του Μεσσία.
Εντύπωση προκαλεί ωστόσο το γεγονός ότι ο Ιησούς Χριστός, ακούει το αίτημα των δαιμόνων και εκπληρώνει την επιθυμία τους, επιτρέποντάς τους να εισέλθουν στο κοπάδι των χοίρων. Οι δαίμονες είναι πονηρά και ακάθαρτα πνεύματα, που αντιστρατεύονται το θέλημα του Θεού και επιχειρούν να οδηγήσουν τον άνθρωπο, το κατεξοχήν δημιούργημα του Θεού, την εικόνα του Θεού στην αμαρτία και ακαθαρσία. Κατά την ιουδαϊκή αντίληψη οι χοίροι ήταν ακάθαρτα ζώα, γι αυτό και οι ακάθαρτοι δαίμονες καταποντίστηκαν μαζί με αυτούς μέσα στη θάλασσα και άφησαν ελεύθερους τους ανθρώπους. Τα δαιμόνια όσο βρίσκονταν μέσα στους δυο ταλαίπωρους ανθρώπους τους οδηγούσαν στον πνευματικό θάνατο και τους εγκαθίδρυσαν μέσα στα μνήματα, τώρα οι ακάθαρτοι δαίμονες με τους ακάθαρτους χοίρους οδηγήθηκαν στην απώλεια. Κατά μια άλλη ερμηνεία ο Ιησούς Χριστός επιτρέπει στους δαίμονες να εισέλθουν στο κοπάδι των χοίρων και να καταποντιστούν, για να διδάξει τους ανθρώπους ότι παρά τη δύναμη και κακουργία που διαθέτουν, εντούτοις δεν έχουν το δικαίωμα ούτε καν στους χοίρους να κάνουν κακό, εαν αυτό δεν το επιτρέψει ο Θεός, πόσο μάλλον στους ανθρώπους. Ο Θεός επιτρέπει στους δαίμονες να πειράζουν τους ανθρώπους μέχρι ενός σημείου. Ο Θεός δεν επιτρέπει να δαιμονοποιείται ο κόσμος ή να δαιμονοκρατείται.
Μια τέτοια αντίληψη και θεωρία του κόσμου επιχειρείται να επικρατήσει σήμερα από πολλούς και δυστυχώς και από πνευματικούς και εκκλησιαστικούς ανθρώπους. Κάθε νέο επίτευγμα της τεχνολογίας, κάθε νέα θεωρία της επιστήμης, κάθε πρωτοποριακή ιδέα εύκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως «δαιμονική». Κάθε τι το νέο πρέπει, κατά την αντίληψη ορισμένων, να κρύβει πίσω την παρουσία, ενέργεια και απειλή του διαβόλου. Έτσι φθάνουμε στο σημείο εμείς οι ίδιοι να δίνουμε στο διάβολο εξουσίες που δεν έχει. Ο Ιησούς Χριστός με το θαύμα της σημερινής ευαγγελικής περικοπής ξεκαθαρίζει το τοπίο. Ο διάβολος έχει μεν εξουσία και δύναμη, αλλά περιορισμένη και παροδική. Είναι «κοσμοκράτωρ του αιώνος τούτου» αλλά όχι παντοκράτωρ! Τον πρώτο και τελευταίο λόγο τον έχει ο Θεός. Η εξουσία και η δύναμη του διαβόλου περιορίζεται στο σημείο που ο Θεός του επιτρέπει να πειράξει τους ανθρώπους για την παιδαγωγία τους. Το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνο του δίκαιου Ιώβ. Ο Ιησούς Χριστός ήλθε για να καταργήσει το κράτος και την εξουσία του διαβόλου. Η ζωντανή και αληθινή σύνδεσή μας με τον Ιησού Χριστό σημαίνει και τη λήξη της όποιας εξουσίας του διαβόλου στη ζωή μας, όπως συνέβη και με τους δυο ανθρώπους της σημερινής ευαγγελικής περικοπής. Ο άνθρωπος που πιστεύει πραγματικά στον Ιησού Χριστό δεν έχει να φοβηθεί καμία δαιμονική ενέργεια. Ο πιστός άνθρωπος περιμένει την τελική επικράτηση της Βασιλείας του Θεού που θα σημάνει και την οριστική και τελειωτική καταδίκη της όποιας δύναμης των πονηρών πνευμάτων.
http://www.imconstantias.org.cy/2838.html
------------------------------

Κυριακή Ε' Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Ρωμ. 10, 1-10
Αδελφοί, η μεν ευδοκία της εμής καρδίας και η δέησις η προς τον Θεόν υπέρ του Ισραήλ εστίν εις σωτηρίαν• μαρτυρώ γαρ αυτοίς ότι ζήλον Θεού έχουσιν, αλλ΄ ου κατ' επίγνωσιν. Αγνοούντες γαρ την του Θεού δικαιοσύνην, και την ιδίαν δικαιοσύνην ζητούντες στήσαι, τη δικαιοσύνη του Θεού ουχ υπετάγησαν. Τέλος γαρ νόμου Χριστός εις δικαιοσύνην παντί τω πιστεύοντι. Μωυσής γαρ γράφει την δικαιοσύνην την εκ του νόμου, ότι «ο ποιήσας αυτά άνθρωπος ζήσεται εν αυτοίς»˙ η δε εκ πίστεως δικαιοσύνη ούτω λέγει˙ «Μη είπης εν τη καρδία σου, τις αναβήσεται εις τον ουρανόν;». Τουτ’ έστι Χριστόν καταγαγείν˙ ή «τις καταβήσεται εις την άβυσσον;». Τουτ’ έστι Χριστόν εκ νεκρών αναγαγείν. Αλλά τι λέγει; «Εγγύς σου το ρημά έστιν, εν τω στόματί σου και εν τη καρδία σου»˙ τουτ’ έστι το ρήμα της πίστεως ο κηρύσσομεν. Οτι εάν ομολογήσης εν τω στόματί σου Κύριον Ιησούν, και πιστεύσης εν τη καρδία σου ότι ο Θεός αυτόν ήγειρεν εκ νεκρών, σωθήση˙ καρδία γαρ πιστεύεται εις δικαιοσύνην, στόματι δε ομολογείται εις σωτηρίαν.

Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, η σφοδρή επιθυμία της καρδιάς μου και η δέηση μου στον Θεό είναι να οδηγηθούν οι Ιουδαίοι στη σωτηρία. Μπορώ να σας βεβαιώσω πως έχουν ζήλο Θεού, αλλά χωρίς τη σωστή γνώση. Γι αυτό, στην πράξη αγνοούν το γεγονός πως μόνο ο Θεός μπορεί να δικαιώσει τον άνθρωπο, και προσπαθούν με κάθε τρόπο να διακαιωθούν με τα έργα τους. Το αποτέλεσμα είναι πως δεν αποδέχτηκαν τη δικαίωση που προσφέρει ο Θεός μέσω του Χριστού. Γιατί ο Χριστός είναι το τέλος του νόμου, αφού εκπληρώνει τον σκοπό του, δίνοντας της σωτηρία σ´ όποιον πιστεύει. Ο Μωυσής γράφει για τη δικαίωση που προέρχεται από τον νόμο, ότι όποιος πράττει σύμφωνα με τις εντολές του νόμου, θα βρει σ´ αυτές τη ζωή. Για τη δικαίωση όμως που πηγάζει από την πίστη, λέει, Μην αναρωτηθείς , ποιός μπορεί ν´ ανέβει στον ουρανό, για να κατεβάσει δηλαδή τον Χριστό. Ούτε να πεις, ποιός μπορεί να στον άδη, για ν´ ανεβάσει δηλαδή τον Χριστό από τους νεκρούς. Αλλά τι λέει, Κοντά σου είναι ο λόγος, στο στόμα σου και στη καρδιά σου, και εννοεί τον λόγο της πίστεως που κηρύττουμε. Αν ομολογήσεις με το στόμα σου πως ο Ιησούς είναι ο Κύριος και πιστέψεις με την καρδιά σου πως ο Θεός τον ανέστησε από τους νεκρούς, θα βρεις τη σωτηρία. Πραγματικά, όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση, κι όποιος ομολογεί με το στόμα, οδηγείται στη σωτηρία.

Σχολιασμός
Το αποστολικό ανάγνωσμα που αναγινώσκεται την 5η Κυριακή του Ματθαίου είναι παρμένο από το 10ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Μέσα από αυτό ο Απόστολος Παύλος προσπαθεί να πείσει τους Ισραηλίτες, ότι η σωτηρία δεν προέρχεται από την τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου, αλλά από την πίστη στον Ιησού Χριστό. Συγκεκριμένα λέει προς τους Ρωμαίους ότι η μεγάλη επιθυμία της καρδίας του και η δέηση του προς το Θεό είναι να οδηγηθούν προς τη σωτηρία οι Ισραηλίτες. Ο ίδιος όντας Ισραηλίτης και πιστός τηρητής του Μωσαϊκού Νόμου πριν τη μεταστροφή του στο Χριστιανισμό, διαβεβαιώνει ότι έχουν ζήλο Θεού χωρίς όμως να έχουν τη σωστή γνώση. Έτσι αγνοούν στην πράξη το γεγονός, ότι μόνο ο Θεός μπορεί να δικαιώσει τον άνθρωπο και προσπαθούν να δικαιωθούν με βάση τα έργα τους. Ως αποτέλεσμα αυτού ήταν η μη αποδοχή της σωτηρίας που προσφέρει ο Θεός μέσω του Ιησού Χριστού. Ο Ιησούς Χριστός αποτελεί το τέλος του Νόμου, αφού μέσω του εκπληρώνεται ο σκοπός του Νόμου που είναι η σωτηρία. Την σωτηρία την χαρίζει ο Ιησούς Χριστός σε οποίον πιστεύει σ’ αυτόν.

Συνεχίζοντας ο Απόστολος Παύλος για να στηρίξει αυτά που λέει επικαλείται το Μωυσή, ο οποίος γράφει ότι για τη δικαίωση που προέρχεται από το Νόμο. Όποιος πράττει σύμφωνα με τις εντολές του Νόμου θα βρει τη ζωή σ’ αυτές. Γιατη δικαίωση όμως που προέρχεται από την πίστη τους λέει να μην αναρωτηθούν στην καρδία τους ποιός μπορεί να ανέβει στον ουρανό για να κατεβάσει το Χριστό, ούτε να πουν ποιός μπορεί να κατέβει στον Άδη για να ανεβάσει τον Χριστό από τους νεκρούς. Αλλά τι τους λέει; Τους λέει ότι είναι κοντά τους ο λόγος στο στόμα τους και στην καρδία τους, εννοώντας τον λόγο της πίστης τον οποίο κηρύττουμε. Όταν ομολογήσεις με το στόμα σου ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Κύριος και με την καρδιά σου πιστέψεις ότι ο Θεός τον έχει αναστήσει από τους νεκρούς, τότε θα βρεις τη σωτηρία. Γιατί πραγματικά όποιος πιστεύει με την καρδιά του, οδηγείται στη δικαίωση και όποιος ομολογεί με το στόμα του οδηγείται στη σωτηρία.
Ο μεγάλος ζήλος που επιδείκνυαν οι Ισραηλίτες προς το Θεό αναγνωρίζεται και επαινείται από τον Απόστολο Παύλο, αλλά ταυτόχρονα διευκρινίζεται, ότι ο ζήλος αυτός είναι χωρίς επίγνωση. Και είναι χωρίς επίγνωση γιατί οι ίδιοι αρνούνταν να κατανοήσουν σωστά το Νόμο και να οδηγηθούν στη σωτηρία. Προσπαθούσαν μέσω της πιστής εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου να πετύχουν την δικαίωση, ξεχνώντας ή παραγνωρίζοντας ότι η δικαίωση προέρχεται από τον Θεό ως δωρεά. Η εξωτερική και επιφανειακή τήρηση του Νόμου τους κρατά μακριά από τη χάρη του Θεού.
Οι εντολές που δόθηκαν από τον Θεό στους ανθρώπους φανερώνουν την αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο και δόθηκαν για να καταστούν σημείο κοινωνίας μεταξύ του Θεού και των ανθρώπων μετά την πτώση. Η αυτονόμηση του Νόμου από τον Θεό και η χρήση του ως μιας νομοθεσίας, όπως υπάρχει σε κάθε λαό δεν προετοιμάζει τον άνθρωπο για να φτάσει στην σωτηρία. Αντίθετα οι εντολές που δόθηκαν στο νόμο δεν έχουν ως σκοπό την καταναγκαστική εφαρμογή τους, αλλά την αγαπητική αποδοχή τους εκ μέρους των ανθρώπων, έτσι ώστε να φτάσουν στη σωτηρία. Ο άνθρωπος όταν εφαρμόζει τις εντολές του Θεού πρέπει να πλημμυρίζεται ολόκληρη η ύπαρξη του. Η οποιαδήποτε προσπάθεια του ανθρώπου να δικαιωθεί μέσα από τα έργα του Νόμου φανερώνει την εγωϊστική του διάθεση να φτάσει στη δικαίωση χωρίς τη πίστη στο Χριστό που αποτελεί το τέλος και τον σκοπό του Νόμου.
Λέγοντας πίστη δεν εννοούμε την αναγνώριση ορισμένων θρησκευτικών και ηθικών αληθειών αλλά αναφερόμαστε στο θεανθρώπινο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αναφερόμαστε στη σάρκωση, τον θάνατο και την ανάσταση του Κυρίου. Ο περιορισμός της πίστης σε μερικές αλήθειες και έργα περιορίζει την πίστη στα αισθητά όπως έκαναν και οι Ισραηλίτες με αποτέλεσμα να μην οδηγούμαστε στη σωτηρία. Οι άγιοι που τιμούμε μέσα στην Εκκλησία ομολόγησαν τον Χριστό θυσιάζοντας και τη ζωή τους ακόμη. Η αληθινή πίστη του Χριστιανού ξεκινά με την πίστη στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού και ολοκληρώνεται με την κοινωνία και την ένωση μαζί του. Ως αποτέλεσμα αυτής της πίστης, έρχεται ως επακόλουθο η τήρηση των εντολών του Θεού και τα καλά έργα.
Για να στηρίξει αυτά που λέει ο Απόστολος Παύλος για την πίστη, παραπέμπει στο Μωυσή. Αυτά που έλεγε ο Μωυσής για τις εντολές του Νόμου, ο Απόστολος Παύλος τ αποδίδει στη πίστη. Η σωτηρία η οποία προέρχεται από την πίστη στον Ιησού Χριστό είναι πλέον κατορθωτή σε αντίθεση με την δικαίωση που προέρχεται από την πλήρη τήρηση των εντολών του Νόμου, μιας και κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να τηρήσει ολόκληρο το Νόμο. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει και το ότι τα όρια και οι δυνατότητες του Νόμου εστιάζονται στην προκοπή του ανθρώπου, στην εδώ ζωή του. Η σωτηρία που προέρχεται από την πίστη στον Ιησού Χριστό λαμβάνει εσχατολογική διάσταση, επεκτείνεται και μετά τον θάνατο, στη αιωνιότητα. Έτσι δεν χρειάζεται να σκεφτεί κανείς ποιός μπορεί ν’ ανέβει στον ουρανό για να κατεβάσει τον Χριστό ή ποιός μπορεί να κατέβει στον Άδη για ν’ ανεβάσει τον Χριστό από τους νεκρούς. Η πίστη βγαίνει μέσα από την καρδία του ανθρώπου χωρίς να χρειάζεται να περάσει μέσα από την ανθρώπινη λογική.
Με βάση τα όσα μας εξέθεσε ο Απόστολος Παύλος στη σημερινή αποστολική περικοπή γίνεται κατανοητό ότι η σωτηρία προέρχεται μέσα από την πίστη στον Ιησού Χριστό. Η πίστη αυτή αποτελεί τη σωστή εφαρμογή του Νόμου που θα μας οδηγήσει στη σωτηρία. Τα διάφορα έργα που κάνουμε όπως και η τήρηση των εντολών χωρίς την πίστη στον Ιησού Χριστό δεν μας οδηγούν στη σωτηρία. Η ψυχρή τήρηση των εντολών ή ακόμα και η «έξωθεν» επιφανειακή τήρηση ορισμένων θρησκευτικών διατάξεων χωρίς την ουσιαστική και βαθύτερη σημασία τους στερεί τον άνθρωπο από τη σωστική Χάρη του Θεού. Η πίστη λοιπόν στον Ιησού Χριστό ως Σωτήρα και Λυτρωτή είναι η πηγή της σωτηρίας του ανθρώπου.
http://www.imconstantias.org.cy/2837.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 01 Αύγ 2016, 01:50

Κυριακή Στ’ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθαίου 9, 1-8
Και εμβάς εις πλοίον διεπέρασε και ήλθεν εις την ίδιαν πόλιν. Και ιδού προσέφερον αυτώ παραλυτικόν επί κλίνης βεβλημένον∙ και ιδών ο Ιησούς την πίστιν αυτών είπε τω παραλυτικώ∙ θάρσει, τέκνον∙ αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου. Και ιδού τινες των γραμματέων είπον εν εαυτοίς∙ ούτος βλασφημεί. Και ιδών ο Ιησούς τας ενθυμήσεις αυτών είπεν∙ ίνα τι υμείς ενθυμείσθε πονηρά εν ταις καρδίαις υμών; Τι γαρ εστιν ευκοπώτερον, ειπείν, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι, ή ειπείν, έγειρε και περιπατεί; Ίνα δε ειδήτε ότι εξουσίαν έχει ο Υιός του ανθρώπου επί της γης αφιέναι αμαρτίας – τότε λέγει τω παραλυτικώ∙ εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου. Και εγερθείς απήλθεν εις τον οίκον αυτού. Ιδόντες δε οι όχλοι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δόντα εξουσίαν τοιάυτην τοις ανθρώποις.


Μετάφραση
Ο Ιησούς επιβιβάστηκε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην πόλη του. Τότε του έφεραν έναν παράλυτο ξαπλωμένον σ’ ένα κρεβάτι. Όταν είδε ο Ιησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Έχε θάρρος, παιδί μου, σου συγχωρέθηκαν οι αμαρτίες σου». Τότε μερικοί από τους γραμματείς είπαν μέσα τους: «Αυτός προσβάλλει το Θεό». Ο Ιησούς όμως, που ήξερε τις σκέψεις τους, είπε: «Γιατί κάνετε πονηρές σκέψεις; Τι είναι ευκολότερο να πω: «σου συγχωρούνται οι αμαρτίες», ή να πω, «σήκω και περπάτα»; Για να μάθετε λοιπόν πως ο Υιός του Ανθρώπου έχει την εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη» -τότε λέει στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου, και πήγαινε στο σπίτι σου». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε στο σπίτι του. Όταν ο κόσμος το είδε αυτό έμειναν κατάπληκτοι και δοξολόγησαν το Θεό, που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

Σχολιασμός
Η ευαγγελική περικοπή μας διηγείται ένα ακόμα θαύμα του Ιησού Χριστού, το θαύμα της θεραπείας του Παραλυτικού από την Καπερναούμ. Εδώ ο ευαγγελιστής μας αναφέρει ότι οι αυτοί που μετέφεραν τον παράλυτο στον Ιησού με πολύ κόπο ήταν άνθρωποι πιστοί και αμέσως βλέπουμε τον Κύριο να συγχωρεί τις αμαρτίες του παραλύτου και μετά να θεραπεύει και τη σωματική του ασθένεια.

Είναι πολύ σημαντικό ότι ο Ιησούς Χριστός δε θεραπεύει απλά τον παράλυτο μόνο από τη σωματική του παραλυσία, δεν είναι δηλ. ένας απλός θεραπευτής των σωματικών ασθενειών, αλλά θεραπεύει πρώτα τον παράλυτο από τη ψυχική του παραλυσία, τον απάλλαξε από τις αμαρτίες του: «αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Στη συνέχεια του θεραπεύει και τη σωματική του παραλυσία με μόνο και πάλι το λόγο του: «εγερθείς άρον σου την κλίνην και ύπαγε εις τον οίκον σου». Είναι προφανές ότι μέσα από αυτούς τους λόγους και τις θαυματουργικές πράξεις του Χριστού αποδεικνύεται η θεία εξουσία του και η δύναμή του κατά της αμαρτίας και κατά της ασθένειας.

Πάντα σε παρόμοιες περιπτώσεις ο Χριστός προέβαινε στην άφεση των αμαρτιών και έπειτα στη θεραπεία της ασθένειας. Οι ευαγγελιστές για να αναφέρουν και το γεγονός της αφέσεως των αμαρτιών των ανθρώπων από το Χριστό, είχαν σκοπό να τονίσουν και μια άλλη σημαντική όψη του έργου του Χριστού και αυτό είχε φανεί και από την αντίδραση των γραμματέων, οι οποίοι αμφισβητούσαν την εξουσία του Χριστού να συγχωρεί αμαρτίες, γιατί αυτό το έργο και αυτή την εξουσία την έχει, όπως έλεγαν, μόνο ο Θεός. Με το γεγονός λοιπόν ότι ο Χριστός συγχωρεί αμαρτίες δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: ή ο Χριστός είναι βλάσφημος γιατί αυθαίρετα λαμβάνει το έργο του Θεού, όπως αναφέρουν οι γραμματείς ή είναι όντως ο Υιός του Θεού και επομένως έχει την εξουσία να συγχωρεί τις αμαρτίες.

Η εξουσία του Χριστού να συγχωρεί τις αμαρτίες αποτελεί ουσιαστικά το επίκεντρο του σωτήριου έργου του επί γης αφού η αμαρτία που μπήκε στη ζωή μας και επηρέασε τη σωτηρία μας. Η αμαρτία είναι κάτι κακό, είτε είναι απαγορευμένη από κάποιο νόμο είτε όχι. Σημαίνει την εγκατάλειψη του ορθού δρόμου, την επιβολή της εγωιστικής συμπεριφοράς του ανθρώπου σε θέματα που ανήκουν αποκλειστικά στην εξουσία του Θεού. Η συμπεριφορά του ανθρώπου φταιει για την αποτυχία παραμονής στον Παράδεισο. Η πτώση των πρωτοπλάστων επήλθε μετά από τη εγωιστική συμπεριφορά. Μπορεί το κακό να έχει την αρχή του στον εωσφορικό εγωισμό, στη συνέχεια όμως ευθύνεται ο άνθρωπος. «Δι’ ανθρώπου γαρ εισήλθεν η αμαρτία εις τον κόσμον».

Αυτή την εξουσία λοιπόν έχει ο Χριστός. Ως Θεός να συγχωρεί αμαρτίες. Η άφεση βέβαια των αμαρτιών έχει εδώ ένα συνολικό, οντολογικό χαρακτήρα. Δεν περιορίζεται στην άρση της ενοχής, αλλά έχει μια μεταμορφωτική δύναμη, που οδηγεί τον άνθρωπο στην απαλλαγή από την αμαρτία, στον ανακαινισμό της ύπαρξής του μέσα στη χάρη του Θεού. Με την άφεση των αμαρτιών ο Κύριος δίδει την δυνατότητα στον άνθρωπο να κινηθεί από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωσιν, μία πορεία την οποία η ανθρωπότητα εγκατέλειψε με το προπατορικό αμάρτημα και συνεχίζει να κινείται εκτός αυτής με την επανάληψη του σφάλματος των προπατόρων. Ο Κύριος δια του λυτρωτικού έργου επαναφέρει τον άνθρωπο στην πορεία αυτή. Από τη μια έχουμε την κακή χρήση της ελευθερίας από τον άνθρωπο, από την άλλη όμως έχουμε την έκφραση της άπειρης αγάπης του Θεού, ο οποίος ως εξουσίαν έχων θεραπεύει και ανιστά την πεπτωκυία φύση του ανθρώπου.

Στα ιερά ευαγγέλια συναντούμε και άλλες περιπτώσεις όπου ο Κύριος με εξουσία, με τρόπο μυστηριακό, συγχωρεί τις αμαρτίες εκείνων που προστρέχουν και του ζητούν σωματική θεραπεία. Το γεγονός όμως το οποίο αλλάζει ριζικά και στρέφει άπαξ δια παντός την πορεία του ανθρώπου προς την αμαρτία καθιστώντας την πορεία προς τη σωτηρία είναι ο σταυρικός θάνατος και η Ανάστασή του. Θα πρέπει εδώ να τονίσουμε ότι ο Χριστός με την Ανάστασή του, έδωσε αυτή την εξουσία της θεραπείας στους αποστόλους και στην Εκκλησία, λέγοντας: «Αν τινων αφήτε τας αμαρτίας, αφίενται αυτοίς∙ αν τινών κρατήτε, κεκράτηνται». Δηλαδή το έργο της «αφέσεως των αμαρτιών» ενεργείται διηνεκώς μέσα στη ζωή της Εκκλησίας και ειδικότερα μέσα από το μυστήριο της Ιεράς Εξομολογήσεως.

Η πληροφορία ότι αμέσως μετά το θαύμα της θεραπείας του παραλυτικού από το Χριστό, όπως μας αναφέρει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, «οι όχλοι εθαύμασαν και εδόξασαν τον Θεόν τον δόντα εξουσίαν τοιαύτην τοις ανθρώποις» δεν αναφέρεται μόνο στην εξουσία του Χριστού να συγχωρεί τις αμαρτίες αλλά αναφέρεται και στην εξουσία που έλαβε η Εκκλησία από το Χριστό να θεραπεύει σωματικές και ψυχικές ασθένειες. Ο Θεός ευδόκησε το δικό του έργο της σωτηρίας και της αφέσεως των αμαρτιών να γίνεται από τους ανθρώπους, τους αποστόλους και τους συνεχιστές τους μέσα στους αιώνες.

Έτσι λοιπόν κι εμείς, με την ίδια πίστη και τον ίδιο θαυμασμό, πρέπει να προσφεύγουμε προς την Εκκλησία για να λαμβάνουμε την άφεση των αμαρτιών και τη θεραπεία των ψυχικών και σωματικών μας ασθενειών.
http://www.imconstantias.org.cy/2848.html
----------------------------

Κυριακή Στ΄ Επιστολών, Αποστ. ανάγνωσμα: Ρωμαίους 12, 6-14
Έχοντες δε χαρίσματα κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν διάφορα, είτε προφητείαν, κατά την αναλογίαν της πίστεως, είτε διακονίαν, εν τη διακονία, είτε ο διδάσκων, εν τη διδασκαλία, είτε ο παρακαλών, εν τη παρακλήσει, ο μεταδιδούς, εν απλότητι, ο προϊστάμενος, εν σπουδή, ο ελεών, εν ιλαρότητι. Η αγάπη ανυπόκριτος. Αποστυγούντες το πονηρόν, κολλώμενοι τω αγαθώ, τη φιλαδελφία εις αλλήλους φιλόστοργοι, τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι, τη σπουδή μη οκνηροί, τω πνεύματι ζέοντες, τω Κυρίω δουλεύοντες, τη ελπίδι χαίροντες, τη θλίψει υπομένοντες, τη προσευχή προσκαρτερούντες, ταις χρείαις των αγίων κοινωνούντες, την φιλοξενίαν διώκοντες. Ευλογείτε τους διώκοντας υμάς, ευλογείτε και μη καταράσθε.

Νεοελληνική Απόδοση
Η χάρη του Θεού μάς έδωσε διάφορα πνευματικά χαρίσματα. Άλλος είναι προφήτης, για να κηρύττει ανάλογα με το βαθμό της πίστης του, άλλος έχει το χάρισμα της διακονίας, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το ίδιο να κάνει κι ο δάσκαλος του λαού του Θεού με τη διδασκαλία, κι όποιος έχει το χάρισμα να στηρίζει τους αδελφούς, να τους στηρίζει. Αλλά κι όποιος μοιράζει τα αγαθά του με τους άλλους να το κάνει με απλότητα, ο προϊστάμενος να δείχνει ζήλο για το έργο του, όποιος μοιράζει τις ελεημοσύνες να το κάνει με καλοσύνη. Η αγάπη σας να είναι ειλικρινής. Να αποστρέφεστε το κακό και να ακολουθείτε το καλό. Να δείχνετε με στοργή την αγάπη σας για τους άλλους πιστούς. Να συναγωνίζεστε ποιος θα δείξει περισσότερη εκτίμηση στον άλλο. Μην είστε οκνηροί σ΄ ό,τι πρέπει να δείχνετε ζήλο, να έχετε πνευματικό ενθουσιασμό, να υπηρετείτε τον Κύριο. Η ελπίδα να σας δίνει χαρά. Να έχετε υπομονή στις δοκιμασίες. Να επιμένετε στην προσευχή. Να βοηθάτε τους άλλους χριστιανούς, όταν βρίσκονται σε ανάγκη, και να επιδιώκετε να φιλοξενείτε τους αδελφούς. Να προσεύχεστε για το καλό των διωκτών σας, να ζητάτε την ευλογία του Θεού γι΄ αυτούς κι όχι να τους καταριέστε.

Χαρίσματα και διαπροσωπικές σχέσεις
Η ζωή μας είναι μια κοινωνία προσώπων. Κανείς άνθρωπος δεν ζει μόνος του, αλλά συνυπάρχει και συμβιώνει μαζί με άλλους ανθρώπους. Ακόμη και οι μοναχικοί άνθρωποι, αυτοί που επιλέγουν να ζουν μόνοι τους, έχουν και αυτοί κάποιες στιγμές, κατά τις οποίες συνυπάρχουν και συναναστρέφονται με άλλους ανθρώπους. Αυτή η εικόνα δε θα μπορούσε να είναι διαφορετική στο χώρο της Εκκλησίας. Οι πιστοί άνθρωποι, όσοι βαπτισθήκαμε στο όνομα της Αγίας Τριάδας όχι μόνο συγκροτούμε το σώμα της Εκκλησίας, αλλά βρισκόμαστε σε κοινωνία ως πρόσωπα, όπως τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδας είναι σε συνεχή κοινωνία. Ο Ιησούς Χριστός είναι η κεφαλή αυτού του σώματος και όλοι οι πιστοί αποτελούν τα μέλη του σώματος. Μεταξύ της κεφαλής και των μελών του σώματος υπάρχει δεσμός ακατάλυτος, ο οποίος ενώνει τους πιστούς μεταξύ τους και με την κεφαλή. Η ένωση αυτή υπάρχει και συντηρείται με την πίστη και το αίμα του Ιησού Χριστού, γι΄ αυτό απαιτείται απόλυτη αρμονία στις σχέσεις των πιστών μεταξύ τους. Το παρόν αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στη συμπεριφορά που οφείλουμε να έχουμε μεταξύ μας οι πιστοί, ως μέλη του σώματος της Εκκλησίας. Με άλλα λόγια, ο απόστολος Παύλος χαράσσει τα πλαίσια, το περιεχόμενο και τον τρόπο της νέας εν Χριστώ ζωής μέσα στην Εκκλησία, σε αντιπαράθεση με τη ζωή εκτός της Εκκλησίας.
Ως μέλη, λοιπόν, της Εκκλησίας έχουμε λάβει «διάφορα», ποικίλα χαρίσματα, τα οποία έχουν ως στόχο την οικοδομή του σώματος της Εκκλησίας και την κοινή ωφέλεια όλων. Ο απόστολος Παύλος δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία στην αξία ή το μέγεθος των χαρισμάτων, αλλά στην ποικιλία τους. Με τον τρόπο αυτό προφυλάσσει τους πιστούς από τον κίνδυνο της υπερηφάνειας, εξαιτίας ορισμένων μεγάλων και εντυπωσιακών χαρισμάτων που πιθανόν να έχουν λάβει. Σε κάθε περίπτωση πάντως τα ποικίλα χαρίσματα δεν οφείλονται στον άνθρωπο αλλά αποτελούν χορηγία, δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Όποιο χάρισμα και να διαθέτουμε το έχουμε «κατά την χάριν την δοθείσαν ημίν», ανάλογα δηλαδή με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος που μας δόθηκε.
Το πρώτο χάρισμα που αναφέρει ο απόστολος Παύλος είναι η προφητεία. Το χάρισμα της προφητείας δεν εκλαμβάνεται μόνον ως πρόγνωση και προειδοποίηση για τα όσα πρόκειται να συμβούν ή γνώση των παρελθόντων και κρύφιων γεγονότων, αλλά κατά κύριο λόγο αποκάλυψη του θελήματος του Θεού. Αυτός που έχει λοιπόν το χάρισμα της προφητείας μπορεί να κατανοεί τα μυστήρια του Θεού, να προλέγει τα μέλλοντα και να βλέπει τα κρυμμένα της ψυχής, αλλά και να ερμηνεύει, με το φωτισμό του Αγίου Πνεύματος, τις προφητείες της Αγίας Γραφής. Το χάρισμα αυτό, όπως και όλα τα χαρίσματα βέβαια εξαρτάται από το βαθμό της πίστης του καθενός, «κατά την αναλογίαν της πίστεως». Παρά το γεγονός όμως ότι τα χαρίσματα τα λαμβάνει κανείς σε προσωπικό επίπεδο, ανάλογα με τη δεκτικότητα και τη χωρητικότητά του, η οποία εξαρτάται από το μέτρο, τη δύναμη και τη θερμότητα της πίστης του, εντούτοις δεν είναι μόνο για τον εαυτό του. Τα χαρίσματα αποσκοπούν στη διακονία και ωφέλεια όλων των πιστών, για το λόγο αυτό είναι ανεπίτρεπτο κάθε ίχνος υπερηφάνειας, η οποία μπορεί πολύ εύκολα να οδηγήσει τον άνθρωπο στην απώλεια των χαρισμάτων που έλαβε από το Άγιο Πνεύμα.
Το δεύτερο χάρισμα που αναφέρεται είναι η διακονία που μπορεί να εκληφθεί είτε ως άσκηση κάθε πνευματικού έργου, είτε ως ξεχωριστό χάρισμα όπως για παράδειγμα αυτό των επτά διακόνων. Επικρατέστερη ερμηνεία είναι η δεύτερη αφού ο απόστολος Παύλος διακρίνει τη διακονία από την προφητεία και τη διδασκαλία.
Το τρίτο χάρισμα είναι εκείνο της διδασκαλίας, η οποία διαφέρει από την προφητεία. Αυτός που έχει το χάρισμα της προφητείας, κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα φυσικά, αποκαλύπτει το θέλημα του Θεού, ενώ αυτός που είχε το χάρισμα της διδασκαλίας, ήταν επιφορτισμένος με τη διδασκαλία του Ευαγγελίου, τη διδασκαλία του λόγου του Θεού. Πρέπει να σημειώσουμε ότι ο απόστολος Παύλος, με την αναφορά του στα ποικίλα χαρίσματα, αναφέρεται στις τάξεις εκείνες που υπήρχαν στην Εκκλησία και είχαν συγκεκριμένη διακονία.
Στη συνέχεια ο απόστολος Παύλος μνημονεύει άλλα τέσσερα χαρίσματα: «την παράκλησιν», «το μεταδιδόναι», «το προΐστασθαι» και «το ελεείν». Η παράκληση είναι χάρισμα το οποίο επιδιώκει να προτρέψει στην αρετή και στην προκοπή. Δεν έχει στόχο να πείσει, αλλά να συγκινήσει και να ενθαρρύνει την καρδιά και τη σκέψη του ανθρώπου στην εφαρμογή του θελήματος του Θεού. Εκείνος που είχε το χάρισμα της «παρακλήσεως», όπως ο απόστολος Βαρνάβας, σημαίνει ότι διακρινόταν από την παρουσία μέσα του του «Παρακλήτου» Αγίου Πνεύματος. Γενικά μέσα στην Αγία Γραφή η παράκληση έχει διπλή σημασία, άλλοτε σημαίνει παρηγορία και ενίσχυση και άλλοτε προτροπή ή συμβουλή.
Το «μεταδιδόναι» είναι το χάρισμα που έχει κανείς να προσφέρει από τα δικά του πράγματα σε όσους έχουν ανάγκη. Βέβαια η ελεημοσύνη είναι εντολή του Θεού προς όλους τους ανθρώπους, ωστόσο ορισμένοι την ασκούν με ξεχωριστό ζήλο, σα να έχουν κάποια ιδιαίτερη κλίση προς αυτό. Η προσφορά λοιπόν προς τους πάσχοντες, φτωχούς και εμπερίστατους συνανθρώπους πρέπει να γίνεται «εν απλότητι», με απλότητα, ανιδιοτέλεια και χωρίς επίδειξη. Το χάρισμα αυτό μέσα στην Εκκλησία φανερώνει το φιλανθρωπικό έργο της Εκκλησίας.
Το «προΐστασθαι» είναι το χάρισμα της ανάθεσης και επιστασίας κάθε καλού έργου. Ο προϊστάμενος σε κάθε περίπτωση οφείλει να φέρει σε πέρας το έργο που του ανατέθηκε, χωρίς όμως να έχει εξουσιαστικές και καταδυναστευτικές τάσεις. Χαρακτηριστικό του ορθού τρόπου της άσκησης του λειτουργήματος του προϊσταμένου είναι η «σπουδή», δηλαδή ο ζήλος, η προθυμία και η επιμέλεια. Έτσι, το χάρισμα αυτό ανήκει σε εκείνους που προΐστανται του καθόλου έργου της Εκκλησίας, είτε του λειτουργικού, είτε του φιλανθρωπικού, είτε της διοικήσεως και μπορεί να ταυτισθεί είτε με το έργο των Αποστόλων είτε με αυτό των Επισκόπων.
Το «ελεείν» είναι χάρισμα γενικότερο του «μεταδιδόναι». Το έργο της ελεημοσύνης δεν περιορίζεται μόνο στη μετάδοση αναγκαίων υλικών πραγμάτων αλλά ακόμη και στην πνευματική στήριξη και ανακούφιση των εμπερίστατων αδελφών. Η άσκηση του έργου της ελεημοσύνης πρέπει να γίνεται «εν ιλαρότητι», δηλαδή με χαρά και απόλυτη ευχαρίστηση. Η χαρά αυτή και η ευχάριστη διάθεση της άσκησης της ελεημοσύνης ξεκινά από την καρδιά του ανθρώπου και αποτυπώνεται στο πρόσωπό του.
Όλα αυτά τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και άλλα πολλά στηρίζονται στην αρετή της αγάπης, η οποία έχει σταυρική διάσταση, κατά το παράδειγμα του Ιησού Χριστού. Δηλαδή η αγάπη προς τον Θεό και στον άνθρωπο. Αυτή η πραγματική αγάπη είναι η μητέρα των χαρισμάτων του Αγίου Πνεύματος. Ωστόσο, η αγάπη πρέπει να είναι «ανυπόκριτος», δηλαδή ειλικρινής και γνήσια. Οι πιστοί άνθρωποι οφείλουν να «αποστυγούν», να αποστρέφονται το πονηρό. Δεν αρκεί να αποφεύγει κανείς το κακό, αλλά πρέπει να το αποστρέφεται και να το μισεί. Ταυτόχρονα δεν αρκεί να αποστρέφεται κανείς το κακό, αλλά να υπηρετεί και το καλό, κατά το λόγο του Ψαλμωδού «έκκλινον από κακού και ποίησον αγαθόν» (Ψαλμ.36,27). Αυτό ακριβώς επισημαίνει εδώ και ο απόστολος Παύλος: «κολλώμενοι τω αγαθώ», να έχει δηλαδή ο καθένας απόλυτη προσήλωση και αφοσίωση στο αγαθό.
Η νέα εν Χριστώ ζωή επιβάλλει ώστε οι πιστοί να έχουν ανυπόκριτη αγάπη ο ένας προς τον άλλο και να είναι φιλάδελφοι και φιλόστοργοι μεταξύ τους. Καθώς όλοι μας είμαστε αδελφοί εν Χριστώ, οφείλουμε να αγαπούμε ο ένας τον άλλο, και η αγάπη αυτή δεν πρέπει να είναι εξωτερική, επιφανειακή, αλλά θερμή και καρδιακή. Και απόδειξη αυτής της αγάπης δεν είναι απλώς η τιμή προς αυτούς, αλλά «τη τιμή αλλήλους προηγούμενοι». Δηλαδή να μην αναμένουμε να μας δείξει πρώτα ο αδελφός μας τη τιμή και το σεβασμό του, αλλά εμείς πρώτοι να σπεύδουμε να εκφράσουμε την αγάπη και τη τιμή μας προς τους άλλους.
Η αγάπη και η φιλαδελφία, αλλά και η επιτέλεση κάθε αγαθού έργου απαιτούν «σπουδή», δηλαδή ζήλο και προθυμία και όχι οκνηρία, δηλαδή απροθυμία και αδιαφορία. Άλλωστε και ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός στη σχετική παραβολή των ταλάντων χαρακτηρίζει «πονηρό» τον οκνηρό δούλο, ο οποίος έκρυψε το ένα τάλαντο που έλαβε από τον κύριό του και επέδειξε αμέλεια και απροθυμία για την αξιοποίησή του. Δεν έχει σημασία πόσα και ποιά χαρίσματα θα λάβουμε. Αυτό που έχει σημασία είναι το πώς θα τα αξιοποιήσουμε ή και θα τα αυξήσουμε ακόμα για το κοινό καλό. Οι πιστοί άνθρωποι οφείλουν να είναι θερμοί στην πίστη «τω πνεύματι ζέοντες», ώστε να αξιοποιούν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος και έτσι να καταντούν «τω Κυρίω δουλεύοντες», δηλαδή να δουλεύουν, να υπηρετούν τον ίδιο τον Κύριο.
Η πηγή του ζήλου και της προθυμίας των πιστών είναι η ελπίδα στον ίδιο τον Θεό. Όταν ο άνθρωπος αποθέτει την ελπίδα του στον Θεό, έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στην πρόνοια και στις υποσχέσεις του Θεού, τότε μπορεί πραγματικά να χαίρεται. Η ελπίδα στον Θεό ενθρονίζει τη χαρά στην καρδιά και στην ψυχή του ανθρώπου. Παράλληλα επειδή η ζωή του ανθρώπου είναι γεμάτη από θλίψεις, πειρασμούς και περιπέτειες, η ελπίδα προς τον Θεό είναι εκείνη που δίνει τη δύναμη στον καθένα να υπομένει καρτερικά τις θλίψεις και τις δοκιμασίες της ζωής. Από την άλλη η υπομονή στις θλίψεις και τις δυσκολίες είναι η απόδειξη της γνήσιας και απόλυτης πίστης και ελπίδας στον Θεό. Μαζί με την ελπίδα ένα άλλο εξίσου σημαντικό όπλο για τον πιστό είναι η προσευχή. Γι΄ αυτό ακριβώς ο απόστολος Παύλος δεν συνιστά στους πιστούς μόνο να προσεύχονται, αλλά «τη προσευχή προσκαρτερούντες». Να προσκαρτερούν στην προσευχή, δηλαδή να προσεύχονται σταθερά και επίμονα, με απόλυτη πίστη, χωρίς να κουράζονται την ώρα της προσευχής ή να αφήνουν τις μέριμνες της ζωής να αποσπούν το νου και την καρδιά τους από την προσευχή.
Σύμφωνα με το εν Χριστώ ήθος, οι πιστοί έχουν χρέος να ουσιαστικοποιούν και να πραγματοποιούν με έργα την πίστη τους. Για το λόγο αυτό προτρέπει ο απόστολος Παύλος να γίνονται κοινωνοί, να συμμετέχουν δηλαδή και να βοηθούν τους συνανθρώπους τους στις διάφορες ανάγκες τους: «ταις χρείαις των αγίων κοινωνούντες». Η βοήθεια αυτή συμπεριλαμβάνει και το χρέος της φιλοξενίας: «την φιλοξενίαν διώκοντες». Η προσφορά φιλοξενίας μεταξύ των πρώτων χριστιανών είχε μεγάλη σημασία. Κάθε χριστιανός που ταξίδευε είχε την ανάγκη να βρεθεί μεταξύ των ομοπίστων του, με τους οποίους ένιωθε ενωμένος με την αδελφική αγάπη και την κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Κυρίου. Η αρετή της φιλοξενίας, της αγάπης δηλαδή προς κάθε ξένο, αλλοεθνή ή ακόμα και αλλόδοξα είναι εξόχως σημαντική και στις μέρες μας. Η κοινωνία μας πλέον είναι μια πολυπολιτισμική, πολυεθνική και πολυθρησκευτική κοινότητα. Η εξέλιξη της τεχνολογίας και των μέσων διευκολύνει τη γρήγορη μετακίνηση πληθυσμών προς αναζήτηση καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Η φιλοξενία, η αποδοχή και η αγάπη προς όλους αυτούς πρέπει να υπερβαίνει τις όποιες διακρίσεις γιατί σε τελική ανάλυση όλοι οι άνθρωποι είμαστε παιδιά του Θεού. Η φιλοξενία δεν πρέπει να είναι κάτι το ζητούμενο για τους αληθινούς χριστιανούς, αλλά πρέπει να αποτελεί και προσωπική επιδίωξη του καθενός μας. Άλλωστε πρώτος ξένος πάνω σε αυτή τη γη, που δεν είχε «που την κεφαλήν κλίνη» (Ματθ. 8,20) υπήρξε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός.
Η χριστιανική αγάπη βέβαια δεν μπορεί να έχει όρια. Ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός μάς προτρέπει: «αγαπάτε τους εχθρούς υμών» (Ματθ. 5,44). Με αυτή την έννοια προτρέπει ο απόστολος Παύλος τους πιστούς: «ευλογείτε τους διώκοντας υμάς», δηλαδή όχι απλώς να μην μνησικακούν, να μην εκδικούνται και να μην επιδιώκουν το κακό για όσους τους έβλαψαν, αλλά πολύ περισσότερο να επιθυμούν το καλό τους και να προσεύχονται γι΄ αυτούς. Βέβαια εδώ δεν υποστηρίζεται η συγκατάθεση στην αδικία και στο κακό, αλλά η υπέρβαση του κακού και η μέριμνα για τη σωτηρία ακόμα και των εχθρών. Ο Ιησούς Χριστός πάνω στο Σταυρό δεν ευλόγησε τις πράξεις των σταυρωτών και διωκτών του αλλά παρακάλεσε τον Θεό Πατέρα να τους συγχωρέσει και να τους δείξει τρόπους μετάνοιας και επιστροφής: «πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λουκ. 23, 34).
Η αγάπη λοιπόν είναι το βασικό και θεμελιώδες γνώρισμα της φιλαδελφίας και της αρμονικής συμβίωσης και συνύπαρξης όλων των ανθρώπων. Οι διαπροσωπικές σχέσεις των ανθρώπων πρέπει να στηρίζονται στον κανόνα της αγάπης. Άλλωστε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός σε άλλη περίπτωση τόνισε ότι δυο είναι οι βασικές εντολές: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της διανοίας σου και εξ όλης της ισχύος σου. Αύτη πρώτη εντολή. Και δευτέρα ομοία, αύτη, αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» (Μαρκ.12,30). Η αδελφοσύνη αναφέρεται πρωτίστως στους οικείους «τη πίστει», όλους εκείνους δηλαδή που βαπτίσθηκαν στο όνομα της Αγίας Τριάδος και εντάχθηκαν στο σώμα της Εκκλησίας. Βέβαια η αγάπη και αδελφοσύνη δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο εδώ, αλλά σπάζει τους όποιους φραγμούς και αγκαλιάζει όλους τους ανθρώπους, τα παιδιά του Θεού. Και ακόμα η τέλεια χριστιανική αγάπη φθάνει μέχρι και τους εχθρούς και μεριμνά γι΄ αυτούς, ώστε να τύχουν και αυτοί μετάνοιας και επιστροφής προς τον Θεό. Η πραγματική και εν Χριστώ αγάπη των μελών της Εκκλησίας αποδεικνύει ότι η Εκκλησία δεν είναι θεσμός ή ιδέα, αλλά οικογένεια και κοινωνία πιστών. Μια τέτοια παρουσία της Εκκλησίας μέσα στο σύγχρονο κόσμο μπορεί να δώσει την ελπίδα στον άνθρωπο που ζει μέσα σε θλίψεις, πειρασμούς και δοκιμασίες, μέσα στην αποξένωση, την απόρριψη και την έλλειψη αγάπης. Η αγάπη του Χριστού και των μελών της Εκκλησίας δίνει την ελπίδα, τη χαρά και την αισιοδοξία στο σύγχρονο κόσμο.
http://www.imconstantias.org.cy/2849.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 07 Αύγ 2016, 23:58

Κυριακή Ζ΄ Ματθαίου, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Ματθαίου 9,27-35
Και παράγοντι εκείθεν τω Ιησού ηκολούθησαν αυτώ δύο τυφλοί κράζοντες και λέγοντες· ελέησον ημάς, υιέ Δαυῒδ. ελθόντι δε εις την οικίαν προσήλθον αυτώ οι τυφλοί, και λέγει αυτοίς ο Ιησούς· πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι; λέγουσιν αυτώ· ναι, Κύριε. τότε ήψατο των οφθαλμών αυτών λέγων· κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν. και ανεώχθησαν αυτών οι οφθαλμοί· και ενεβριμήσατο αυτοίς ο Ιησούς λέγων· οράτε μηδείς γινωσκέτω. οι δε εξελθόντες διεφήμισαν αυτόν εν όλη τη γη εκείνη. Αυτών δε εξερχομένων ιδού προσήνεγκαν αυτώ άνθρωπον κωφόν δαιμονιζόμενον· και εκβληθέντος του δαιμονίου ελάλησεν ο κωφός, και εθαύμασαν οι όχλοι λέγοντες ότι ουδέποτε εφάνη ούτως εν τω Ισραήλ. οι δε Φαρισαίοι έλεγον· εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλλει τα δαιμόνια. Και περιήγεν ο Ιησούς τας πόλεις πάσας και τας κώμας διδάσκων εν ταις συναγωγαίς αυτών και κηρύσσων το ευαγγέλιον της βασιλείας και θεραπεύων πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ.

Νεοελληνική Απόδοση
Όταν προχώρησε πιο πέρα ο Ιησούς, τον ακολούθησαν δυο τυφλοί, που φώναζαν κι έλεγαν: «σπλαχνίσου μας, Υιέ του Δαβίδ!». Και όταν έφτασε στο σπίτι, πήγαν κοντά του οι τυφλοί και ο Ιησούς τους λέει: «Πιστεύετε πως μπορώ να το κάνω αυτό»; Του λένε: «Ναι, Κύριε». Τότε άγγιξε τα μάτια τους και είπε: «Όπως το πιστεύετε να σας γίνει». Και ανοίχτηκαν τα μάτια τους. Τότε ο Ιησούς τους πρόσταξε λέγοντας: «Προσέξτε να μην το μάθει κανένας». Αυτοί όμως, μόλις βγήκαν έξω, διέδωσαν τη φήμη του σ΄ όλη την περιοχή εκείνη. Ενώ έβγαιναν έξω οι δύο τυφλοί, του έφεραν έναν κωφάλαλο δαιμονισμένο. Και μόλις έδιωξε το δαιμόνιο, μίλησε ο κωφάλαλος. Και ο κόσμος θαύμασε και είπε: Ποτέ ως τώρα δεν είδαν οι Ισραηλίτες τέτοια πράγματα. Οι Φαρισαίοι όμως έλεγαν: «Με τη δύναμη του άρχοντα των δαιμονίων διώχνει τα δαιμόνια». Ό Ιησούς περιόδευε όλες τις πόλεις και στα χωριά, δίδασκε στις συναγωγές τους, κήρυττε το χαρμόσυνο μήνυμα τια τον ερχομό της βασιλείας του Θεού και γιάτρευε κάθε ασθένεια και κάθε αδυναμία στο λαό.

Τα δύο θαύματα του σημερινού ευαγγελικού αναγνώσματος
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη απο το 9ο κεφάλαιο του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου και μας περιγράφει δύο θαύματα που πραγματοποίησε ο Χριστός: α) τη θεραπεία δύο τυφλών και β) τη θεραπεία ενός κωφάλαλου δαιμονιζομένου. Τα δύο αυτά θαύματα που πραγματοποιεί ο Χριστός, όπως και τα άλλα θαύματα που περιγράφονται στα ευαγγέλια έχουν σωτηριολογικό χαρακτήρα και όχι απλά την θεραπεία του σώματος. Αποτελούν ακόμη σημεία τα οποία φανερώνουν την παρουσία του Θεού μέσα στον κόσμο.
Φαίνεται μέσα από την περιγραφή των θαυμάτων αυτών η πίστη που είχαν οι άνθρωποι που θεραπεύτηκαν προς το πρόσωπο του Χριστού. Στην πρώτη περίπτωση παρότι ήταν τυφλοί σωματικά, μέσα στην ψυχή τους είχαν αισθανθεί την θεϊκή παρουσία του Χριστού, η οποία ήταν η μόνη που μπορούσε να τους θεραπεύσει. Έτσι ακολουθούν τον Χριστό και φωνάζουν με όλη την δύναμη της ψυχή τους να τους ελεήσει και να τους θεραπεύσει. Βλέποντας αυτή τους την πίστη να συνεχίζουν να τον ακολουθούν μέχρι την οικία που πήγε και να έρχονται κοντά Του, δεν τους θεραπεύει ευθύς, αλλά τους ρωτά αν πιστεύουν ότι μπορεί να πραγματοποιήσει αυτό που ζητούν. Τους ρωτά όχι γιατί δεν ξέρει ο Χριστός την πίστη τους, την οποία βλέπει να εκφράζουν με τον τρόπο τους προς το πρόσωπο του, αλλά για να πάρει την συγκατάθεση τους σε αυτό που πρόκειται να τους κάνει και να μην τους στερήσει την ελευθερία τους. Ο Χριστός σέβεται την ελευθερία του κάθε ανθρώπου και ποτέ δεν την παραβιάζει, αλλά επεμβαίνει στην ζωή του κάθε ανθρώπου κατόπιν της δικής του συγκαταθέσεως, όπως βλέπουμε και στην περίπτωση των δύο τυφλών της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.
Όταν του λένε το «ναι Κύριε», τότε ακουμπά τα χέρια τους στα μάτια τους και τους λέγει «κατά την πίστην ημών γενηθήτω υμίν» και τότε γίνεται το θαύμα και ανοίγουν τα μάτια τους. Η προστακτική που χρησιμοποιεί ο Χριστός στο ρήμα «γενηθήτω» μας παραπέμπει στην δημιουργία του κόσμου όπως μας την περιγράφει το βιβλίο της Γεννήσεως: «και είπεν ο Θεός γεννηθήτω φώς και εγένετο φώς» (Γεν.1,3). Η προσταγή του Δημιουργικού Λόγου του Θεού γίνεται αμέσως πράξη τόσο κατά την δημιουργία του κόσμου, όσο και στην προκειμένη περίπτωση της θεραπεία των δύο τυφλών.
Καθώς έβγαιναν οι δύο τυφλοί από το σπίτι κάποιοι άλλοι άνθρωποι του πήγαν ένα άνθρωπο ο οποίος ήταν άλαλος από δαιμονική αιτία. Στα ιερά Ευαγγέλια περιγράφονται αρκετές θεραπείες δαιμονιζομένων ατόμων όπως του δαιμονιζομένου της συναγωγής της Καπερναούμ, του δαιμονιζομένου των Γεργεσηνών, της δαιμονιζομένης κόρης της Συροφοινικισσας κ.α. Το ιδιαίτερο στον δαιμονιζόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής είναι ότι δεν μιλά αφού είναι κωφάλαλος από δαιμονική ενέργεια. Αυτό το βλέπουμε όταν εκδιώχθηκε το δαιμόνιο και ευθύς ο κωφάλαλος ξεκίνησε να μιλά. Το πλήθος που ήταν μαζεμένο εκεί στο σπίτι θαύμασε και έλεγαν ότι ποτέ δεν φάνηκαν τέτοια θαυμαστά σημεία στον Ισραήλ. Όλα αυτά τα σημεία που πραγματοποιεί ο Χριστός αποτελούν επιβεβαίωση της Μεσσιανικότητας Του και εκπλήρωση στο πρόσωπο Του των προφητειών της Παλαιάς Διαθήκης.
Η σωτηριολογική διάσταση του θαύματος
Όταν γίνεται το θαύμα ο Χριστός τους παροτρύνει να μην το πουν σε κανένα, ασχέτως αν αυτοί παρήκουσαν και φεύγοντας από κει το ανήγγειλαν σε όλη τη χώρα. Η παρότρυνση αυτή του Χριστού είναι σημαντική, γιατί όταν επιτελείται ένα θαύμα δεν γίνεται για να διαφημιστεί η θεότητα του Χριστού, δεν υπάρχει τέτοια ανάγκη από μέρους Του. Το θαύμα επιτελείται σε κάποιο άνθρωπο με γνώμονα την ψυχοπνευματική και σωτηριολογική του διάσταση. Αυτό που ενδείκνυται να κάνει αυτός που δέχεται το θαύμα δεν είναι να υπερηφανεύεται γι’ αυτό αλλά να δοξολογεί τον Θεό και να οδηγηθεί σε μια πιο στενή κοινωνία μαζί Του.
Η πίστη του λαού και η απιστία και υποκρισία των Φαρισαίων
Ενώ οι τυφλοί και ο δαιμονιζόμενος δέχονται την θεραπεία του Χριστού οι Φαρισαίοι προσπαθούν να κλονίσουν την πίστη του λαού προς το πρόσωπο του Χριστού. Ο λαός ακούγοντας το κήρυγμα του Χριστού και βλέποντας τα θαυμαστά σημεία τα οποία επιτελεί αναγνωρίζει στο πρόσωπο του τον Μεσσία. Οι Φαρισαίοι, που ήταν η ομάδα των ανθρώπων που εκπροσωπούσε τον νόμο και θεωρούσαν ότι είναι ανώτεροι από τους υπόλοιπους, έχοντας μια ισχυρή επιρροή στην κοινωνία του Ισραήλ, βλέποντας τον λαό να ακολουθεί τον Χριστό άρχισαν να θορυβούνται. Έτσι μην μπορώντας να αρνηθούν αυτά τα οποία επιτελεί ο Χριστός αρχίζουν να Τον κατηγορούν ότι «εν τω άρχοντι των δαιμονίων εκβάλει τα δαιμόνια». Σκοπός τους είναι να διαστρέψουν την αλήθεια και να κάνουν τους ανθρώπους να απομακρυνθούν από τον Χριστό, αποκλείοντας τους έτσι από την σωτηρία. Ο εγωισμός των Φαρισαίων τύφλωσε την ψυχή τους και δεν τους άφηνε να μπει μέσα τους και να ενεργήσει μέσα τους η αγάπη του Θεού. Έτσι ο Χριστός συνεχίζει να περιοδεύει στις πόλεις και στα χωριά, να διδάσκει και να κηρύσσει το Ευαγγέλιο της βασιλείας του Θεού και ταυτόχρονα να θεραπεύει «πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν εν τω λαώ».
Μέσα στην εκκλησία υπάρχει η Χάρις του Αγίου Πνέυματος η οποία δεν έπαψε ούτε θα πάψει ποτέ να επιτελεί θαύματα. Άλλωστε πολλοί από εμάς ακούμε συχνά και βλέπουμε ανθρώπους οι οποίοι έζησαν κάποιο θαύμα στην ζωή τους. Ο άνθρωπος που πιστεύει δεν χρειάζεται κάποιο θαύμα για να πιστέψει, αλλά αισθάνεται την αγάπη του Θεού στην ζωή του και ανοίγεται μπροστά του η προοπτική της αιωνιότητος. Πάντοτε θα υπάρχουν και αυτοί που δεν θα πιστεύουν στον Χριστό και θα προσπαθούν να διαστρεβλώνουν την διδασκαλία και θα τα θαύματα του όπως έκαναν και οι Φαρισαίοι της τότε εποχής. Αυτό που χρειάζεται να κάνουμε σήμερα είναι να ακολουθούμε το παράδειγμα του Χριστού γιατί εκεί βρίσκεται η πραγματική αλήθεια και η αληθινή ζωή.
http://www.imconstantias.org.cy/2858.html
-----------------------

Κυριακή Ζ΄ Επιστολών, Αποστ. ανάγνωσμα: Ρωμαίους 15:1-7
Αδελφοί, οφείλομεν δε ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν, και μη εαυτοίς αρέσκειν. έκαστος ημών τω πλησίον αρεσκέτω εις το αγαθόν προς οικοδομήν· και γαρ ο Χριστός ουχ εαυτώ ήρεσεν, αλλά καθώς γέγραπται, οι ονειδισμοί των ονειδιζόντων σε επέπεσον επ᾿ εμέ. όσα γαρ προεγράφη, εις την ημετέραν διδασκαλίαν προεγράφη, ίνα διά της υπομονής και της παρακλήσεως των γραφών την ελπίδα έχωμεν. ο δε Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως δώη υμίν το αυτό φρονείν εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν, ίνα ομοθυμαδον εν ενί στόματι δοξάζητε τον Θεόν και πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. διό προσλαμβάνεσθε αλλήλους, καθώς και ο Χριστός προσελάβετο υμάς εις δόξαν Θεού.

Νεοελληνική απόδοση
Αδελφοί, όσοι έχουμε δυνατή πίστη οφείλουμε να ανεχόμαστε τις αδυναμίες όσων έχουν αδύναμη πίστη και να μην κάνουμε ό,τι αρέσει σ’ εμάς. Η συμπεριφορά του καθενός μας να είναι αρεστή στον πλησίον ώστε να τον βοηθάει να προκόβει στο αγαθό κι έτσι να συντελεί στην οικοδομή της Εκκλησίας. Άλλωστε κι ο Χριστός δεν έζησε για να ευαρεστήσει τον εαυτό του, αλλά, όπως λέει η Γραφή, οι ύβρεις όσων έβριζαν, Θεέ, έπεσαν πάνω μου. Να ξέρετε ότι όσα γράφτηκαν στις Γραφές, έχουν γραφτεί για να μας διδάσκουν. Έτσι, με την υπομονή και την ενθάρρυνση που δίνει η Γραφή θα στηριχτεί η ελπίδα μας. Είθε ο θεός, που χαρίζει την υπομονή και την ενθάρρυνση, να σας δώσει την ομόνοια σύμφωνα με το θέλημα του Ιησού Χριστού. Έτσι, όλοι μαζί με μια φωνή θα δοξάσετε το Θεό, τον Πατέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Να δέχεστε ο ένας τον άλλο, όπως δέχτηκε κι εσάς ο Χριστός για να δοξάζεται ο Θεός.

Σχολιασμός
Το αποστολικό ανάγνωσμα αναφέρεται στη σχέση που πρέπει να έχουν τα μέλη της Εκκλησίας μεταξύ τους, αλλά και για την ενότητα που πρέπει να έχει η Εκκλησία και η οποία πηγάζει από την ενότητα μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος. «Υμείς δε έστε σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους ( Α΄Κορ. 12:27). Σκοπός του απ. Παύλου είναι στην Εκκλησία να υπάρχει πάντοτε ενότητα και ομοφροσύνη, χωρίς διαιρέσεις και σχίσματα μεταξύ των χριστιανών μελών της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού.
Κατά τον Γέροντα Πορφύριο «Μέσα στην Εκκλησία όλοι είναι ένα και ο Χριστός είναι η κεφαλή. Η Εκκλησία και ο Χριστός είναι ένα. Το σώμα της Εκκλησίας τρέφεται, αγιάζεται, ζει με το Χριστό». Με αυτές τις προϋποθέσεις «το σώμα της Εκκλησίας γίνεται ο χαρισματικός χώρος, όπου συγκροτείται, βιώνεται και φανερώνεται η ενότητα των πιστών ως εικόνα της τριαδικής ενότητας. Η ενότητα αυτή αποτελεί καρπό μεθέξεως των πιστών στη χάρη του Τριαδικού Θεού και συνιστά έκφραση του ήθους της ενιαίας καθολικής Εκκλησίας, ως αδιάσπαστης ενότητας και ιδεώδους κοινωνίας προσώπων». (Η τριαδική ενότητα και η ενότητα των πιστών κατά το Μ. Αθανάσιο. Δημητρίου Ι. Τσελεγγίδη Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ).
Για την επίτευξη του στόχου της ενότητας της Εκκλησίας, ο απόστολος Παύλος προτείνει κάποια πρακτικά μέτρα που αφορούν τη σχέση και συμπεριφορά μας μέσα στην Εκκλησία και έναντι των άλλων. Έτσι, λέγει ότι εμείς οι χριστιανοί έχουμε κάποιες οφειλές (οφείλομεν) σύμφωνα με τις οποίες πρέπει να ανταποκριθούμε απέναντι στους άλλους χριστιανούς, τα μέλη της Εκκλησίας. Δηλαδή, αυτοί που είναι πνευματικά δυνατοί, οχυρωμένοι με τη χάρη του Τριαδικού Θεού, είναι υποχρεωμένοι να «βαστάζουν τα ασθενήματα των άλλων», δηλαδή να ανεχόμαστε και να συγχωρούμε τις όποιες αδυναμίες έχουν οι άλλοι. Οφείλουμε, επομένως, εάν θεωρούμε τους εαυτούς μας δυνατούς πνευματικά να υπομένουμε και να ανεχόμαστε τις αδυναμίες και τα ελαττώματα των άλλων, που πιθανό να είναι αδύναμοι πνευματικά. Αν και πρέπει, ακόμα και αν έτσι έχουν τα πράγματα, να προσέξουμε ιδιαιτέρως, γιατί η αίσθηση της πνευματικής δύναμης μπορεί να υποκρύπτει εωσφορικό εγωισμό και να είμαστε εμείς που έχουμε ανάγκη στήριξης από τους άλλους. Ο απόστολος Παύλος μιλά με κριτήριο τον εαυτό του και γνωρίζουμε την πνευματική του δύναμη και ενίσχυση από το Άγιο Πνεύμα.
Κατά τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο «έγινες δυνατός; Δώσε την ευχαριστία και την ευγνωμοσύνη στο Θεό, ανεχόμενος και υπομένων τον αδελφό σου με απώτερο σκοπό να τον διορθώσεις. Θυμήσου τον Παύλο που έλεγε, ελεύθερος γαρ ων εκ πάντων πάσιν εμαυτόν εδούλωσα, ίνα τους πλείονας κερδίσω…τοις πάσι γέγονα τα πάντα, ίνα πάντως τινάς σώσω (Α΄ Κορ. 9:19-22). Ακόμα συμβουλεύει λέγοντας: αλλήλων τα βάρη βαστάζετε (Γαλ. 6:2). Είναι καθήκον μας μέσα στην ενότητα που υπάρχει στην Εκκλησία, ότι πρέπει να συμπαραστεκόμαστε στους πνευματικά αδύνατους αδελφούς μας. Αυτό το οποίο κάνουμε πρέπει να το κάνουμε για το συμφέρον όλων των μελών της Εκκλησίας και όχι μόνο για το δικό μας. Αυτό φαίνεται και πάλιν από τα λόγια του απ. Παύλου προς τους Κορινθίους: «Πάντα πάσιν αρέσκω, μη ζητών το εμαυτού συμφέρον, αλλά το των πολλών ίνα σωθώσι» (Α΄ Κορ. 10:33).
Ο κάθε άνθρωπος έχει ως σκοπό μέσα στην ενότητα των μελών της Εκκλησίας, να προσπαθήσει να ανταποκριθεί στην αποστολή του ως μέλος του ιδίου σώματος του Χριστού και να ενεργεί προς την οικοδομήν του σώματος αυτού και όχι για το θεαθήναι ή να προκαλεί σκανδαλισμό των άλλων ανθρώπων. Για να γίνει αυτό εφικτό πρέπει να έχουμε και κάποια εφόδια ως χριστιανοί που είμαστε, την υπομονή και το θάρρος που αντλούμε μέσα από τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Δηλαδή αντλούμε δύναμη και υπομονή από την Αγία Γραφή, για να μπορέσουμε να αντισταθούμε στους πειρασμούς και στις δυσκολίες που έχουμε να αντιμετωπίσουμε από τα μέλη της Εκκλησίας. Εκτός από την Αγία Γραφή την υπομονή μας την παρέχει και ο ίδιος ο Θεός: «Ο δε Θεός υπομονής και της παρακλήσεως δώη υμίν το αυτό φρονείν εν αλλήλοις κατά Χριστόν Ιησούν». Για να υπάρχει η ενότητα μεταξύ των μελών της Εκκλησίας πρέπει να τηρούμε το θέλημα του Θεού, να υποτάξουμε το δικό μας θέλημα στο θέλημα του Χριστού. Θέλημα δε του Τριαδικού Θεού είναι να μη διασπάται η ενότητα της Εκκλησίας. «Ει τις ουν παράκλησις εν Χριστώ ει τι παραμύθιον αγάπης ει τις κοινωνία πνεύματος ει τις σπλάγχνα και οικτιρμοί, πληρώσατε μου την χαράν ίνα το αυτό φρονήτε την αυτήν αγάπην έχοντες σύμψυχοι το εν φρονούντες» (Φιλ. 2: 1-2).
Η αλήθεια αυτή διαφαίνεται κατά το Μ. Αθανάσιο και από την αρχιερατική προσευχή του Χριστού, ο οποίος ζητεί από τον Πατέρα του την ενότητα των πιστών κατά το υπόδειγμα της δικής τους ενότητας (Ιω. 17: 21). (Η τριαδική ενότητα και η ενότητα των πιστών κατά το Μ. Αθανάσιο Δημητρίου Ι.Τσελεγγίδη Καθηγητού Θεολογικής Σχολής Α.Π.Θ)
Η ενότητα των πιστών δεν οφείλεται σ’ αυτούς, αλλά είναι έργο της χάρης του Αγίου Πνεύματος. Έτσι η ενότητα των πιστών βιώνεται και εκφράζεται κατά μίμηση της ενότητας του Τριαδικού Θεού. Ο Απ. Παύλος αναφέρει ότι η ενότητα αυτή πρέπει να γίνεται «εις δόξαν Θεού», αντιθέτως οι διαιρέσεις και οι διχογνωμίες των χριστιανών έχουν ως αποτέλεσμα να βλασφημείται το όνομα του Θεού. «Το γαρ όνομα του Θεού δι υμάς βλασφημείται εν τοις έθνεσιν» (Ρωμ. 2:24). Η στάση και συμπεριφορά των Χριστιανών, αντίθετα, πρέπει να γίνεται αιτία δοξολογίας και λατρείας του Θεού.
http://www.imconstantias.org.cy/2857.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 15 Αύγ 2016, 00:25

Κυριακή Η΄ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. 14, 14-22
Τω καιρώ εκείνω, είδεν ο Ιησούς πολύν όχλον, και εσπλαγχνίσθη επ’ αυτοίς και εθεράπευσε τους αρρώστους αυτών. Οψίας δε γενομένης προσήλθον αυτώ οι μαθηταί αυτού λέγοντες∙ έρημος εστίν ο τόπος και η ώρα ήδη παρήλθεν∙ απόλυσον τους όχλους, ίνα απελθόντες εις τας κώμας αγοράσωσιν εαυτοίς βρώματα. Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς∙ ου χρείαν έχουσιν απελθείν∙ δότε αυτοίς υμείς φαγείν. Οι δε λεγουσιν αυτώ∙ ούκ έχομεν ώδε ει μή πέντε άρτους και δύο ιχθύας. Ο δε είπε∙ φέρετέ μοι αυτούς ώδε. Και κελεύσας τους όχλους ανακλιθήναι επί τους χόρτους, λαβών τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας, αναβλέψας εις τον ουρανόν ευλόγησε, και κλάσας έδωκε τοις μαθηταίς τους άρτους, οι δε μαθηταί τοις όχλοις. και έφυγον πάντες και εχορτάσθησαν, και ήραν το περισσεύον των κλασμάτων δώδεκα κοφίνους πλήρεις. Οι δε εσθίοντες ήσαν άνδρες ωσεί πεντάκισχίλιοι χωρίς γυναικών και παιδίων. Και ευθέως ηνάγκασεν ο Ιησούς τους μαθητάς αυτού εμβήναι εις το πλοίον και προάγειν αυτόν εις το πέραν, έως ου απολύση τους όχλους.

Νεοελληνική Απόδοση
Εκείνο τον καιρό, είδε ο Ιησούς πολύν κόσμο και τους σπλαχνίστηκε, και γιάτρεψε τους αρρώστους των. Όταν έπεσε το δειλινό, τον πλησίασαν οι μαθητές του και του είπαν: «Ο τόπος είναι ερημικός, και η ώρα είναι περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για ν’ αγοράσουν φαγητά να φάνε». Ο Ιησούς τους είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, δώστε τους εσείς να φάνε». Κι αυτοί του λένε: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια». Κι αυτός ειπε: «Φέρτε μού τα εδώ». Κι αφού πρόσταξε τον κόσμο να καθίσει για φαγητό πάνω στο χορτάρι, πήρε τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, έκοψε τα ψωμιά σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές κι οι μαθητές στο πλήθος. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα. Αυτοί αφού έφαγαν ήταν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Αμέσως ύστερα ο Ιησούς υποχρέωσε τους μαθητές να μπούν στο καΐκι και να πάνε να τον περιμένουν στην απέναντι όχθη, ωσότου αυτός διαλύσει τα πλήθη.

Σχολιασμός
Η σημερινή Κυριακή, είναι η όγδοη κατά σειρά Κυριακή στον εορτολογικό κύκλο της Εκκλησίας, κατά την οποία διαβάζονται Ευαγγελικές περικοπές από το κατά Ματθαίο Ευαγγέλιο.
Το ιερό Ευαγγέλιο μιλά με σαφήνεια για δύο θαύματα που έκανε ο Ιησούς Χριστός στην έρημο, πολλαπλασιάζοντας τους άρτους και τα ψάρια και μοιράζοντας τα στο λαό. Για το πρώτο θαύμα, που είναι περιεχόμενο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής, μιλάνε και οι τέσσερις Ευαγγελιστές (Μτθ 14, 14-22 ' Μκ 6, 31-34 ' Λκ 9, 10-17' Ιω. 6, 1-14). Από πέντε άρτους και δύο ψάρια, αφού ευλογήθηκαν, έφαγαν πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά τους και χόρτασαν και μάλιστα περίσσεψαν δώδεκα κοφίνια. Στο δεύτερο θαύμα, που το περιγράφει μόνο ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (15, 32-38) και ο Ευαγγελιστής Μάρκος (8, 1-10), από επτά άρτους και λίγα ψάρια έφαγαν τέσσερις χιλιάδες άνδρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά τους, περίσσεψαν και επτά καλάθια. Ενώ αν σκεφτούμε με μαθηματικό τρόπο ξέρουμε ότι, η πρόσθεση του πέντε και του δυο μας κάνουν επτά, εδώ παρουσιάζεται το υπέρλογο και παράδοξο να μας κάνουν... πολλές χιλιάδες και να μένει και περίσσευμα!
Είδε λέει, ο Ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Ιησούς πολύ κόσμο να τον ακολουθεί και τον σπλαχνίσθηκε και θεράπευσε τους αρρώστους τους. Γιατί αυτός είναι κατά τον προφήτη Ησαία που σήκωσε στους ώμους του τον πόνο μας και υπέμεινε τις ασθένειές μας.
Από τον αριθμό των ανθρώπων που βρίσκονταν μαζί με τον Ιησού Χριστό για να ακούσουν το κήρυγμα του συμπεραίνουμε πόσο πολύ είχαν επηρεαστεί από το λόγο του και τα θαύματα τα οποία επιτελούσε.
Βρισκόμενοι σε τόπο ερημικό δεν προέβλεψαν ότι η διδασκαλία Του θα διαρκούσε αρκετή ώρα και δεν είχαν φροντίσει για το δείπνο τους, ώσπου κάποια στιγμή οι μαθητές πλησιάζουν τον διδάσκοντα Κύριο για να του υπενθυμίσουν ότι πρέπει να διακόψει, για να πάει ο κόσμος να προμηθευτεί τροφή διότι εκείνοι δεν διέθεταν την υπερβολική αυτή ποσότητα, ώστε να φτάσει για όλους, δεδομένου ότι ήταν πέντε χιλιάδες άνδρες εκτός των γυναικών και των παιδιών και διέθεταν μόνο πέντε ψωμιά και δύο ψάρια (Ματθ. ιδ, 14). Με την ανθρώπινη λογική εδώ θα περιμέναμε τον Ιησού Χριστό να προτρέψει τον όχλο να διαλυθεί, έτσι ώστε να μπορέσουν να κατέβουν στα κοντινά χωριά να αγοράσουν την τροφή που χρειάζονταν.
Εντυπωσιακή όμως είναι η στάση του Χριστού στην προτροπή των μαθητών του να απολύσει τους όχλους. Ο Κύριος τους απαντά ότι δεν χρειάζεται να φύγουν, αλλά δώστε τους εσείς να φάνε. Οι μαθητές εξεπλάγησαν γιατί πώς ήταν δυνατό να θρέψουν τόσες χιλιάδες ανθρώπους από το τίποτε. Ανατρέπει την σκέψη τους ο Διδάσκαλος. Τους θέλει ενεργούς στην λύση του προβλήματος. Θα έπρεπε με άλλα λόγια οι μαθητές να κάνουν το πρώτο βήμα και να δώσουν ότι είχαν, και στην συνέχεια να έχουν το θαυμαστό αποτέλεσμα του χορτασμού (Ι. Χρυσοστόμου, «Λόγος εις τους πέντε άρτους και τους δύο ιχθύας»).
Η Θεία Ευχαριστία είναι ο ουράνιος άρτος των ανθρώπων. Ακόμη μπορεί οι Όμως αυτό που είναι αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό. Ο Ιησούς στρέφει τα μάτια στον ουρανό, προσευχόμενος, ευλογεί τις υπάρχουσες τροφές και θρέφει ολόκληρο το πλήθος των ανθρώπων αφήνοντας και πολλά περισσεύματα. Σχολιάζει σχετικά ο Ιερός Χρυσόστομος: « Ο τόπος μπορεί να είναι έρημος, όμως υ τρέφει την οικουμένη. Η ώρα έχει περάσει, αλλά μαζί σας συνομιλεί Εκείνος, που δεν υπόκειται στο χρόνο».
Στους μαθητές Του, ανάμεσα τους αδύνατο για τους ανθρώπους είναι δυνατό για τον Θεό. Εκείνος πο δίνει τους άρτους για να τους μοιράσουν στο πλήθος, για να θυμούνται μόνιμα και συνεχώς το θαύμα. Ακόμη δίνει τους άρτους, για να μην νομισθεί πως κατά φαντασία θαυματούργησε. Τα περισσεύματα είναι δείγμα ατράνταχτης αλήθειας.
Το θαύμα των πέντε άρτων είναι σύμβολο και της Θείας Ευχαριστίας άρτοι να συμβολίζουν και τα πολλά χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Ο Κύριος τρέφει το λαό του και την εκκλησία Του με τον εαυτό Του . Ο Ιησούς Χριστός είναι ο ζωοποιός Αρτος . Ο Ιησούς Χριστός με το θαύμα του πολλαπλασιασμού των άρτων μας φανερώνει πως δεν ενδιαφέρθηκε μόνο για την ψυχή του ανθρώπου αλλά μερίμνησε και για το σώμα του. Τις υλικές ανάγκες του. Ο Χριστός δεν περιφρονεί τα υλικά αγαθά , αλλά τα ιεραρχεί. Πρώτα είναι η βρώση η μένουσα ( Ιωαν. 6,27) και μετά η πρόσκαιρη. Η εκκλησία ενδιαφέρεται το ίδιο για τις υλικές ανάγκες του ανθρώπου, αλλά θέτει όρια στις απαιτήσεις μας. Πρώτα δίδαξε ο Ιησούς Χριστός τον όχλο και μετά τους έδωσε ψωμί να φάνε.
Οφείλουμε εμείς οι άνθρωποι να αγωνιζόμαστε να κρατήσουμε το σύνδεσμο με το Χριστό που είναι ο ζωοποιός άρτος και όχι η επιθυμία να αποκτήσουμε περισσότερα εφήμερα αγαθά. Σίγουρα δεν παραμένουμε μόνο στο έργο της διδασκαλίας του Ευαγγελίου αλλά και στη χρήση των αγαθών, αποφεύγοντας τη σπατάλη και κινούμενοι στην βοήθεια των άλλων από το περίσσευμα μας. Να μην λησμονούμε τον σοφό λόγο που ο Απόστολος Παύλος γράφει προς τους Χριστιανούς της Κορίνθου «Το δικό μας περίσσευμα πρέπει να καλύπτει το υστέρημα των άλλων» (Β΄ Κορ. η,14). Αμήν.
http://www.imconstantias.org.cy/2865.html
-------------------------------------

Κυριακή Η’ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Α’ Κορ. 1, 10-17
Αδελφοί, παρακαλώ υμάς διά του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ινα το αυτό λέγητε πάντες, και μη η εν υμίν σχίσματα, ητε δε κατηρτισμένοι εν τω αυτώ νοΐ και εν τη αυτή γνώμη. Εδηλώθη γαρ μοι περί υμών, αδελφοί μου, υπό των Χλόης οτι έριδες εν υμίν εισι. Λέγω δε τούτο, οτι έκαστος υμών λέγει˙ Εγώ μεν είμι Παύλου, εγώ δε Απολλώ, εγώ δε Κηφά, εγώ δε Χριστού. Μεμέρισται ο Χριστός; Μη Παύλος εσταυρώθη υπέρ υμών; Η εις το όνομα Παύλου εβαπτίσθητε; Ευχαριστώ τω Θεώ οτι ουδένα υμών εβάπτισα ει μη Κρίσπον και Γάϊον, ίνα μη τις είπη οτι είς το εμόν όνομα εβάπτισα. Εβάπτισα δε και τον Στεφανά οίκον˙ λοιπόν ουκ οίδα ει τίνα άλλον εβάπτισα. Ου γάρ απέστειλε με Χριστός βαπτίζειν, αλλ’ ευαγγελίζεσθαι, ουκ εν σοφία λόγου, ίνα μη κενωθή ο σταυρός του Χριστού.


Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, σας ζητώ, στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να είστε όλοι σύμφωνοι μεταξύ σας και να μην υπάρχουν ανάμεσα σας διαιρέσεις, αλλά να είστε ενωμένοι, με μια σκέψη και με ενα φρόνημα. Αυτό το γράφω, αδελφοί μου, γιατί με πληροφόρησαν για σας άνθρωποι της Χλόης οτι έρχεστε σε προστριβές μεταξύ σας. Θέλω να πω οτι ο καθένας σας λέει κατί διαφορετικό. Ο ένας λέει: «Εγώ είμαι του Παύλου», ο άλλος: «Εγώ είμαι του Απολλώ», ένας άλλος: «Εγώ είμαι του Κηφά» και κάποιος άλλος: «Εγώ είμαι του Χριστού». Διαμοιράστηκε, λοιπόν, ο Χριστός; Μήπως είναι ο Παύλος που πέθανε πάνω στον σταυρό για να σας σώσει; Η μήπως στο όνομα του Παύλου έχετε βαφτιστεί; Ευχαριστώ τον Θεό που δεν βάφτισα κανένα σας εκτός απο τον Κρίσπο και τον Γαϊο. Έτσι δεν μπορεί να πει κανείς πως τον βάφτισα στο δικό μου όνομα. Ναι, βέβαια, βάφτισα και την οικογένεια του Στεφανά. Εκτός απ’ αυτούς, όμως, δεν θυμάμαι να βάφτισα κανέναν άλλο. Η αποστολή που μου όρισε ο Χριστός δεν ήταν να βαφτίζω, αλλά να κηρύττω το ευαγγέλιο, χωρίς σοφά και περίτεχνα λόγια, ώστε ο θάνατος του Ιησού Χριστού στον σταυρό να μη χάσει το περιεχόμενο του.


Σχολιασμός
Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα ο Παύλος αναφέρεται σε ένα αρκετά σοβαρό ποιμαντικό πρόβλημα που αντιμετώπιζαν τότε οι Χριστιανοί της εκκλησίας της Κορίνθου. Το πρόβλημα αυτό συνίστατο σε έριδες και προστριβές μεταξύ των πιστών, οι οποίοι φαίνεται πως χωρίστηκαν σε παρατάξεις και έλεγαν ότι ανήκουν ο καθένας σε συγκεκριμένο άτομο. Έτσι επήλθε διχασμός μεταξύ τους. Οι διαιρέσεις μέσα στην Εκκλησία είναι ένα θλιβερό φαινόμενο και ο απόστολος Παύλος μέσα απο τις πατρικές του νουθεσίες, τις συμβουλές του και τη μέριμνα του προσπαθεί να δώσει λύση. Ένα φαινόμενο που δυστυχώς εμφανίζεται και σήμερα στο χώρο της Εκκλησίας, με ολέθρια αποτελέσμτα.

Ο απόστολος Παύλος καλεί τους Κορινθίους, τους οποίους αποκαλεί αδελφούς του, να έχουν ομόνοια μεταξύ τους, αγάπη και ενότητα. Να ενεργούν ως ένας άνθρωπος, με μία σκέψη και ένα φρόνημα. Και τους ζητά αυτό στο όνομα του Ιησού Χριστού. Το βασικό στοιχείο της ενότητας συνίσταται στην πίστη τους στον αναστημένο Κύριο. Η ενότητα των πιστών είναι βασικό στοιχείο στην Εκκλησία. Οι διχόνοιες, οι έχθρες και τα μίση είναι έργο του διαβόλου και δεν έχουν θέση στην Εκκλησία. Γι’ αυτό άλλωστε και ο θείος Παύλος τους ζητά να είναι ενωμένοι και αγαπημένοι μεταξύ τους.

Στη συνέχεια ο Παύλος εξηγεί στους παραλήπτες της επιστολής του γιατί τους γράφει αυτά. Ο λόγος είναι η πληροφόρηση που είχε ότι μεταξύ τους αναπτύχθηκαν έριδες και προστριβές, οι οποίες φέρουν καίρια πλήγματα στην ενότητα της εκκλησίας της Κορίνθου, αλλά και της Εκκλησίας γενικότερα. Οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν στον Παύλο απο οικείους της Χλόης, μιας γυναίκας άγνωστης σε εμάς, που όπως φαίνεται, είχε εξέχουσα θέση στην κοινότητα της Κορίνθου. Στη συνέχεια ο Απόστολος των εθνών εξηγεί αναλυτικά την αιτία των προστριβών. Η αιτία είναι η υπερβολική προσκόλληση, η οποία φτάνει στα όρια της προσωπολατρίας, των Κορινθιών σε συγκεκριμένα άτομα.

Κάποιοι καυχόνταν και έλεγαν ότι ανήκουν στον Παύλο, άλλοι πάλι ότι είναι του Απολλώ, άλλοι του Κηφά, ενώ άλλοι έλεγαν ότι ανήκουν στο Χριστό. Ο πιστός απο τη στιγμή που βαπτίζεται, ανήκει στο Χριστό και στην Εκκλησία και όχι σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, όσο και αυτό το πρόσωπο διακρίνεται για την αγιότητα του. Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός. Μέλη της Εκκλησίας οι πιστοί. Μπροστά στην Κεφαλή λοιπόν της Εκκλησίας, είμαστε όλοι ίσοι. Ως εκ τούτου προσωπολατρίες δεν έχουν θέση. Δεν ανήκουμε σε κανένα άνθρωπο, αλλά όλοι ανήκουμε στο Χριστό και την Εκκλησία, η οποία είναι το Σώμα του ζώντος Χριστού. Αυτό ακριβώς τονίζει ο Απύλος μέσα από την επιστολή του αυτή προς την εκκλησία της Κορίνθου.

Τη στάση αυτή των Κορινθίων και τις έριδες μεταξύ των πιστών της Κορίνθου, καυτηριάζει και ταλανίζει ο απόστολος Παύλος. Ερωτά λοιπόν ο Παύλος: «μεμέρισται ο Χριστός;». Διαμοιράστηκε λοιπόν ο Χριστός; Μήπως τους λέει ο Χριστός και η Εκκλησία διαιρέθηκαν και τεμαχίστηκαν; Και συνεχίζει και ερωτά : «Μήπως είναι ο Παύλος που πέθανε πάνω στο σταυρό για να σας σώσει; ή μήπως βαφτιστήκατε στο όνομα του Παύλου;» Τα ερωτήματα αυτά του Παύλου έχουν σκοπό να ταρακουνήσουν και να συνεφέρουν τους Κορινθίους. Τους εξηγεί ότι αυτός που πέθανε στο Σταυρό για να σώσει, αλλά και να ενώσει τα διασκορπισμένα τέκνα του Θεού, είναι ο Χριστός. Αυτός που μας λύτρωσε απο το θάνατο με το θάνατο του και την Ανάσταση του, είναι ο Χριστός και όχι ο απόστολος Παύλος ή οποιοσδήποτε άλλος. Και η βάπτιση τους έγινε στο όνομα της Αγίας Τριάδας και όχι στο όνομα του Παύλου ή κάποιου άλλου. Μάλιστα οι σχέσεις των Προσώπων της Αγίας Τριάδας είναι σχέσεις αγάπης και ενότητας. Στο πρότυπο λοιπόν των ενδοτριαδικών σχέσεων πρέπει να συγκροτείται και η Εκκλησία.

Ακολούθως ο Παύλος ευχαριστεί το Θεό που δεν βάφτισε κανένα, εκτός απο τον Κρίσπο, το Γάιο και την οικογένεια του Στεφανά. Ο Κρίσπος, σύμφωνα με μαρτυρία των Πράξεων, ήταν αρχισυνάγωγος στην Κόρινθό και υπήρξε απο τους πρώτους που πίστεψαν στο Χριστό. Για τον Γάιο δεν έχουμε επαρκείς πληροφορίες. Ο Στεφανάς βρισκόταν απο τη βάπτιση του στο πλευρό του Παύλου. Το ότι ο Απόστολος ευχαριστεί το Θεό που δεν βάφτισε κανένα, εκτός αυτούς που ανέφερε πιο πάνω, ίσως αυτό να μας φαίνεται παράξενο και παράδοξο, όμως ο απόστολος Παύλος δίνει μια εξήγηση. Ο λόγος είναι γιατί δεν μπορεί να πει κάποιος πως βαφτίστηκε στο δικό του όνομα. Φαίνεται πως ο Παύλος στην Κόρινθο, ο ίδιος βάπτισε ελάχιστα άτομα, τα οποία και μνημονεύει στην επιστολή του. Έτσι δεν μπορούν να ισχυριστούν κάποιοι ότι βαπτίστηκαν στο δικό του όνομα.

Στο στίχο 17, ο απόστολος Παύλος, αναφέρει ότι η αποστολή που ανατέθηκε απο το Χριστό δεν είναι να βαφτίζει, αλλά να κηρύττει το ευαγγέλιο. Το βάπτισμα μπορεί να το τελέσει και ένας απλός λειτουργός. Η διάδοση όμως του ευαγγελικού μηνύματος είναι έργο δύσκολο, που δεν μπορεί να το επιτελέσει κάθε άνθρωπος. Και ο Χριστός ανέθεσε στον Παύλο τη διάδοση του χριστιανικού μηνύματος στα έθνη. Για τον σκοπό αυτό ο θείος Παύλος πραγματοποίησε και τις τέσσερις γνωστές του αποστολικές περιοδείες, στη γνωστή τότε οικουμένη. Ο Παύλος ακόμη αναφέρει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό: ότι το κήρυγμα του ευαγγελίου πρέπει να μεταδίδεται με απλότητα, χωρίς περίτεχνα λόγια, χωρίς να χρησιμοποιείται η θύραθεν σοφία. Μόνο τότε κατά τον Παύλο δεν θα χάσει και το νόημα του το κήρυγμα για το σταυρικό θάνατο του Χριστού.

Δυστυχώς και σήμερα, 2000 και πλέον χρόνια από τότε που συνέγραψε την επιστολή αυτή ο απ. Παύλος, υπάρχουν διχόνοιες και έριδες μεταξύ των πιστών. Ήδη απο τους πρώτους αιώνες έχουμε τις αιρέσεις, που τόσο ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν την Εκκλησία. Οι αιρέσεις αποτελούν σημάδι εκκοσμίκευσης της Εκκλησίας και συνίστανται στην προσκόλληση κάποιων ανθρώπων σε κάποιες απόψεις και σε κάποια πρόσωπα. Θλιβερό ορόσημο της Εκκλησίας αποτέλεσε το Σχίσμα του 1054 που διαίρεσε την Εκκλησία και τους πιστούς. Απο την άλλη έχουμε στην Εκκλησία το φαινόμενου του γεροντισμού και του γεροντικού φονταμενταλισμού. Πρόκειται για την υπερβολική και φανατική προσκόλληση πιστών στον πνευματικό τους πατέρα ή σε συγκεκριμένους γέροντες. Θεωρούν ότι ο γέροντας τους αποτελεί αυθεντία, ότι είναι «υπερ-ορθόδοξος», ενώ οι υπόλοιποι δεν εκφράζουν το ορθόδοξο φρόνημα. Είναι όντως ένα νοσηρό φαινόμενο που πρέπει να εκλείψει. Οι πνευματικοί πατέρες και οι γέροντες, είναι μεν πνευματικοί οδηγοί, αλλά είναι και αυτοί διάκονοι του Χριστού και της Εκκλησίας. Είμαστε πιστοί του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και όχι οποιοδήποτε προσώπου. Γι’ αυτό και ονομαζόμαστε «χριστιανοί». Φέρουμε το όνομα του Χριστού. Τον Ιησού Χριστό λατρεύουμε ως Θεό και Σωτήρα και αυτός είναι που μας οδηγεί στη σωτηρία και λύτρωση. Οι πνευματικοί πατέρες απλώς μας συμβουλεύουν και μας καθοδηγούν με τη χάρη του Θεού στην εν Χριστώ πορεία μας. Επίσης, δια του μυστηρίου της Μετανοίας και πάλι με τη χάρη του Θεού, συντελούν στη συγχώρεση των αμαρτιών μας. Ως εκ τούτου προσωπολατρίες, σε σημείο μάλιστα φανατισμού, είναι κάτι ξένο προς τη χριστιανική μας ιδιότητα.
http://www.imconstantias.org.cy/2866.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 29 Αύγ 2016, 00:29

Κυριακή Ι΄ Ματθαίου, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Ματθ. ιζ΄ 14-23
Τω καιρώ εκείνω, άνθρωπος τις προσήλθεν τω Ιησού γονυπετών αυτόν και λέγων· Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει· πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ. Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς σου, και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι. Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! Έως πότε έσομαι μεθ΄ υμών; Έως πότε ανέξομαι υμών; Φέρετέ μοι αυτόν ώδε. Και επετίμησεν αυτώ ο Ιησούς, και εξήλθεν απ΄ αυτού το δαιμόνιον και εθεραπεύθη ο παις από της ώρας εκείνης. Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ΄ ιδίαν είπον· διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό; Ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· δια την απιστίαν υμών. Αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω, μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν. Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία. Αναστρεφομένων δε αυτών εις την Γαλιλαίαν είπεν αυτοίς ο Ιησούς· μέλλει ο υιός του ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται.

Νεοελληνική Απόδοση
Όταν έφτασαν στο πλήθος, τον πλησίασε ένας άνθρωπος, γονάτισε μπροστά του και του είπε: «Κύριε, σπλαχνίσου το γιο μου, γιατί είναι επιληπτικός και υποφέρει· πολλές φορές μάλιστα πέφτει στη φωτιά και στο νερό. Τον έφερα στους μαθητές σου, αλλά δεν μπόρεσαν να τον θεραπεύσουν». Ο Ιησούς απάντησε: «Γενιά άπιστη και διεφθαρμένη, ως πότε θα είμαι μαζί σας; Ως πότε θα σας ανέχομαι; Φέρτε τον μου εδώ». Ο Ιησούς επιτίμησε το δαιμόνιο, και βγήκε απ’ αυτόν· από εκείνη την ώρα το παιδί γιατρεύτηκε. Πήγαν τότε ιδιαιτέρως στον Ιησού οι μαθητές και τον ρώτησαν: «Γιατί εμείς δεν μπορέσαμε να το βγάλουμε;» Κι ο Ιησούς τους είπε: «Εξαιτίας της απιστίας σας»˙ «σας βεβαιώνω πως, αν έχετε πίστη έστω και σαν κόκκο σιναπιού, θα λέτε σ΄ αυτό το βουνό, πήγαινε από ΄δω εκεί, και θα πηγαίνει· και κανένα πράγμα δε θα είναι αδύνατο για σας. Αυτό το δαιμονικό γένος δε βγαίνει παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Ενώ οι μαθητές περιέρχονταν τη Γαλιλαία, τους είπε ο Ιησούς: «Ο Υιός του Ανθρώπου πρόκειται να παραδοθεί σε χέρια ανθρώπων· θα τον θανατώσουν, και την τρίτη μέρα θα αναστηθεί».

Σχολιασμός
Το σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα, προέρχεται από το δέκατο έβδομο κεφάλαιο του Ευαγγελιστή Ματθαίου και περιγράφει το θαύμα της θεραπείας του σεληνιαζομένου νέου. Το περιστατικό αυτό χρονικά, έλαβε χώρα αμέσως μετά το γεγονός της Μεταμορφώσεως του Χριστού στο όρος Θαβώρ.
Όταν κατέβηκε ο Ιησούς από το όρος μαζί με τους τρείς προκρίτους μαθητές Πέτρο, Ιάκωβο και Ιωάννη, βρήκαν εκεί το πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους άλλους αποστόλους, καθώς και το άρρωστο παιδί. Αφού δε βρήκε τον Χρι­στό, ο δύστυχος πατέρας έφερε το παιδί στους μαθητές του, εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν «Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς σου και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι». Δεν είχαν τη δύναμη να το κάνουν αυτό για τρεις λόγους: α. επειδή οι ίδιοι δεν είχαν αρκετή πίστη· β. επειδή κι ο πατέρας του παιδιού δεν είχε πίστη· και γ. επειδή η πίστη έλειπε κι από τους γραμματείς που παρευρίσκονταν εκεί και συζητούσαν με τους μα­θητές, όπως αναφέρει ο Ευαγγελιστής Μάρκος ο οποίος παραθέτει περισσότερες λεπτομέρειες για το θαύμα αυτό στο ένατο κεφάλαιο του Ευαγγελίου του.
Η απιστία του πατέρα τού παιδιού γίνεται φανερή από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η' 2).Τότε μίλησε ένας άνθρωπος που είχε δυνατή πίστη. Δε μίλησε όπως ο Ιάειρος, όταν κάλεσε το Χριστό για ν' αναστήσει την κόρη του: «ελθών επίθες επ' αυτήν την χείρά σου και ζήσεται» (Ματθ. θ' 18). Κι εδώ μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Ακόμη μίλησε πολύ λιγότερο και από τον εκατόνταρχο στην Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η' 8). Εκεί μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη όμως ασφαλώς που είχε τη μεγαλύτερη πίστη ήταν η αιμορροούσα γυναίκα που δεν είπε τίποτα. Παρά μόνο σύρθηκε στα πόδια τού Χριστού και άγγιξε το ιμάτιό του. Ο πατέρας του παιδιού δε μίλησε σαν κι αυτούς. Αυτός είπε στο Χριστό: «εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν» (Μάρκ. θ' 22).
Ο Χριστός στη συνέχεια, ταλανίζει την απιστία των συμπατριωτών του και συνεπώς και του πατέρα του παιδιού, αλλά και των μαθητών του: «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! Εώς πότε έσομαι μεθ’ υμών; Εώς πότε ανέξομαι υμών;». Η γενεά εκείνη, της οποίας αρχηγοί ήταν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, το σαπισμένο και δυσώδες δηλ. κατεστημένο του Ισραήλ, ήταν όχι μόνο άπιστη, αλλά και διεστραμμένη διότι ενώ έβλεπαν τα μοναδικά θαύματα που επιτελούσε ο Ιησούς, επέμεναν στην απιστία τους και περισσότερο βλασφημούσαν, αποδίδοντας την Θεϊκή δύναμη σε δαιμονική ενέργεια.
Ο Κύριος λοιπόν με την άμετρη δύναμή του, αλλά και την άρρητη φιλανθρωπία του θεραπεύει τον νέο και απαλλάσσει «το έργο των χειρών του» από την τυραννία του διαβόλου, επεμβαίνει τη στιγμή που το δαιμόνιο για ακόμη μια φορά επιτίθεται στο δυστυχισμένο νέο ρίχνοντας και κτυπώντας τον στο έδαφος. Και ενώ οι μαθητές «ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύεσαι» , ο Ιησούς το «επιτίμησε» και έφυγε από το νέο και έγινε εντελώς καλά.
Το δαιμονισμένο παιδί φανερώνει την αναστάτωση και την κυριαρχία των δαιμονικών δυνάμεων στην ζωή του κόσμου και των ανθρώπων καθημερινά. Πολλοί αρνούνται την ύπαρξη του Σατανά και θεωρούν ότι η ύπαρξη του διαβόλου ανήκει στις μεσαιωνικές προλήψεις και στην πρωτόγονη νοημοσύνη. Στις περιπτώσεις αυτές ο διάβολος μπαινοβγαίνει ελεύθερα και χωρίς καμιά αντίσταση στις καρδιές των ανθρώπων και επιτελεί το έργο της απωλείας καταφέρνοντας να μας στήνει την πιο έξυπνη παγίδα: τον φαινομενικό θρίαμβο της ανθρώπινης ανεξαρτησίας. Ο άνθρωπος λοιπόν, όταν βρίσκεται μακριά του Θεού να είναι ανίκανος να φυλάξει τον εαυτό του. Τα πάθη και οι αμαρτίες τον υποδουλώνουν και γίνεται υποχείριο των δαιμόνων, μη μπορώντας να απαλλαγεί. Η συνάντηση όμως και επαφή με τον Χριστό δίνει στον άνθρωπο την ελευθερία του.
Όταν έπειτα οι μαθητές ρώτησαν τον Χριστό, γιατί οι ίδιοι απέτυχαν να βοηθήσουν τον ασθενή νέο, τους είπε το εξής «δια την απιστίαν υμών. Αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον συνάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν». Ίσως ο Χριστός αυτή τη στιγμή τους έδειχνε το Όρος της Μεταμορφώσεως και γινόταν έτσι μια έμμεση αναφορά στο θαυμαστό εκείνο γεγονός που είχε προηγηθεί πριν λίγες ώρες εκεί.
Θέλοντας ο Χριστός να διδάξει και αυτούς αλλά κι εμάς τους μετέπειτα Χριστιανούς και μαθητές του πως αποκτούνται τα πνευματικά χαρίσματα, λέει στους Αποστόλους: «αυτό το γένος δεν εκδιώκεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία». Η νηστεία μαζί με την πίστη προσφέρει μεγάλη δύναμη. Αυξάνει την ευσέβεια και μεταβάλλει τον άνθρωπο σε άγγελο και μπορεί έτσι να αγωνίζεται εναντίον των ασωμάτων δαιμόνων. Αυτό όμως δεν μπορεί να το κάνει από μόνη της η νηστεία, αλλά χρειάζεται και προσευχή και μάλιστα η προσευχή είναι αυτή που κατέχει την πρώτη θέση.
Στην προσευχή ο άνθρωπος στέκεται «ενώπιος ενωπίω» με τον Θεό, σε μία σχέση παιδιού προς πατέρα. Είναι και η προσευχή εκδήλωση εμπιστοσύνης στον Θεό, αλλά ταυτόχρονα και αναγνώριση των ορίων μας, της μεγάλης διαφοράς που μας χωρίζει από Εκείνον. Με την προσευχή αναγνωρίζουμε την ευτέλεια και την αδυναμία μας και ξανοιγόμαστε στο πέλαγος της μεγαλοσύνης και της παντοδυναμίας του Θεού. Ο Χριστός πολλές φορές, διαβεβαίωσε τόσο τους αποστόλους όσο και όλους τους ακροατές του, λέγοντάς τους: «Πάντα όσα αν αιτήσησθε εν τη προσευχή πιστεύοντες λήψεσθε». Όσα ζητήσετε με πίστη κατά την προσευχή σας, θα σας δοθούν. Με το να πει σήμερα ο Χριστός ότι «τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία», θέλει να καταστήσει σαφές ότι με τις ανθρώπινες δυνάμεις η εκδίωξη του δαιμονίου ήταν αδύνατη. Μόνον η επίκληση του Θεού, που επιτυγχάνεται με θερμή προσευχή, μπορούσε να απαλλάξει το νέο από το δαιμόνιο.
Και η δύναμη της νηστείας είναι μεγάλη, όπως μας διαβεβαίωσε ο Χριστός. Αυτός που νηστεύει είναι απαλλαγμένος από περιττά βάρη, ελαφραίνει το σώμα και αποκτά φτερά για να μπορεί να προσεύχεται με καθαρή καρδιά. Η νηστεία σβήνει τις πονηρές επιθυμίες, ταπεινώνει την υπερηφανευόμενη ψυχή και εξευμενίζει τον Θεό. Καθώς ο άνθρωπος καθαρίζεται από τις περιττές ανάγκες και μέριμνες με τη νηστεία, μπορεί και προσεύχεται πιο δυνατά και ειλικρινά. Αυτή η προσευχή γίνεται δυνατότερη από τη φωτιά και προσελκύει ευκολότερα τη χάρη του Θεού. Η στέρηση από τη νηστεία και η αποφυγή των άλλων αμαρτωλών παθών, είναι μερικές θυσίες, που μας κάνουν έστω και στο ελάχιστο κοινωνούς στη θυσία και τα παθήματα του Κυρίου μας. Γι αυτό ο Κύριος, αφού μίλησε στους Μαθητές του για νηστεία, στη συνέχεια αναφέρθηκε στο θάνατό του, ίσως γιατί και με τη μικρή θυσία της νηστείας, γινόμαστε «κοινωνοί» στη δική του Θυσία. Με την πίστη, ο άνθρωπος αναγνωρίζει την αποτυχία του να τελειωθεί μακριά από τον Θεό και επιστρέφει στην πηγή της ζωής, τον Θεό, που εγκατέλειψε. Έτσι γίνεται κοινωνός της Χάριτος και νικά τον διάβολο.
Με την προσευχή ο άνθρωπος μπορεί να ξεφύγει από το πνευματικό αδιέξοδο που έχει οδηγηθεί, γιατί νιώθει τη χάρη του Θεού να τον κυριεύει πλημμυρίζοντας την καρδιά του με αγάπη και πνευματική ηρεμία. Κάθε άνθρωπος που προσεύχεται αληθινά-πραγματικά δεν επιστρέφει ποτέ άδειος από την προσευχή. Δηλαδή αν ζητούμε κάτι από τον Κύριο και δεν έχουμε ανταπόκριση, αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί ίσως δεν προσευχόμαστε σωστά. «Αιτείτε και ου λαμβάνετε, διότι κακώς αιτείσθε» (Ιακ. δ’ 3).
Στην σημερινή ευαγγελική περικοπή ο Κύριος, μας διδάσκει ότι πρέπει να πολεμούμε τους πειρασμούς και τα πάθη μας με προσευχή προς το Θεό, σε συνδυασμό με τη νηστεία, έτσι ώστε με τη δύναμη και τη χάρη του Θεού να βγαίνουμε νικητές. Η δυνατή πίστη στον Θεό, η προσευχή και η νηστεία, αποτελούν τα μεγαλύτερα πνευματικά εφόδια για την πνευματική μας ανάταση.
http://www.imconstantias.org.cy/2887.html
----------------

Κυριακή Ι΄ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Α’ Κορινθίους 4: 9-16
Δοκώ γαρ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν ως επιθανατίους, ότι θέατρον εγενήθημεν τω κόσμω, και αγγέλοις και ανθρώποις. Ημείς μωροί διά Χριστόν, υμείς δε φρόνιμοι εν Χριστώ∙ ημείς ασθενείς, υμείς δε ισχυροί∙ υμείς ένδοξοι, ημείς δε άτιμοι. Άχρι της άρτι ώρας και πεινώμεν και διψώμεν και γυμνητεύομεν και κολαφιζόμεθα και αστατούμεν και κοπιώμεν εργαζόμενοι ταις ιδίαις χερσί∙ λοιδορούμενοι ευλογούμεν, διωκόμενοι ανεχόμεθα, βλασφημούμενοι παρακαλούμεν∙ ως περικαθάρματα του κόσμου εγενήθημεν, πάντων περίψημα έως άρτι. Ουκ εντρέπων υμάς γράφω ταύτα, αλλ’ ως τέκνα μου αγαπητά νουθετώ. Εάν γαρ μυρίους παιδαγωγούς έχητε εν Χριστώ, αλλ’ ου πολλούς πατέρας∙ εν γαρ Χριστώ Ιησού διά του ευαγγελίου εγώ υμάς εγέννησα. Παρακαλώ ουν υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε.

Απόδοση
Μου φαίνεται όμως πως ο Θεός σ’ εμάς τους αποστόλους έδωσε την ελεεινότερη θέση, σαν να είμαστε καταδικασμένοι να πεθάνουμε στο στάδιο. Γιατί γίναμε θέαμα για τον κόσμο, για αγγέλους και γι’ ανθρώπους. Εμείς παρουσιαζόμαστε μωροί για χάρη του Χριστού, ενώ εσείς είστε σοφοί χάρη στο Χριστό∙ εμείς είμαστε αδύναμοι, ενώ εσείς είστε δυνατοί∙ εμείς είμαστε περιφρονημένοι, ενώ εσείς είστε τιμημένοι! Ως αυτή την ώρα πεινάμε, διψάμε, γυρνάμε με κουρέλια, ξυλοδαρμένοι, από τόπο σε τόπο χωρίς σπίτι, και μοχθούμε να ζήσουμε δουλεύοντας με τα ίδια μας τα χέρια. Στους εμπαιγμούς απαντάμε με καλά λόγια, στους διωγμούς με υπομονή, στις συκοφαντίες με λόγια φιλικά. Καταντήσαμε σαν τα σκουπίδια όλου του κόσμου, ως αυτή την ώρα θεωρούμαστε τα αποβράσματα της κοινωνίας. Δε σας τα γράφω αυτά για να σας κάνω να ντραπείτε, αλλά για να σας συμβουλέψω όπως ο πατέρας τα αγαπημένα του παιδιά. Γιατί κι αν ακόμα έχετε χιλιάδες δασκάλους στη ζωή σας με το Χριστό, δεν έχετε πολλούς πατέρες αλλά μόνον ένα. Στη σωτήρια οικονομία του Ιησού Χριστού, εγώ σαν πατέρας σας γέννησα με το κήρυγμα του ευαγγελίου. Σας ζητώ λοιπόν να μου μοιάσετε.

Σχολιασμός
Το έργο της διαδόσεως του Ευαγγελίου υπήρξε αφάνταστα βαρύ και επίμοχθο. Οι Απόστολοι «ως πρόβατα εν μέσω λύκων», όπως προείπε ο ίδιος ο Κύριος (Ματθ. 10,16), χρειάστηκε να κοπιάσουν πολύ και να δοκιμάσουν αναρίθμητους πειρασμούς για να μεταδώσουν το χαρμόσυνο μήνυμα της εν Χριστώ σωτηρίας στους ανθρώπους. Στο σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα, ο απ. Παύλος μας περιγράφει την αποστολική ζωή, το πως δηλαδή έζησαν και πόσο αγωνίστηκαν οι Απόστολοι, προσπαθώντας να σπείρουν το λόγο του Ευαγγελίου στις καρδιές των ανθρώπων και να θεμελιώσουν τις διάφορες κατά τόπους Εκκλησίες.
Ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει τους Κορινθίους «φρόνιμους» και «ένδοξους», ενώ αντίθετα ονομάζει τους αποστόλους «μωρούς», «ασθενείς» και «άτιμους». Θέλει με αυτό τον τρόπο να υπογραμμίσει την φιλαυτία των Κορινθίων αλλά και να τονίσει την καταφρόνια που δοκίμαζαν οι Απόστολοι στα μάτια του κόσμου. Η συμπεριφορά του κόσμου προς τους αποστόλους ήταν σημάδι αδυναμίας κατανόησης του ευαγγελικού τους έργου και έλλειψη κοινωνικής αναγνώρισης, γι’ αυτό και το έργο της διαδόσεως του Ευαγγελίου γινόταν ακόμα πιο δύσκολο για τους Αποστόλους.
«Δοκώ γαρ ότι ο Θεός ημάς τους αποστόλους εσχάτους απέδειξεν ως επιθανατίους». Έτσι έμοιαζαν οι Απόστολοι, με κατάδικους που εμφανίζονται στο γήπεδο έτοιμοι για θάνατο και γίνονται θέαμα ενώπιον των πάντων. Πραγματικά πολύ εύστοχη η παρατήρηση ότι ο αληθινός απόστολος, ο γνήσιος ποιμένας είναι έτοιμος κάθε μέρα να πεθάνει, για να μην πούμε καλύτερα ότι κάθε μέρα πεθαίνει και κάθε μέρα ανασταίνεται. Πεθαίνει πάνω στο χρέος του και ανασταίνεται μέσα στη χάρη του Θεού.
Όσο ένδοξο μας παρουσιάζεται σήμερα το αξίωμα και το έργο των Αποστόλων, τόσο βαρύ και κινδυνώδες ήταν τότε που το ασκούσαν. Κύριο γνωρίσματα της αποστολικής ζωής ήταν η πείνα, η δίψα, η γύμνια, η κακομεταχείριση από τους άλλους, η συνεχής μετακίνηση από τόπο σε τόπο χωρίς μόνιμη έδρα. Η ζωή τους δεν ήταν τίποτε άλλο παρά η μίμηση του παραδείγματος και η ενσάρκωση της διδαχής που τους είχε παραδώσει ο ίδιος ο Κύριος. Ήταν πραγματική συμμετοχή και κοινωνία στα παθήματα του Χριστού. Σήμερα πολλοί φτάσαμε να πιστεύουμε πως η υλική άνεση και η κοσμική δύναμη είναι σημάδια χριστιανικής γνησιότητας, όμως βλέποντας τη ζωή των Αποστόλων καταλαβαίνουμε ότι αυτό δεν ισχύει.
Η προτροπή που απευθύνει αμέσως μετά προς τους Κορινθίους ο απόστολος Παύλος «μιμηταί μου γίνεσθε», δηλαδή να γίνουν μιμητές του, μπορεί να ακούγεται λίγο τολμηρή, αλλά είναι η σχέση πατέρα και παιδιών που του επιτρέπει να μιλήσει με αυτό τον τρόπο. Ο απόστολος Παύλος ήταν ο πνευματικός τους πατέρας και οι Κορίνθιοι πνευματικά του παιδιά. Εκείνος τους είχε οδηγήσει στο Χριστό, τους είχε αναγεννήσει πνευματικά με το κήρυγμα του ευαγγελίου, το οποίο εκείνος πρώτος είχε κηρύξει στην Κόρινθο. Είναι πολύ φυσικό όχι μόνο γιατί πρέπει τα παιδιά να προσπαθούν να μοιάσουν στον πατέρα τους, αλλά κυρίως γιατί η ζωή του απόστόλου Παύλου ήταν αντανάκλαση της ζωής του Ιησού Χριστού.
Προβάλλοντας ο απόστολος Παύλος τον εαυτό του ως παράδειγμα για μίμηση, δείχνει στους Κορίνθιους πως η ζωή του Ιησού Χριστού που τους είχε κηρύξει δεν ήταν ακατόρθωτη αφού και ο ίδιος, άνθρωπος όμοιος με εκείνους, την είχε κατορθώσει.
Ευαγγελική διδαχή χωρίς ευαγγελικό βίο είναι προσπάθεια που δεν τελεσφορεί. Όσοι διακονούν το ευαγγέλιο οφείλουν να ζουν με τέτοια προσοχή και ακρίβεια, ώστε ο βίος τους να αποτελεί πρότυπο για μίμηση από εκείνους τους οποίους διδάσκουν.
Η εκκλησία μας ονομάζεται αποστολική, κι’ αυτό γιατί θεμελιώθηκε πάνω στο κήρυγμα των Αποστόλων. Η πίστη μας χαρακτηρίζεται αποστολική, διότι είναι η μία πίστη των Αποστόλων. Το έργο της εκκλησίας λέγεται αποστολικό επειδή αποτελεί συνέχεια του έργου και του κηρύγματος των Αποστόλων. Οι ποιμένες της εκκλησίας είναι διάδοχοι των Αποστόλων. Από εκείνους, κατά αδιάκοπη συνέχεια παρέλαβαν τον «κλήρον» της αποστολικής διακονίας και το δικό τους έργο συνεχίζουν προεκτείνοντάς το μέσα στην ιστορία.
Αυτό ακριβώς συνιστά ο απόστολος Παύλος στους Κορινθίους με τη φράση: «Παρακαλώ υμάς, μιμηταί μου γίνεσθε». Η αποστολική σύσταση δεν αφορά μόνο τους τότε χριστιανούς αλλά έχει διαχρονική σημασία. Μας προσκαλεί να ακολουθήσουμε τα ίχνη των Αποστόλων, να μιμηθούμε τη ζωή τους, τη μία και αληθινή ζωή που είναι η ζωή του Ιησού Χριστού.
http://www.imconstantias.org.cy/2888.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 05 Σεπ 2016, 00:48

Κυριακή ΙΑ΄ Ματθαίου, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ματθ. 18, 23-35
Είπεν ο Κύριος την παραβολήν ταύτην˙ Ωμοιώθη η βασιλεία των ουρανών ανθρώπω βασιλεί, ος ηθέλησε συνάραι λόγον μετά των δούλων αυτού. Αρξαμένου δε αυτού συναίρειν προσηνέχθη αυτώ εις οφειλέτης μυρίων ταλάντων. Μη έχοντος δε αυτού αποδούναι εκέλευσεν αυτόν ο κύριος αυτού πραθήναι και την γυναίκα αυτού και τα τέκνα και πάντα όσα είχε, και αποδοθήναι. Πεσών ούν ο δούλος προσεκύνει αυτώ λέγων˙ Κύριε, μακροθύμησον επ’ εμοί και πάντα σοι αποδώσω. Σπλαγχνισθείς δε ο κύριος του δούλου εκείνου απέλυσεν αυτόν και το δάνειον αφήκεν αυτώ. Εξελθών δε ο δούλος εκείνος εύρεν ένα των συνδούλων αυτού, ος ώφειλεν αυτώ εκατόν δηνάρια, και κρατήσας αυτόν έπνιγε λέγων˙ απόδος μοι ει τι οφείλεις. Πέσων ουν ο σύνδουλος αυτού εις τους πόδας αυτού παρεκάλει αυτόν λέγων˙ Μακροθύμησον επ’ εμοί και αποδώσω σοι. Ο δε ουκ ήθελεν, αλλά απελθών έβαλεν αυτόν εις φυλακήν εως ου αποδώ το οφειλόμενον. Ιδόντες δε οι σύνδουλοι αυτού τα γενόμενα ελυπήθησαν σφόδρα, και ελθόντες διεσάφησαν τω κυρίω εαυτών πάντα τα γνόμενα. Τότε προσκαλεσάμενος αυτόν ο κύριος αυτού λέγει αυτώ˙ Δούλε πονηρέ, πάσαν την οφειλήν εκείνην αφηκά σοι, επεί παρεκαλεσάς με˙ ουκ έδει και σε ελεήσαι τον σύνδουλόν σου, ως και εγώ σε ηλεήσα; Και οργισθείς ο κύριος αυτού παρέδωκεν αυτόν τοίς βασανισταίς έως ου αποδώ παν το οφειλόμενον αυτώ. Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδιών υμών τα παραπτώματα αυτών.

Νεοελληνική Απόδοση
Είπε ο Κύριος αυτή την παραβολή: «Η βασιλεία των ουρανών μοιάζει μ’ ένα βασιλιά, που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του.» Μόλις άρχισε να κάνει τον λογαριασμό, του φέρανε κάποιον που όφειλε δέκα χιλιάδες τάλαντα. Επειδή δεν μπορούσε να τα επιστρέψει, ο κύριος του διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο, τη γυναίκα του, τα παιδιά του κι όλα τα υπάρχοντά του και να του δώσουν το ποσό απο την πώληση. Ο δούλος τότε έπεσε στα πόδια του, τον προσκυνούσε κι έλεγε: «δείξε μου μακροθυμία και θα σου τα δώσω ολα τα χρέη μου πίσω». Τον λυπήθηκε λοιπόν ο κυρίος του εκείνον τον δούλο και τον άφησε να φύγει˙ του χάρισε μάλιστα και το χρέος. Βγαίνοντας εξω ο ίδιος δούλος, βρήκε έναν απο τους συνδούλους του, που του όφειλε μόνο εκατό δηνάρια˙ τον έπιασε και τον έσφιγγε να τον πνίξει λέγοντάς του: «ξόφλησέ μου αυτά που μου χρωστάς». Ο σύνδουλός του τότε έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε: «δείξε μου μακροθυμία, και θα σου τα ξεπληρώσω». Εκείνος όμως δεν δεχόταν, αλλά πήγε και τον έβαλε στη φυλακή, ώσπου να ξεπληρώσει οτι του χρωστούσε. Όταν το είδαν αυτό οι σύνδουλοί του, λυπήθηκαν πάρα πολύ, και πήγαν και διηγήθηκαν στον κύριο τους ολα όσα έγιναν. Τότε ο κύριος τον κάλεσε και του λέει:«κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρακάλεσες˙ δεν έπρεπε κι εσύ να σπλαχνιστείς τον σύνδουλό σου, όπως κι εγω σπλαχνίστηκα εσένα;». Και οργισμένος τον παρέδωσε στους βασανιστές, ώσπου να ξεπληρώσει όσα του χρωστούσε. «Έτσι θα κάνει και σ’ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δεν συγχωρεί τα παραπτώματα του αδελφού του μ’ όλη του την καρδιά».

Σχολιασμός
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη απο το Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο. Η παραβολή αυτή ονομάζεται και παραβολή του κακού δούλου εξαιτίας της κακίας και ασπλαχνίας που δείχνει ο ένας δούλος προς τον σύνδουλό του. Ως αφορμή για να πει την παραβολή αυτή ο Χριστός παίρνει από την ερώτηση που απεύθυνε προς αυτόν ο Απόστολος Πέτρος για το πόσες φορές πρέπει να συγχωρούμε κάποιον που μας έχει φταίξει. Ο Απόστολος Πέτρος έχοντας υπόψη του τον εβραϊκό νόμο που έλεγε μέχρι τρείς φορές προσθέτει κάποια γενναιοδωρία και ρώτα τον Χριστό αν είναι αρκετές μέχρι επτά φόρες. Ο Χριστός του απαντά ότι όχι επτά αλλά εβδομήντα φορές επτά, εννοώντας το άπειρο και παντοτινό. Το μέτρο που πρέπει να συγχωρούμε δεν είναι η ανθρώπινη θέλησή μας και οι νόμοι αλλά ο ίδιος ο Θεός που συγχωρεί τον καθένα μας όσες φορές και αν έφταιξε, φτάνει να του το ζητήσει ειλικρινά.
Για να φανεί και να γίνει καλύτερα κατανοητό με ποιο τρόπο συγχωρεί ο Θεός παρομοίασε την βασιλεία των ουρανών με ένα βασιλιά που θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι του. Μόλις λοιπόν άρχισε να κάνει τον λογαριασμό του φέρνουν κάποιον ο οποίος χρωστούσε ένα πολύ μεγάλο ποσό. Δέκα χιλιάδες τάλαντα, ποσό που μπορούμε να πούμε με τα σημερινά δεδομένα ξεπερνά τα πενήντα πέντε εκατομμύρια χρυσές λίρες. Επειδή δεν μπορούσε να ξοφλήσει αυτό το μεγάλο ποσό, ο βασιλιάς διέταξε να πουλήσουν τον ίδιο τον δούλο, την γυναίκα του, τα παιδιά του και ό,τι άλλο είχε στην κατοχή του και να του δώσουν το ποσό από την πώληση. Μετά από αυτή την απόφαση ο δούλος πέφτει στα πόδια του βασιλιά και τον παρακαλεί να του δείξει μακροθυμία και θα του δώσει πίσω ότι του χρωστεί. Η παράκληση αυτή του δούλου προς το βασιλιά είχε τόση δύναμη ώστε ο βασιλιάς τον λυπήθηκε, αφήνοντας τον ελεύθερο να φύγει χαρίζοντάς του μάλιστα και όλο το χρέος που χρωστούσε.
Βγαίνοντας πλέον ελεύθερος από τη συνάντηση που είχε με το βασιλιά, συνάντησε έναν από τους συνδούλους του, ο οποίος του χρωστούσε μόνο εκατό δηνάρια, δηλαδή ποσό ασήμαντο (υποπολλαπλάσιο ενός ταλάντου) μπροστά στο τεράστιο ποσό που χρωστούσε και του χάρισε πριν από λίγο ο βασιλιάς. Τότε ο δούλος αυτός πιάνει τον σύνδουλό του και τον σφίγγει να τον πνίξει λέγοντας να του ξόφληση το χρέος που του χρωστούσε. Επειδή τη στιγμή εκείνη δεν είχε τη δυνατότητα να του τα δώσει έπεσε στα πόδια του και τον παρακαλούσε να του δείξει μακροθυμία και θα του τα δώσει. Έκανε και αυτός ο δούλος ό,τι έκανε προηγουμένως ο δούλος που τώρα τον πιέζει μπροστά στο βασιλιά. Αντί όμως να κάνει προς τον σύνδουλό του ό,τι έκανε και σ’ αυτόν ο βασιλιάς, ή έστω αν δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο να του αφήσει κάποιο χρόνο ώστε να βρει τα χρήματα και να τον ξοφλήσει, έδειξε τόση κακία και ασπλαχνία ώστε πήγε και τον έκλεισε στη φυλακή μέχρι να του ξεπληρώσει αυτό το μικρό ποσό που του χρωστούσε.
Βλέποντας αυτή την μεγάλη αδικία οι υπόλοιποι δούλοι του βασιλιά που βρισκόντουσαν εκεί πήγαν και είπαν στον βασιλιά όλα όσα έγιναν. Ο βασιλιάς τότε καλεί τον δούλο εκείνο και του λέει: «Κακέ δούλε, σου χάρισα όλο εκείνο το χρέος, επειδή με παρεκάλεσες˙ δεν έπρεπε να σπλαχνιστείς τον σύνδουλό σου, όπως εγώ σπλαχνίστηκα εσένα;» Και τιμωρώντας τον παραδειγματικά εξαιτίας της συμπεριφοράς του τον παρέδωσε στους βασανιστές μέχρι να του ξεπληρώσει όλα όσα του χρωστούσε. Και τελειώνοντας ο Χριστός μας λέει ότι «έτσι θα κάνει και σ’ εσάς ο ουράνιος Πατέρας μου, αν ο καθένας σας δε συγχωρήσει τα παραπτώματα του αδελφού του μ’ όλη του την καρδιά».

Μέσα από τις παραβολές του Χριστού βλέπουμε να μας αποκαλύπτεται η βασιλεία των ουρανών. Από τη μια βλέπουμε τον τρόπο που ενεργεί ο Θεός και από την άλλη βλέπουμε το πώς θέλει ο Θεός να συμπεριφέρονται οι πιστοί μεταξύ τους. Η σημερινή παραβολή έχει ως στόχο να μας διδάξει ότι πρέπει να συγχωρούμε τους συνανθρώπους μας, όχι μέσα σε περιορισμένα πλαίσια αλλά απεριόριστα. Τα μύρια τάλαντα που χρωστούσε ο δούλος στο βασιλιά φανερώνουν το απεριόριστο μέγεθος των αμαρτιών που έχει ο κάθε άνθρωπος, τις οποίες και συγχωρεί ο Θεός. Πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι οι αμαρτίες μας ενώπιον του Θεού αποτελούν το χρέος των μύριων ταλάντων σε σχέση με τα σφάλματα που έχουν διαπράξει οι συνάνθρωποί μας σε εμάς και που είναι μηδαμινά, όπως το χρέος των εκατόν δηναρίων. Η δική μας στάση και συμπεριφορά προς τους αδελφούς μας είναι αυτή που θα επηρεάσει το έλεος του Θεού σε εμάς και όχι το πλήθος ή το μέγεθος των αμαρτιών μας. Ο ιερός Χρυσόστομος μας λέει ότι κερδίζουμε πολλά όταν αντιμετωπίζουμε με επιείκεια τις εχθρότητες από τους εχθρούς μας, απαλλασσόμαστε από τα αμαρτήματα μας, αποκτούμε καρτερία και υπομονή, γινόμαστε επιεικείς και φιλάνθρωποι, καθαριζόμαστε από την οργή και το μεγαλύτερο από όλα αυτά είναι ότι κερδίζουμε τη φιλανθρωπία του Θεού. Όταν μισούμε τους άλλους τιμωρούμε τους εαυτούς μας, ενώ όταν αγαπούμε τους συνανθρώπους μας ευεργετούμε τους εαυτούς μας. Αυτός που δεν γνωρίζει να μισεί τους άλλους, δεν γνωρίζει ούτε και να λυπάται, αλλά θα απολαύσει τρυφή και άπειρα αγαθά. (Ιω. Χρυσοστόμου, Ομιλία 61, ΕΠΕ τομ. 11Α, σελ. 169-171).
Ο Χριστός στην Κυριακή προσευχή τοποθετεί μεταξύ των σημαντικών αιτήσεων προς τον Πατέρα και την προϋπόθεση συγχωρήσεως των άλλων: «και άφες ημίν τα οφειλήματα ημών, ως και ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών». Αυτή η συγχώρηση των οφειλών των άλλων αποτελεί προϋπόθεση, έτσι ώστε να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την κοινωνία μας με τον Θεό Πάτερα. Μέσα από τη σοφή διδασκαλία των πατέρων της ερήμου διαβάζουμε ένα περιστατικό στο οποίο φαίνεται το πώς οι πατέρες της ερήμου δίδασκαν τη συγχωρητικότητα. Κάποιος χριστιανός πήγε να συμβουλευθεί τον Άββα Σιλουανό. «Έχω ένα θανάσιμο εχθρό, πάτερ», του εξομολογήθηκε. «Τα κακά που μου έχει προξενήσει αυτός ο άνθρωπος είναι αναρίθμητα. Προ καιρού κέρδισε με απάτη ένα μεγάλο κομμάτι από το χωράφι μου. Με συκοφαντεί όπου βρέθεί, κακολογεί κι εμένα και την οικογένειά μου. Μου έχει κάνει το βίο αβίωτο. Τώρα τελευταία μάλιστα επιβουλεύεται και την ζωή μου. Πριν λίγες ημέρες έμαθα πως αποπειράθηκε να με δηλητηριάσει. Δεν παίρνει άλλο λοιπόν. Είμαι αποφασισμένος να τον παραδώσω στη δικαιοσύνη». «Κάνε όπως θέλεις», του είπε με αδιαφορία ο Άββας Σιλουανός. «Δεν νομίζεις, πάτερ, πως όταν τιμωρηθεί και μάλιστα αυστηρά, όπως του πρέπει, θα σωθεί η ψυχή του;», ρώτησε ο άνθρωπος, που τώρα άρχισε να ενδιαφέρεται και για την ψυχική ωφέλεια του έχθρου του. «Κάνε ό,τι σε αναπαύει», εξακολουθούσε να λέγει με το ίδιο ύφος ο Όσιος. «Πηγαίνω, λοιπόν στον δικαστή κατ’ ευθείαν», είπε ο χριστιανός και σηκώθηκε να φύγει. «Μη βιάζεσαι τόσο», του είπε με ηρεμία ο Όσιος. «Ας προσευχηθούμε πρώτα να κατευοδώσει ο Θεός την πράξη σου». Άρχισε με το «Πάτερ ημών». «Και μη αφίης ημίν τα οφειλήματα ημών, ως ουδέ ημείς αφίεμεν τοις οφειλέταις ημών», ακούστηκε να λέγει μεγαλοφώνως ο Όσιος, σαν έφτασε σ’ αυτό το στίχο. «Λάθος», Αββά, «δεν λέγει έτσι η Κυριακή Προσευχή», έσπευσε να διορθώσει ο χριστιανός. «Έτσι όμως είναι», αποκρίθηκε μ’ όλη του την απάθεια ο Γέρων. «Αφού αποφάσισες να παραδώσεις τον αδελφό σου στο δικαστή, ο Σιλουανός δεν κάνει άλλη προσευχή για σένα» (Θεοδώρας Χαμπάκη, Γεροντικό).
Ο Χριστός τόσο πολύ μας αγάπησε ώστε κατέβηκε στη γη και οδηγήθηκε μέχρι το Σταυρό για να μας σώσει. Πάνω στο Σταύρο όταν τον σταύρωναν προσευχόταν προς τον Πατέρα του, για τους σταυρώτες του λέγοντας: «Πάτερ άφες αυτοίς˙ ου γαρ οίδασι τι ποιούσι» (Λκ. 23,34). Με αυτή του την ευσπλαχνία και συγχωρητικότητα αφήνει σε μας ένα μεγάλο μήνυμα, ότι πρέπει να συγχωρούμε με όλη μας τη καρδιά αυτούς που μας έχουν φταίξει. Οι άγιοι με τη σειρά τους μιμούμενοι το παράδειγμα του Κυρίου, προσεύχονται για τους βασανιστές τους χωρίς να τους κρατούν κακία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα από το πλήθος των αγίων είναι ο άγιος πρωτομάρτυς διάκονος Στέφανος, ο οποίος προσευχόταν γι αυτούς που τον λιθοβολούσαν λέγοντας: «Κύριε μη στήσης αυτοίς την αμαρτία ταύτην». Αλλά και ο άγιος Διονύσιος Ζακύνθου, ο οποίος παρόλη τη θλίψη του έκρυψε και φυγάδευσε το δολοφόνο του αδελφού του που είχε καταφύγει στη Μονή διωκόμενος για να σωθεί. Με αυτό τον τρόπο απότρεψε ένα ακόμα έγκλημα δίνοντας τη δυνατότητα της μετάνοιας στο δολοφόνο του αδελφού του και αφήνοντας σ’ εμάς ένα μεγάλο παράδειγμα συγχωρητικότητας.

Η συγχωρητικότητα αποτελεί βασικό παράγοντα στη σχέση μας με το Θεό. Με αυτήν κερδίζουμε την φιλανθρωπία του Θεού έναντι των δικών μας αμαρτιών. Πρέπει να συγχωρούμε τους αδελφούς μας για να συγχωρεθούμε και εμείς, αυτό εξάλλου μας διδάσκει και η παραβολή αυτή. «Ούτω και ο Πατήρ μου ο επουράνιος ποιήσει υμίν, εάν μη αφήτε έκαστος τω αδελφώ αυτού από των καρδίων υμών τα παραπτώματα αυτών». Με τα λόγια αυτά τελειώνει και η παραβολή αυτή καλώντας μας να αφήσουμε τα παραπτώματα των αδελφών μας από τις καρδιές μας.
http://www.imconstantias.org.cy/2899.html
---------------------------

Κυριακή ΙΑ’ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Α’ Κορ. 9, 2 – 12
Αδελφοί, η γαρ σφραγίς της εμής αποστολής υμείς εστε εν κυρίῳ. Η εμή απολογία τοις εμέ ανακρίνουσιν αύτη εστί. Μη ουκ έχομεν εξουσίαν φαγείν και πιείν; μη ουκ έχομεν εξουσίαν αδελφήν γυναίκα περιάγειν, ως και οι λοιποί απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και Κηφάς; ή μόνος εγώ και Βαρνάβας ουκ έχομεν εξουσίαν του μη εργάζεσθαι; Τις στρατεύεται ιδίοις οψωνίοις ποτέ; Τις φυτεύει αμπελώνα και εκ του καρπού αυτού ουκ εσθίει; ή τις ποιμαίνει ποίμνην και εκ του γάλακτος της ποίμνης ουκ εσθίει; μη κατά άνθρωπον ταύτα λαλώ; ή ουχί και ο νόμος ταύτα λέγει; εν γαρ τω Μωϋσέως νόμῳ γέγραπται· ου φιμώσεις βουν αλοώντα. Μη των βοών μέλει τω Θεώ; Ή δι’ ημάς πάντως λέγει; δι' ημάς γαρ εγράφη, ότι επ' ελπίδι οφείλει ο αροτριών αροτριάν, και ο αλοών της ελπίδος αυτού μετέχειν επ' ελπίδι. Ει ημείς υμίν τα πνευματικά εσπείραμεν, μέγα εν ημείς υμών τα σαρκικά θερίσομεν; Ει άλλοι της εξουσίας υμών μετέχουσιν, ου μάλλον ημείς; αλλ' ουκ εχρησάμεθα τη εξουσία ταύτῃ, αλλά πάντα στέγομεν, ίνα μη εγκοπήν τινά δώμεν τω ευαγγελίω του Χριστού.

Απόδοση
Αδελφοί η παρουσία της δικής σας εκκλησίας είναι η απόδειξη πως είμαι Απόστολος, αυτή είναι η υπεράσπιση μου προς εκείνους που με επικρίνουν. Μήπως δεν έχουμε εξουσία να φάμε και να πιούμε; Μήπως δεν έχουμε εξουσία να περιφέρουμε γυναίκα χριστιανή, όπως και οι άλλοι Απόστολοι και οι αδελφοί του Κυρίου και ο Κηφάς; Ή μόνο εγώ και ο Βαρνάβας δεν έχουμε εξουσία να μην εργαζόμαστε; Ποιός ποτέ υπηρετεί στο στρατό με δικά του έξοδα; Ποιός φυτεύει αμπέλι και δεν τρώει από τον καρπό του; Ὴ ποιός βόσκει ποίμνη και δεν τρώει από το γάλα της ποίμνης; Μήπως τα λέω αυτά ανθρώπινα σκεπτόμενος; Δεν τα λέει και ο Νόμος; Στο νόμο του Μωυσή είναι γραμμένο, «Δε θα κλείσεις το στόμα του βοδιού που αλωνίζει». Μήπως νοιάζεται ο Θεός για τα βόδια; Ἢ μιλά αποκλειστικά για εμάς; Πραγματικά για εμάς είναι γραμμένο, διότι εκείνος που οργώνει τη γη, οφείλει με ελπίδα να οργώνει, και εκείνος που αλωνίζει, να αλωνίζει με ελπίδα ότι θα έχει μέρος του καρπού. Εάν εμείς σπείραμε σ’ εσάς τα πνευματικά, είναι μεγάλο πράγμα εάν θερίσουμε από εσάς υλικά πράγματα; Εάν άλλοι χρησιμοποιούν το δικαίωμα να μετέχουν στα αγαθά σας, δεν το έχουμε εμείς περισσότερο; Δεν κάναμε όμως χρήση του δικαιώματος αυτού, αλλά τα υπομένουμε όλα, για να μη φέρουμε κανένα εμπόδιο στο ευαγγέλιο του Χριστού.

Σχολιασμός
Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΑ’ επιστολών είναι παρμένο από το ένατο κεφάλαιο της πρώτης προς Κορινθίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου. Στην περικοπή αυτή ο Απόστολος Παύλος αντικρούει κατηγορίες προς το πρόσωπό του αλλά και κατηγορίες προς τους συνεργάτες του, προερχόμενες από την Εκκλησία της Κορίνθου, εκκλησιαστική κοινότητα η οποία οφείλει την ύπαρξή της στον Απόστολο των Εθνών και τους συνεργάτες του Βαρνάβα και Σίλα, οι οποίοι διέδωσαν το ευαγγέλιο στην περιοχή.
Οι κατηγορίες που του προσάπτονται είναι, για το κατά πόσο είναι ισοστάσιος και ισάξιος του Αποστολικού αξιώματος των άλλων Αποστόλων, οι οποίοι έλαβαν την χάρη του Αγίου Πνεύματος με την επιφοίτηση κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Η απάντηση που δίνει γι’ αυτό είναι ότι η πιο τρανή απόδειξη για την αποστολικότητά του είναι οι ίδιοι οι Κορίνθιοι με την ύπαρξη της Εκκλησίας της Κορίνθου. Άλλη κατηγορία που του προσάπτεται είναι ότι δεν κάνει χρήση του δικαιώματός του, να συντηρείται βιοποριστικά από τις εκκλησίες, τις οποίες εγκαθιδρύει ως Απόστολος, όπως οι υπόλοιποι Απόστολοι. Για τούτο παραθέτει τρία παραδείγματα από την ανθρώπινη καθημερινότητα, του στρατιώτη που δε στρατεύεται στον πόλεμο με δικά του έξοδα, του αμπελουργού που αποκομίζει καρπούς από τον αμπελώνα του και του βοσκού που τρέφεται από το κοπάδι του. Με τα παραδείγματα αυτά προσπαθεί να τους αποδείξει ότι είναι φυσικό για ένα Απόστολο να τρέφεται από εκείνους τους οποίους υπηρετεί, αλλά έχει και το δικαίωμα να συντηρείται με δικά του βιοποριστικά μέσα, με γνώμονα να μην κωλύεται το έργο της διάδοσης του Λόγου του Θεού. Εκτός των πιο πάνω παραδειγμάτων από την ανθρώπινη καθημερινότητα, παραθέτει εδάφιο μέσα από το Μωσαϊκό Νόμο (Δευτερονόμιο 25,4) δείχνοντας με αυτό τον τρόπο, ότι επιβεβαιώνονται τα όσα λέει και μέσα στο Νόμο. Στη συνέχεια κάνει νύξη για το γεγονός ότι κάποιοι επωφελούνται των αγαθών της κορινθιακής εκκλησίας μη έχοντας το δικαίωμα αυτό. Αναφέρεται προφανώς στους ψευδοπροφήτες και ψευδαποστόλους που δρούσαν την περίοδο εκείνη στην ευρύτερη περιοχή. Το όλο συγγραφικό έργο της περικοπής αυτής, θυμίζει λίγο ως πολύ Απολογητικό έργο, που σκοπό έχει την απολογία - απόδειξη της Αποστολικότητας του Θείου Παύλου.
Μέσα από τη συγκεκριμένη περικοπή διαφαίνονται πολλές θεματικές παράμετροι. Θα καταπιαστούμε με το θέμα της αποκόμισης βιοποριστικών μέσων των λειτουργών της διάδοσης του Λόγου του Θεού και κατ’ επέκταση των ιερέων της σημερινής κοινωνίας. Είναι απολύτως φυσιολογικό οι ποιμένες της Εκκλησίας να έχουν τις συνήθεις υλικές ανάγκες όπως και ο κάθε άνθρωπος. Καθώς είναι αφοσιωμένοι εξ’ ολοκλήρου στο έργο του Θεού αδυνατούν να ασκήσουν κάποιο βιοποριστικό επάγγελμα. Όπως ακριβώς ειπώθηκε πιο πάνω είναι απόλυτα φυσιολογικό ο λειτουργός και υπηρέτης του λαού του Θεού να τρέφεται και να συντηρείται από εκείνους τους οποίους υπηρετεί. Στη σημερινή κοινωνία οι διάδοχοι των Αποστόλων - οι Αρχιερείς και κατ’ επέκταση οι ιερείς που χειροτονήθηκαν από κανονικό επίσκοπο – που κηρύττουν και διαδίδουν το Λόγο του Θεού διακονώντας και δίνοντας όλο τους το είναι και την ύπαρξή τους στην εξυπηρέτηση, ενίσχυση και πνευματική καθοδήγηση του διαπιστευμένου σε αυτούς ποιμνίου, να τυγχάνουν λήψη των βιοποριστικών τους μέσων από την ενορία ή την εκκλησιαστική κοινότητα την οποία υπηρετούν. Δαπανούν χρόνο και πολύ κόπο για το έργο αυτό λόγω αυξημένων ποιμαντικών αναγκών, μη έχοντας διαθέσιμο προσωπικό χρόνο για την εκτέλεση άλλης εργασίας μέσα από την οποία θα μπορούσαν να αυτοσυντηρηθούν, ή και να συντηρήσουν την οικογένειά τους. Προς Θεού όμως να μην θεωρηθεί, ή να παρερμηνευθεί ότι ο ιερέας από του λειτουργήματος που ασκεί, εκπίπτει σε βιοποριστική εργασία με σκοπό την αποκόμιση χρημάτων, ή την απόκτηση των κατάλληλων μέσων προς επιβίωση και συντήρηση. Από την άλλη πλευρά να μη προσκολληθούμε και σε παραδείγματα ανθρώπων που κάνουν κατάχρηση αυτού του δικαιώματος• ενθυμούμενοι την αποστολική ρήση «οφείλομεν δε ημείς οι δυνατοί τα ασθενήματα των αδυνάτων βαστάζειν» (Ρωμ. 15,1), με την έννοια ότι εμείς οι πνευματικοί άνθρωποι βλέποντας οιονδήποτε να υποπίπτει σε πράξη που προκαλεί σκανδαλισμό, να δείχνουμε κατανόηση και με τον τρόπο μας να του δείχνουμε το σωστό και το πρέπον.
Πολλοί μπορούν να κάνουν σύγκριση των ιερέων της ενορίας τους ή της κοινότητας στην οποία ζουν με τους ιερείς των Μητροπόλεων του εξωτερικού (βλέπε Μητροπόλεις στις Η.Π.Α., Γερμανία και Καναδά) οι οποίοι εργάζονται σε οικογενειακές είτε σε ιδιωτικές επιχειρήσεις. Ο λόγος που ασχολούνται και με εργασίες εκτός εκκλησιαστικής φύσεως είναι το γεγονός ότι οι ενορίες στις οποίες υπηρετούν αποτελούνται από ελάχιστο αριθμητικό δυναμικό σε πιστούς ή οι ποιμαντικές ανάγκες της ενορίας να είναι μειωμένες και μ’ αυτό τον τρόπο οι ιερείς να έχουν αρκετό ελεύθερο χρόνο στη διάθεσή τους τον οποίο αξιοποιούν για την απόκτηση των αναγκαίων μέσων για την αξιοπρεπή επιβίωση και συντήρηση αυτών και των οικογενειών τους. Επίσης οι ενορίες λόγω αυτού του μειωμένου αριθμητικού δυναμικού δεν έχουν αρκετό εισόδημα έτσι ώστε να μπορούν να συντηρήσουν επαρκώς και τον ιερέα που προσφέρει τις υπηρεσίες του.
Το παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου να αρνηθεί να κάνει χρήση των δικαιωμάτων του ως Απόστολος και να προτιμά να υπομένει κάθε είδους στερήσεις για να μην παρεμβάλλεται το έργο του κηρύγματος του Ευαγγελίου, ακολουθούν πιστά οι ιεραπόστολοι στη Μαύρη Ήπειρο, στην Αφρική. Εργάζονται χειρωνακτικά για να καλύψουν τις ανάγκες τους αλλά και τις ανάγκες των συνεργατών τους μη κωλύοντας στο δυνατότερο τη διάδοση του ευαγγελίου του Θεού, για το οποίο τόσο διψούν οι αδελφοί μας στην ήπειρο της Αφρικής.
Αυτή η διδασκαλία βοήθησε στη διαμόρφωση της πράξης της Εκκλησίας ώστε η αγάπη και το ενδιαφέρον του χριστιανικού λαού να συντηρεί τον ιερό κλήρο εξασφαλίζοντας τα απαραίτητα οικονομικά μέσα για τις υλικές ανάγκες των ποιμένων του. Πολλοί βεβαίως με τα μέσα τα οποία διαθέτουν προσφέρουν ως ένδειξη ευγνωμοσύνης και ευχαρίστησης υλικά αγαθά προς τον ιερέα που τους τέλεσε Αγιασμό στην οικία τους για παράδειγμα. Από μαρτυρίες ιεραποστόλων λέχθηκε ότι ο διψασμένος για Χριστό αφρικανικός λαός με την παρουσία τους και μόνο στις κοινότητες και χωριά τους κηρύσσοντας το Ευαγγέλιο και κατηχώντας τους, πολλές φορές έγιναν δέκτες είτε φρούτων, είτε οικιακών ζώων (π.χ. βοδιών, προβάτων, ορνίθων) πράγματα τα οποία πιθανόν να στερούνταν αλλά προτίμησαν να τα παραχωρήσουν σ’ αυτούς που τους κήρυξαν την Αλήθεια.
Τα πιο πάνω βοηθούν για να αντιληφθούμε και να ξεκαθαρίσουμε κάποια πράγματα στην κοινωνία του σήμερα όσον αφορά τη σχέση ποιμένων και ποιμενομένων. Αυτό διαφαίνεται μέσα σε όλα την παύλεια θεολογία και συνεχίζει να ισχύει ανά τους αιώνες μέχρι και σήμερα.
http://www.imconstantias.org.cy/2900.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 11 Σεπ 2016, 23:07

Kυριακή Προ της Υψώσεως, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Ιω. 3: 13-17
Είπεν ο Κύριος· και ουδεὶς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς, ο Υιός του ανθρώπου ο ων εν τω ουρανώ. και καθώς Μωϋσής ύψωσε τόν όφιν εν τη ερήμω, ούτως υψωθήναι δει τόν Υιόν του ανθρώπου, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον. ούτω γάρ ηγάπησεν ο Θεός τον κόσμον, ώστε τόν υιόν αυτού τον μονογενή έδωκεν, ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον. Ου γαρ απέστειλεν ο Θεός τον υιόν αυτού εις τον κόσμον ίνα κρίνη τον κόσμον , αλλ΄ ίνα σωθή ο κόσμος δι’ αυτού.

Απόδοση
Είπεν ο Κύριος• κανένας βέβαια δεν ανέβηκε στον ουρανό παρά μόνο ο Υιός του Ανθρώπου, που κατέβηκε από τον ουρανό, και που είναι στον ουρανό. Όπως ο Μωϋσής ύψωσε το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Υιός του Ανθρώπου, ώστε όποιος πιστεύει σ' αυτόν να μη χαθεί αλλά να ζήσει αιώνια. Τόσο πολύ αγάπησε ο Θεός τον κόσμο, ώστε παρέδωσε στο θάνατο το μονογενή του Υιό, για να μη χαθεί όποιος πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. Γιατί ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό του στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος δι΄αυτού.

Σχολιασμός
Η Κυριακή αυτή ονομάζεται Κυριακή προ της Υψώσεως, γιατί προηγείται της εορτής της υψώσεως του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού που τελείται στις 14 Σεπτεμβρίου. Η ευαγγελική περικοπή είναι απόσπασμα λόγου του Ιησού Χριστού με τον οποίο αποκαλύπτει τη θεϊκή του ταυτότητα και το σκοπό για τον οποίο ήρθε στον κόσμο. Τα θέματα τα οποία θίγονται στη συγκεκριμένη ευαγγελική περικοπή και οι αποκαλύψεις του Ιησού Χριστού είναι ιδιαίτερα σημαντικές.
Αρχικά βεβαιώνει ότι είναι ο «υιός του ανθρώπου». Αυτός ο όρος σημαίνει ότι είναι ο Μεσσίας, ο απεσταλμένος από το Θεό. Εδώ ο Κύριος θέτει μια αντίθεση, κανένας δεν έχει πάει στον ουρανό παρά μόνο εκείνος που κατέβηκε από τον ουρανό, ο υιός του ανθρώπου. Αυτό σημαίνει ότι κανένας δε γνωρίζει το Θεό και τα του Θεού παρά μόνο ο υιός του Θεού. Ο Ιησούς Χριστός λοιπόν μπορεί να αποκαλύψει, το θέλημα του Θεού για τους ανθρώπους.
Ο λόγος του Κυρίου «ουδείς αναβέβηκεν εις τον ουρανόν ει μη ο εκ του ουρανού καταβάς» αποτελεί μια από τις σημαντικότερες διδασκαλίες της Αγίας Γραφής σχετικά με τη γνώση του Θεού από τον άνθρωπο. Ο Ιησούς Χριστός βεβαιώνει ότι μόνο ο ίδιος γνωρίζει το Θεό γιατί προέρχεται από το Θεό. Επομένως από αυτό συνεπάγεται ότι εμείς οι άνθρωποι δεν έχουμε την τέλεια γνώση του Θεού αλλά ό,τι γνωρίζουμε για τον Θεό προέρχεται από τη δική του αποκάλυψη. Ο ίδιος ο Χριστός αποτελεί την προσωπική αποκάλυψη του Θεού γιατί κατέβηκε από τον ουρανό δηλαδή έχει απόλυτη σχέση με το Θεό. Βέβαια η μεγαλύτερη αποκάλυψη του Θεού δια του Ιησού Χριστού είναι η αγάπη του Θεού προς τον άνθρωπο, η οποία αποκαλύφθηκε με τη σταυρική θυσία του Ιησού Χριστού.
Στη συνέχεια ο Χριστός αποκαλύπτει το σκοπό της επί γης παρουσίας του, που είναι η δωρεά της αιώνιας ζωής. Για να γίνει κατανοητό αυτό χρησιμοποιεί μια εικόνα από την Παλαιά Διαθήκη. Όταν οι Ισραηλίτες βρίσκονταν στην έρημο και κατευθύνονταν προς τη γη της Επαγγελίας άρχισαν να παραπονιούνται για την έλλειψη ψωμιού και νερού. Τότε εμφανίσθηκαν δηλητηριώδη φίδια και για να σωθούν οι Ισραηλίτες ο Μωϋσής ύψωσε σε ξύλο ένα χάλκινο φίδι, που σχημάτισε το σημείο του Σταυρού. Εδώ ακριβώς υπάρχει και μια από τις πολλές προτυπώσεις του Πάθους του Κυρίου μέσα στην Παλαιά Διαθήκη. Όποιος γύριζε και έβλεπε το χάλκινο φίδι τότε σωζόταν. Από αυτή την εικόνα παίρνει αφορμή ο Ιησούς Χριστός για πει ότι κατά τον ίδιο τρόπο πρέπει να υψωθεί και ο ίδιος για να σωθούν οι άνθρωποι, για να κερδίσουν την αιώνια ζωή «ίνα πας ο πιστεύων εις αυτόν μη απόληται, αλλ’ έχη ζωήν αιώνιον». Ο Χριστός θα υψωθεί, δηλαδή θα σταυρωθεί υψούμενος πάνω στο ξύλο του Σταυρού. Αυτή η ύψωση του Χριστού είναι συγχρόνως και το σημείο δόξας του, κάτι που είναι δύσκολο να κατανοήσει η ανθρώπινη λογική. Πρέπει όμως να συμβάλει και ο άνθρωπος για να κερδίσει την αιώνια ζωή με το να επιδείξει την πίστη του.
Ο Θεός έστειλε τον Υιό του να σώσει τον κόσμο κινούμενος από την αγάπη του προς τον άνθρωπο. Είναι από τα πλέον σημαντικά στοιχεία των εκδηλώσεων του Θεού προς τον άνθρωπο, γιατί αυτή η αγάπη οδηγεί προς τη σταυρική θυσία του Υιού του. Καλείται λοιπόν ο άνθρωπος να έχει αυτό το μέγεθος της αγάπης τόσο προς το Θεό όσο και προς το συνάνθρωπο. Επίσης μας αποκαλύπτει με αυτό τον τρόπο ότι ο σκοπός της παρουσίας του στον κόσμο δεν είναι η κρίση του κόσμου αλλά η σωτηρία των ανθρώπων. Ο Χριστός είναι ο Σωτήρας και προσφέρει τη Σωτηρία η οποία προσφέρεται με την παρουσία του, τη διδασκαλία και τη σταυρική του θυσία.
Αυτό είναι το δώρο και η χάρη του Θεού προς τον άνθρωπο. Δεν έχει προϋποθέσεις αυτή η αγάπη, είναι ανιδιοτελής, και όπως η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο έφτασε μέχρι του σημείου της σταυρικής θυσίας του Υιού του, έτσι και η αγάπη μέσα στο σύγχρονο κόσμο λαμβάνει σταυρική διάσταση. Η αγάπη απαιτεί σταυρική θυσία και ανιδιοτελή προσφορά προς τον πάσχοντα συνάνθρωπο. Αυτή η σταυρική αγάπη είναι η διέξοδος στο αδιέξοδο της κρίσης που διέρχεται η κοινωνία μας.
http://www.imconstantias.org.cy/2913.html
----------------------------------------------

Κυριακή Προ της Υψώσεως, Αποστολικό Ανάγν.: Γαλ. στ΄ 11-18
«Αδελφοί, ίδετε πηλίκοις υμίν γράμμασιν έγραψα τη εμή χειρί. Όσοι θέλουσιν ευπροσωπήσαι εν σαρκί, ούτοι αναγκάζουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, μόνον ίνα μη τω σταυρώ του Χριστού διώκωνται. Ουδέ γαρ οι περιτετμημένοι αυτοί νόμον φυλάσσουσιν, αλλά θέλουσιν υμάς περιτέμνεσθαι, ίνα εν τη υμετέρᾳ σαρκί καυχήσωνται. Εμοί δε μη γένοιτο καυχάσθαι ει μη εν τω σταυρώ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δι' ου εμοί κόσμος εσταύρωται καγώ τω κόσμω. Εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ίσχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις. και όσοι τω κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, ειρήνη επ' αυτούς και έλεος, και επί τον Ισραήλ του Θεού. Του λοιπού κόπους μοι μηδείς παρεχέτω· εγώ γαρ τα στίγματα του Κυρίου Ιησού εν τω σώματί μου βαστάζω. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού μετά του πνεύματος υμών, αδελφοί· αμήν»

Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, προσέξτε με πόσο μεγάλα γράμματα σας γράφω τώρα με το ίδιο μου το χέρι. Όσοι θέλουν ν' αποκτήσουν καλή φήμη στους ανθρώπους, αυτοί προσπαθούν να σας υποχρεώσουν να περιτέμνεστε με μόνο στόχο να μην καταδιώκονται από τους Ιουδαίους εξαιτίας του σταυρού του Χριστού. Άλλωστε ούτε κι αυτοί που επιμένουν στην περιτομή τηρούν τον νόμο. Απλώς θέλουν να περιτέμνεστε εσείς, για να καυχηθούν που σας κατάφεραν να το κάνετε. Όσο για μένα, δε θέλω άλλη αφορμή για καύχηση εκτός από το σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, το σταυρό που πάνω του πέθανε ο κόσμος για μένα κι εγώ για τον κόσμο. Γιατί για όσους ανήκουν στον Ιησού Χριστό δεν έχει καμιά σημασία ούτε το να κάνεις περιτομή ούτε το να μην κάνεις, αλλά όλοι είναι νέα δημιουργήματα του Θεού. Κι όσοι ακολουθούν αυτή την αρχή, θα έχουν την ειρήνη και το έλεος του θεού μαζί τους, αυτοί και όλος ο λαός του Θεού. Στο εξής ας μη μου δημιουργεί κανένας προβλήματα. Αρκετά έχω πάθει για τον Ιησού, όπως δείχνουν τα σημάδια στο σώμα μου. Η χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εύχομαι να είναι μαζί σας, αδελφοί μου. Αμήν.

Σχολιασμός
«Ἐμοὶ δὲ μὴ γένοιτο καυχᾶσθαι, εἰ μὴ ἐν τῷ Σταυρῷ τοῦ Κυρίου,
δι᾽ οὗ ὁ κόσμος ἐμοὶ ἐσταύρωται, κἀγὼ τῷ κόσμῳ».
Το αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακῆς προ της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού, βρίσκεται μέσα στην προοπτική της μεγάλης γιορτής που ακολουθεί. Παρμένο από την προς Γαλάτας επιστολή του αποστόλου Παύλου, αναφέρεται στο τι αποτελεί καύχημα του αποστόλου. Και το καύχημα αυτό είναι ο Σταυρός του Κυρίου. Αφού ο απόστολος επιστήσει την προσοχή των Γαλατών απέναντι σ᾽ εκείνους που θέλουν να τους χρησιμοποιούν από πλευράς θρησκευτικής – τους Ιουδαιοχριστιανούς, που ήθελαν να τα έχουν καλά με όλους, αρκεί να μη υφίσταντο κάποιο διωγμό για την πίστη τους – τονίζει ακριβώς τον Σταυρό του Κυρίου ως καύχηση της ζωής του και ως προσωπικό γεγονός σωτηρίας του. ῾῞Όσο για μένα, δεν θέλω άλλη αφορμή για καύχηση εκτός από τον σταυρό του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, τον σταυρό που πάνω του ο κόσμος πέθανε για μένα κι εγώ για τον κόσμο᾽.
Οι άνθρωποι συνήθως υπερηφανεύονται για τα πλούτη τους, τη δύναμή τους, τη ψηλή θέση τους στην κοινωνία, θαυμάζουν τη δόξα τους, τα χαρίσματά τους και αποκτούν οπαδούς. Ξεχνούν πόσο εφήμερα και επιζήμια για τη ψυχή του ανθρώπου είναι όλα αυτά αν δεν αντιμετωπίζονται ως δώρα της αγάπης του Θεού. Ο απόστολος Παύλος, που είχε πολλά χαρίσματα για τα οποία μπορούσε να καυχηθεί, παραμερίζει τα πάντα και μόνο καύχημά του είχε το σταυρικό θάνατο του Σωτήρος Χριστού, που υπέστη για όλο τον κόσμο και για τον ίδιο. Ο απόστολος δεν καυχάται για επίγεια πράγματα, δηλαδή για χρήματα, για δόξα, για δύναμη – ό,τι εκφράζει τον κοσμικό λεγόμενο άνθρωπο κάθε εποχής. Μια τέτοια καύχηση αποκαλύπτει τον άνθρωπο, που έχει διαγράψει τον Θεό και την παρουσία Του στη ζωή του και έχει κάνει κέντρο αυτής μόνο τη φιλαυτία και τον εγωϊσμό του. Ένα εγωπαθές άτομο που βιώνει έτσι την ουσία της αμαρτίας, έχει ως μόνη όραση ζωής ό,τι ικανοποιεί τις αισθήσεις του και τα πάθη του, κατά το «φάγωμεν, πίωμεν, αὔριον γάρ ἀποθνῄσκομεν». Ο απόστολος καυχάται για κείνο που για τους Ιουδαίους ήταν σκάνδαλο και για τους ειδωλολάτρες ανοησία: το Σταυρό του Κυρίου. Γιατί; Διότι ως γνωστό πάνω στο Σταυρό αποκορυφώθηκε η αγάπη του Θεού για τον άνθρωπο – ῾οὕτω γάρ ἠγάπησεν ὁ Θεός τόν κόσμον ὥστε τόν Υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἔδωκεν᾽ – αφού δια του Σταυρού ήρθη εν Χριστώ η αμαρτία του ανθρώπου και σώθηκε.. Με το Σταυρό ο άνθρωπος οδηγήθηκε στην ελευθερία και τη χαρά της αληθινής ζωής: τη μετοχή του στο αποτέλεσμα του Σταυρού, την Ανάσταση του Χριστού. Έτσι καύχηση για το Σταυρό σημαίνει καύχηση για το μυστήριο της αγάπης του Θεού που νίκησε το θάνατο και τον εγωϊσμό, δείχνοντας την αιώνια ζωή ως προοπτική του ανθρώπου.
Την πραγματικότητα αυτή εξηγεί ο απόστολος στη συνέχεια: «Με το Σταυρό ο κόσμος για μένα έχει σταυρωθεί και εγώ για τον κόσμο». Ο Σταυρός έχει ανθρωπολογικές και παγκόσμιες διαστάσεις. Ό,τι υπέστη ο Κύριος αντανακλά πια στον άνθρωπο που προσέλαβε και που μπορεί να υπερνικήσει τις όποιες επιρροές του αμαρτωλού κόσμου, προερχόμενες είτε έξω απ’ αυτόν είτε από τα ίδια τα πάθη του. Αρκεί βεβαίως να πιστέψει στο Χριστό και να Τον αποδεχθεί στη ζωή του, που σημαίνει να βαπτισθεί στο άγιο όνομά Του και να γίνει μέλος του ζωντανού σώματός Του, την Εκκλησία. Ενσωματωμένος στον Χριστό εισπράττει τη δύναμή Του και απελευθερώνεται από τη δύναμη της αμαρτίας. Ο κόσμος, κατά τη διατύπωση του αποστόλου, νεκρώνεται γι᾽ αυτόν και ο ίδιος νεκρώνεται για τον κόσμο. Και βεβαίως εννοείται ότι μιλώντας για τη νέκρωση του κόσμου ο απόστολος δεν εννοεί τον κόσμο ως δημιουργία του Θεού. Εννοεί αυτό που ο λόγος του Θεού δίνει ως περιεχόμενο: το αμαρτωλό φρόνημα του κόσμου, τη δύναμη της αμαρτίας.
Με άλλα λόγια, καυχάται ο Παύλος για το Σταυρό του Κυρίου. Αλλά δε βλέπει το Σταυρό σαν κάτι μετέωρο: αποκομμένο από τον ίδιο, σαν γεγονός δηλαδή που σχετίζεται με κάποιον άλλον έστω και τον Θεό. Μια τέτοια θεώρηση θα συνιστούσε διαστροφή της πίστης μας. Θα σήμαινε αλλοίωσή της κι έκπτωσή της σε μια ιδεολογία. Τον Σταυρό Τον βλέπει χάριτι Θεού ως προσωπικό υπαρξιακό γεγονός, ως βίωμα δικό του, που τον κάνει να μετέχει σ᾽ Αυτόν. Το είχε πει άλλωστε ο ίδιος ο Κύριος. «΄Οστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι».
Ο απόστολος τονίζει επίσης στους Γαλάτας τη ανωτερότητα της «νέας πίστης» σε σύγκριση με τη διδασκαλία του Νόμου. Ο Χριστός ήλθε στον κόσμο και σταυρώθηκε, όχι για να συνεχίζουν οι άνθρωποι να τσακώνονται για την περιτομή, όπως την περίπτωση των Γαλατών. Αν τηρούσαν την περιτομή ή όχι δεν είχε αξία, γιατί η περιτομή ήταν ένας τύπος της Παλαιάς Διαθήκης που προμηνούσε το βάπτισμα της Εκκλησίας. Την αναγέννηση του ανθρώπου «δι’ ύδατος και πνεύματος». Την «καινή κτίσιν», τον καινούριο κόσμο του Χριστού, «εν γαρ Χριστώ Ιησού ούτε περιτομή τι ισχύει ούτε ακροβυστία, αλλά καινή κτίσις». Ο νέος κόσμος είναι κόσμος ελευθερίας από τους τύπους και το νεκρό γράμμα του νόμου. Ελευθερίας που δε σημαίνει ασυδοσία, αλλά αυτοπειθαρχία, συνέπεια στη ζωή και σταύρωση των επιθυμιών. Ο απόστολος Παύλος μόχθησε πάρα πολύ να αντιληφθούν οι άνθρωποι τη διαφορά μεταξύ του νόμου του Μωϋσή και της χάριτος του Χριστού. Τη στενότητα της Συναγωγής και το πλάτος της Εκκλησίας. Να μάθουν να καυχώνται για την αισχύνη του σταυρού και όχι για την υπόληψη του κόσμου. Για όλα αυτά είχε την απαίτηση να μην ενοχλείται για συζητήσεις και καυγάδες γύρω από ζητήματα που δεν έπρεπε να απασχολούν τους Χριστιανούς. Είχε αποδείξει έμπρακτα τι πίστευε και για τι αγωνιζόταν. Οι Χριστιανοί γίνονται άνθρωποι δυνατοί κι’ ευτυχισμένοι, δίδουν στη ζωή τους περιεχόμενο, αντικρίζουν με σύνεση τα προβλήματα της ζωής, πορεύονται ασφαλώς στην αιωνιότητα, όταν έχουν ως καύχησή τους το σταυρικό θάνατο του Ιησού Χριστού. Είναι η πιο ευλογημένη καύχηση.
http://www.imconstantias.org.cy/2914.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Δευ 19 Σεπ 2016, 00:15

Κυριακή Μετά τη Ύψωση, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Μρκ. η΄, 34- θ΄ 1
Είπεν ο Κύριος όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν, καί αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι. Ος γάρ αν θέλῃ την ψυχήν αυτού σώσαι, απολέσει αυτήν· ος δ' αν απολέσῃ την ψυχήν εαυτού ένεκεν εμού και του ευαγγελίου, ούτος σώσει αυτήν. Τί γαρ ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδήσῃ τον κόσμον όλον, και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τί δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; Ος γαρ εάν επαισχυνθή με και τους εμούς λόγους εν τη γενεά ταύτῃ τη μοιχαλίδι και αμαρτωλώ, και ο υιός του ανθρώπου επαισχυνθήσεται αυτόν όταν έλθῃ εν τη δόξῃ του πατρός αυτού μετά των αγγέλων των αγίων. Και έλεγεν αυτοίς· Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινές ώδε των εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου εως αν ίδωσι την βασιλείαν του Θεού ἐληλυθυίαν εν δυνάμει.

Νεοελληνική Απόδοση
Είπε ο Κύριος: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί. Γιατί όποιος θέλει να σώσει τη ζωή του θα τη χάσει· όποιος όμως χάσει τη ζωή του εξαιτίας μου και εξαιτίας του ευαγγελίου, αυτός θα τη σώσει. Τι θα ωφεληθεί ο άνθρωπος, αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει τη ζωή του; Τι μπορεί να δώσει ο άνθρωπος αντάλλαγμα για τη ζωή του; Όποιος, ζώντας μέσα σ΄ αυτή τη γενιά την άπιστη κι αμαρτωλή, ντραπεί για μένα και για τη διδασκαλία μου, θα ντραπεί γι΄ αυτόν και ο Υιός του Ανθρώπου, όταν έρθει με όλη τη λαμπρότητα του Πατέρα του, μαζί με τους αγίους αγγέλους». Τους έλεγε ακόμη ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως υπάρχουν μερικοί ανάμεσα σ΄ αυτούς που βρίσκονται εδώ, οι οποίοι δε θα γευτούν το θάνατο, πριν δουν να έρχεται δυναμικά η βασιλεία του Θεού».

«Αράτω τον σταυρόν αυτού»
Η σημερινή Κυριακή καλείται Κυριακή «μετά την Ύψωσιν» και αποτελεί τον απόηχο της μεγάλης εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, ενώ η περασμένη Κυριακή «προ της Υψώσεως» ήταν το προανάκρουσμα. Η ορθόδοξη Εκκλησία, σε κάθε ακολουθία κάνει λόγο για τον Τίμιο Σταυρό, προβάλλοντας τον ως φωτεινό σημείο και όπλο κατά των δαιμόνων. Το ίδιο ευαγγελικό ανάγνωσμα, που ακούμε να διαβάζεται και την Γ’ Κυριακή των Νηστειών, αποτελεί ένα απόσπασμα από την όλη διδασκαλία και δραστηριότητα του Χριστού στη περιοχή της Καισαρείας του Φιλίππου.
Ο ευαγγελιστής Μάρκος, με τρόπο λιτό αλλά και δυναμικό, μας παρουσιάζει το κεντρικό σημείο της πνευματικής ζωής, γύρω από το οποίο πρέπει να στρέφεται η όλη προσπάθεια και ο αγώνας μας. Ο Τίμιος Σταυρός είναι παντοτινά υψωμένος, ώστε να οδηγεί τον κάθε πιστό στην οδό της σωτηρίας.
Σύμφωνα λοιπόν με τον Ευαγγελιστή, ο Ιησούς Χριστός, μετά το θαύμα που πραγματοποίησε και χόρτασε το πλήθος των ανθρώπων που τον ακολουθούσαν, συνομιλώντας με τους Μαθητές του, μίλησε για το πάθος και την Ανάστασή του. Ταυτόχρονα, απευθυνόμενος κυρίως προς τους Μαθητές του, παρουσία και πολλών άλλων, τους εξήγησε τι σημαίνει ν’ ακολουθεί κάποιος τον Ιησού Χριστό. «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθεί» (στ. 34). Καταναγκασμός δεν υπάρχει στη διδασκαλία του Χριστού. Μπορεί κανείς ελεύθερα να αποφασίσει το δρόμο του σταυρού αφού αναλογισθεί πρώτα τις δυσκολίες και αναλάβει αποφασιστικά τις ευθύνες του: Η απάρνηση του εαυτού μας και η άρση του σταυρού επί των ώμων είναι οι βασικές προϋ­ποθέσεις για να ακολουθήσουμε τον Χριστό. Αρνούμαι τον εαυτό μου, σημαίνει: εγκαταλείπω ακόμη και τις νόμιμες και δίκαιες απαιτήσεις, τις φυσιολογικές και δικαιολογημένες επιθυμίες που έχει το εγώ μου μέσα στη ζωή, αρνούμαι την ασφάλεια μιας καλοβολεμένης ζωής, για να αποδυθώ στην κατά τα κριτήρια του κόσμου άβεβαιότητα και ανα­σφάλεια που συνεπάγεται το να ακολουθώ τον Χριστό στο δρόμο του πάθους. Ο εμπειρικός άνθρωπος, όπως τον γνωρίζουμε όλοι μας, ζητά την τακτοποίηση και την ασφάλεια, την αποφυγή της σκέψης του θανάτου, την παράταση της ζωής του με κάθε τρόπο. Με μια παράξενη όμως επιχειρηματολογία για την ανθρώπινη λογική ο Χρι­στός διδάσκει ότι η ζωή κερδίζεται μόνον όταν χαθεί. Η θυσία της ζωής οδηγεί στην κατ’ εξοχή ζωή.
Όπως ο Λόγος του Θεού εθελούσια σαρκώθηκε και θυσιάστηκε, έτσι κι οι πιστοί προσφέρουμε θεληματικά στον Χριστό τη θυσία του εγώ μας. Ο θεμελιώδης σκοπός μας ως χριστιανών, είναι η κατάκτηση της βασιλείας του Θεού. «Ζητείται πρώτον την βασιλεία του Θεού…» (Μτθ στ΄, 33). Όταν ο Χριστός μέσα από το κήρυγμα του, μας καλεί να τον ακολουθήσουμε, συγχρόνως μας βοηθά ν’ ανακαλύψουμε στη ύπαρξη μας τη δική του παρουσία - τη σφραγίδα της εικόνας του Θεού, μια ύψιστη δωρεά, προσφορά της αγάπης του Θεού που υπάρχει σε κάθε άνθρωπο. Το βασικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζεται από τους λόγους αυτούς του Χριστού, το οποίο σκανδάλισε πολλούς την εποχή εκείνη και εξακολουθεί και σήμερα, είναι το ερώτημα γιατί ο μαθητής του Χριστού να πρέπει να περάσει μέσα από το σταυρό και την άρνηση του ίδιου του εαυτού του. Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Πολλές φορές θέλουμε το χριστιανισμό στα μέτρα μας, για να διευκολύνουμε την είσοδο μας στη αιώνια ζωή, και να επιβραβεύσουμε τον τρόπο της εγκόσμιας καλοπέρασης μας. Ο Θεός της αγάπης, «ο ελευθερών ημάς εκ της φθοράς», «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι, και εις επίγνωση αληθείας ελθείν» (Α΄ Τιμ. β΄, 4). Οι πιστοί έχουμε εξαγορασθεί με βαρύ τίμημα, το ατίμητο αίμα του Χριστού, και με αυτό γίναμε «απελεύθεροι Χριστού» (Α΄ Κορ. στ΄, 20)
«Η σωτηρία της ψυχής, ασύγκριτο έπαθλο»
Όπως τονίσαμε προηγουμένως, ο Κύριος εξηγεί τη σημασία της αυταπάρνησης του εγώ, λέγοντας ότι όποιος φροντίζει μόνο για τον εαυτό του, τελικά δεν καταφέρνει να σώσει την ψυχή του. Αντίθετα, όποιος θυσιάσει την ζωή του για τον Χριστό και για το Ευαγγέλιο, εκείνος θα σώσει την ψυχή του. Διότι δεν υπάρχει κανένα όφελος να κερδίσει κανείς όλο τον κόσμο, και όμως να χάσει ή να καταστρέψει την ψυχή του, και δεν υπάρχει μεγαλύτερο και ανταξιότερο αντάλλαγμα από την αυταπάρνηση, προκειμένου να κερδίσουμε την ψυχή μας.
Ψυχή κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας μας είναι ένα από τα δυο συστατικά που συνθέτουν την ανθρώπινη ύπαρξη. Στα κείμενα των Πατέρων, διακρίνουμε μέσα από πολλά παραδείγματα ότι η ψυχή χρησιμοποιείται από τον Κύριο και τους αγίους Αποστόλους, ως ζωή. Ο άγγελος Κυρίου είπε στον Ιωσήφ, τον μνήστορα της Υπεραγίας Θεοτόκου: «εγερθείς παράλαβε το παιδίον και την μητέρα αυτού και πορεύου εις γην Ισραήλ∙ τεθνήκασι γαρ οι ζητούντες την ψυχήν του παιδίου» (Μτθ. β΄ 20). Ο Κύριος, περιγράφοντας τον εαυτό του ως καλόν ποιμένα, λέει: «εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός, ο ποιμήν ο καλός την ψυχήν αυτού τίθησιν υπέρ των προβάτων...» (Ιω. ι΄, 11). Επίσης, ο Απόστολος Παύλος γράφοντας για την Πρίσκιλλα και τον Ακύλα λέγει: «οίτινες υπέρ της ψυχής μου τον εαυτόν τράχηλον υπέθηκαν» (Ρωμ. ιστ΄, 4). Και στις τρεις αυτές περιπτώσεις ο όρος ψυχή σημαίνει την ζωή.
Ο άνθρωπος κατά τον Μέγα Βασίλειο είναι «σύνθετος εκ ψυχής και σώματος» (MG 30,140). Το σώμα λήφθηκε «από της γης», ενώ η ψυχή είναι «ουρανία». Αλλά και κατά τον άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό ο Θεός «εξ ορατής τε και αοράτου φύσεως δημιουργεί τον άνθρωπο, εκ γης μεν το σώμα διαπλάσας, ψυχήν δε λογικήν και νοεράν δια του οικείου εμφυσήματος δους αυτώ» (Έκδοσις Ακριβής Ορθοδόξου Πίστεως 2,12). Ο Κύριος στην παραβολή του άφρονος πλουσίου παρουσιάζει τον Θεό να λέει στον άφρονα πλούσιο: «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου∙ α δε ητοίμασας τίνι έσται;» (Λουκ. Ιβ΄, 20). Η υλιστική νοοτροπία είναι ένα από τα πιο έντονα χαρακτηριστικά που δεσπόζουν σήμερα. Ο πλούτος, τα υλικά αγαθά, η ευμάρεια και οι ανέσεις αποτελούν την πρώτιστη επιδίωξη των περισσοτέρων από τους συνανθρώπους μας. Αν μπορούσαμε, θα θέλαμε να κατακτήσουμε τον κόσμο ολόκληρο. Ο υλισμός, επιστρατεύει πάντοτε ως σύμμαχο του την απληστία. Για την πλεονεξία του ανθρώπου διαβάζουμε στο βιβλίο των Παροιμιών: «Άδης και απώλεια ουκ εμπίπλανται, ωσαύτως και οι οφθαλμοί των ανθρώπων άπληστοι» (27,20). Δηλαδή, ο Άδης και ο θάνατος δεν χορταίνουν να δέχονται νεκρούς. Έτσι και τα μάτια των ανθρώπων είναι αχόρταγα. Κυριαρχούμενοι από αυτή την υλιστική αντίληψη και τη σύμφυτη απληστία, λησμονούμε τι είναι ο άνθρωπος. Λησμονούμε την ασύγκριτη αξία του ανθρώπου σε σχέση με τα υλικά αγαθά, τα πλούτη και τις απολαύσεις του παρόντος κόσμου.
Ο Σταυρός του Χριστού, φανερώνει την έλευση της Βασιλείας του Θεού. Στη Βασιλεία του Θεού δεν χωρούν εγωιστές, δεν χωρούν όσοι ενδιαφέρονται και ασχολούνται μόνο με το δικό τους ατομικό συμφέρον. Για να μπορέσουμε να ακολουθήσουμε την οδό της σωτηρίας είναι ανάγκη να απαγκιστρωθούμε από το εγώ μας, να αρνηθούμε τον ίδιο μας τον εαυτό. Ας μη δειλιάσουμε, ας μην καταβληθούμε από τους κόπους, γιατί όπως ο ίδιος βεβαιώνει στο τέλος της περικοπής, αν δειλιάσουμε και ντραπούμε και τον αρνηθούμε, τότε και ο ίδιος θα μας αρνηθεί κατά την ημέρα της Κρίσεως, ενώπιον του Θεού και των αγίων Αγγέλων. Αν δειλιάσουμε και ρίξουμε το σταυρό μας ή χειρότερα, αν ακούσουμε τον πειρασμό και κατέβουμε από τον σταυρό, τότε θα τα έχουμε χάσει όλα. Ο Χριστός όμως πάλι μάς ενθαρρύνει λέγοντας ότι όποιος δεν πτοηθεί και Τον ακολουθήσει με πίστη και με υπομονή, θα νικήσει τελικά τον ίδιο το θάνατο και θα ζει αιώνια με τον Αρχηγό της Ζωής, τον Χριστό, όχι μόνο στην αιωνιότητα αλλά και από την παρούσα ζωή. Αμήν.
http://www.imconstantias.org.cy/2929.html
---------------------------------------

Κυριακή Μετά τη Ύψωση, Αποστ. Ανάγνωσμα: Γαλ. 2, 16-20
Αδελφοί, ειδότες οτι ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εαν μη δια πίστεως Ιησού Χριστού, και ημείς εις Χριστόν Ιησούν επιστεύσαμεν, ινα δικαιωθώμεν εκ πίστεως Χρίστου και ουκ εξ έργων νόμου, διότι ου δικαιωθήσεται εξ έργων νόμου πάσα σαρξ. Ει δε ζητούντες δικαιωθήναι εν Χριστώ ευρέθημεν και αυτοί αμαρτωλοί, αρα Χριστός αμαρτίας διάκονος; Μη γένοιτο. Ει γαρ α κατέλυσα ταύτα πάλιν οικοδομώ, παραβάτην εμαυτόν συνίστημι. Εγω γαρ δια νόμου νόμω απέθανον, ινα Θεω ζήσω. Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγω, ζη δε εν εμοί Χριστός· ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του υιού του Θεού του αγαπήσαντος με και παραδόντος εαυτόν υπέρ εμού.

Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, ξέρουμε πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να σωθεί με την τήρηση των διατάξεων του νόμου. Αυτό γίνεται μόνο με την πίστη στον Ιησού Χριστό. Γι’ αυτό κι εμείς πιστέψαμε στον Ιησού Χριστό, για να δικαιωθούμε με την πίστη στο Χριστό κι όχι με την τήρηση του νόμου· γιατί με τα έργα του νόμου δεν θα σωθεί κανένας άνθρωπος. Αν όμως, ζητώντας να σωθούμε από τον Χρίστο, βρεθήκαμε να είμαστε και μείς αμαρτωλοί όπως οι εθνικοί, σημαίνει τάχα πως ο Χριστός οδηγεί στην αμαρτία; Όχι βέβαια! Γιατί, αν ότι γκρέμισα το ξαναχτίζω, είναι σαν να ομολογώ πως έκανα λάθος όταν το γκρέμιζα. Κι αληθινά, με κριτήριο τον νόμο, έχω πεθάνει για τη θρησκεία του νόμου, για να βρω τη ζωή κοντά στο Θεό. Έχω πεθάνει στον σταυρό μαζί με τον Χριστό. Τώρα πια δεν ζω εγώ, αλλά ζει στο πρόσωπο μου ο Χριστός. Κι η τωρινή σωματική μου ζωή είναι ζωή βασισμένη στην πίστη μου στον Υιό του Θεού, που με αγάπησε και πέθανε εκούσια για χάρη μου.

Σχολιασμός
Η σημερινή αποστολική περικοπή είναι παρμένη από το 2ο κεφάλαιο της προς Γαλατάς επιστολής του Αποστόλου Παύλου και συγκεκριμένα τους στίχους 16-20. Ολόκληρη η προς Γαλατάς επιστολή μας διασώζει αρκετά στοιχεία από την θεολογία του Αποστόλου Παύλου. Την περιοχή της Γαλατίας επισκέφθηκε ο Απόστολος Παύλος κατά την πρώτη του αποστολική περιοδεία κατά τα έτη 45 – 48 μ. Χ. συνοδευόμενος από τον Απόστολο Βαρνάβα. Στις Εκκλησίες τις οποίες ίδρυσε εκεί στην περιοχή της Γαλατίας άρχισε να εμφανίζεται ένα πρόβλημα. Κάποιοι Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί προσπαθούσαν να επιβάλουν σε όλα τα μέλη της Εκκλησίας αυτά τα οποία όριζε ο Μωσαϊκός Νόμος και κυρίως την περιτομή. Για να μπορέσουν όμως να το πετύχουν αυτό ξεκίνησαν να αμφισβητούν το αποστολικό αξίωμα το οποίο είχε ο Απόστολος Παύλος λέγοντας ότι δεν είναι απόστολος ισάξιος με τους δώδεκα και ότι διδάσκει την αποδέσμευση από το μωσαϊκό Νόμο για να γίνει αρεστός στους εξ εθνών Χριστιανούς. Βλέποντας αυτόν τον κίνδυνο τον οποίο διέτρεχαν οι Χριστιανοί της περιοχής της Γαλατίας, το να οδηγηθούν δηλαδή στη δουλεία του Νόμου και τις διατάξεις του, τους γράφει αυτή την επιστολή έτσι ώστε να τους υπενθυμίσει αυτά τα οποία τους είχε διδάξει και να τους βοηθήσει να παραμείνουν στην ελευθερία που προσφέρει το ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Οι Χριστιανοί οι οποίοι ζουν στην περιοχή της Γαλατίας αποτελούν κατά το μεγαλύτερο τους μέρος ανθρώπους οι οποίοι προηγουμένως ήταν ειδωλολάτρες και κατόπιν έγιναν Χριστιανοί.
Η ιδιαιτερότητα της χριστιανικής πίστεως φαίνεται στο Χρίστο και τη σταυρική του θυσία. Η σταυρική θυσία του Χριστού αποτελεί την ελευθερία των ανθρώπων από το Νόμο και τις διατάξεις τις οποίες περιέχει. Η επιστροφή των ανθρώπων στο Νόμο και τις διατάξεις του σημαίνει την υποτίμηση της σταυρικής θυσίας του Χριστού και της ελευθερίας που μας προσφέρει. Αυτό είναι που διαβλέπει ο Απόστολος Παύλος ότι προσπαθεί να γίνει με τους Χριστιανούς που ζουν στην περιοχή της Γαλατίας και τους γράφει στην επιστολή του ότι: «ου δικαιούται άνθρωπος εξ έργων νόμου εάν μη δια πίστεως Ιησού Χριστού». Οι Ιουδαΐζοντες Χριστιανοί αμφισβητούσαν την ελευθερία που προσφέρει ο Σταυρός του Χριστού που αποτελεί πηγή ελευθερίας, την ελευθερία του Ευαγγελίου, και την ζωή που προσφέρει ο Θεός στους πιστούς και χαρακτηρίζεται από αυτή την ελευθερία. Πίστευαν ότι είναι απαραίτητη, για τη σωτηρία, η τήρηση του Μωσαϊκού Νόμου απ’ όλους. Ο Νόμος όμως αποτελεί όπως θα μας πει στο τρίτο κεφαλαίο της προς Γαλατάς Επιστολής του ο Απόστολος Παύλος «παιδαγωγό εις Χριστόν, ίνα εκ πίστεως δικαιωθώμεν» ώστε «ελθούσης δε της πίστεως ουκέτι υπο παιδαγωγόν εσμέν» (Γαλ.3,24-25). Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέει «ο νόμος δια Μωυσεώς εδόθη, η Χάρις και η αλήθεια δια Ιησού Χριστού εγένετο» (Ιω.1,17). Η σωτηρία απευθύνεται προς όλους τους ανθρώπους, δια μέσω της πίστεως τους στον Ιησού Χρίστο, χωρίς να διακρίνει τους ανθρώπους με βάση την τήρηση ή μη του Μωσαϊκού Νόμου. Η αποδοχή του Ευαγγελίου του Χρίστου από πολλούς εξ Ιουδαίων Χριστιανούς φανερώνει πως ο Νόμος αδυνατεί να τους σώσει και έτσι τον εγκαταλείπουν και ακολουθούν το Ευαγγέλιο του Ιησού Χρίστου το οποίο τους προσφέρει την πραγματική ελευθερία και την σωτηρία.
Συνεχίζοντας παρακάτω, ο Απόστολος Παύλος μας λέει: «Χριστώ συνεσταύρωμαι· ζω δε ουκέτι εγω, ζη δε εν εμοί Χρίστος». Ο Σταυρός του Χριστού αποτελεί το σημείο στο οποίο πρέπει να προσβλέπουμε για τη σωτηρία μας. Με τη σταυρική του θυσία ο Χρίστος εκδήλωσε την απεριόριστη αγάπη του προς τους ανθρώπους και τον καθένα μας ξεχωριστά. Η μη πιστή προς αυτόν και η τήρηση απλά του Μωσαϊκού Νόμου σημαίνει την υποτίμηση της σταυρικής του θυσίας και της αγάπης την οποία μας έχει δείξει. Ο Απόστολος Παύλος λέγοντας αυτά μας τονίζει ότι πέθανε προς τον κόσμο και τον Νόμο αλλά όμως συνεχίζει να ζει σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό. Νέκρωσε την αμαρτία για να μπορέσει να ζωοποιηθεί μέσα του η Χάρη που παρέχεται διά του Ιησού Χριστού. Ο Χριστός καταδικάστηκε στο όνομα του Νόμου, αλλά ο θάνατος του Χριστού είχε ως αποτέλεσμα την ελευθερία των ανθρώπων από το Νόμο και τις διατάξεις του. Ο Σταυρός και ο θάνατος αποτελούν για τον Χριστιανό τρόπο ύπαρξης ο οποίος μας ενώνει με το Χριστό ο οποίος αποτελεί την όντως ζωή.
Ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί για τους Ιουδαίους σκάνδαλο για τους Έλληνες μωρία μας λέει ο Απόστολος Παύλος (Κορ.1,23). Για τους Χριστιανούς όμως, ο Σταυρός του Κυρίου αποτελεί σύμβολο σωτηρίας και πηγή αγιασμού. Η Εκκλησία μας βλέποντας αυτή τη δύναμη που περιέχει ο Σταυρός ψάλλει: «Χαίροις ο ζωηφόρος Σταυρός, της ευσεβείας το αήττητον τρόπαιον, η θύρα του Παραδείσου, ο των πιστών στηριγμός, το της Εκκλησίας περιτείχισμα· δι ου εξηφάνισται, η φθορά και κατήργηται, και κατεπόθη, του θανάτου η δύναμις, και υψώθημεν, από γης προς ουράνια. Όπλον ακαταμάχητον, δαιμόνων αντίπαλε, δόξα Μαρτύρων Οσίων, ως αληθώς εγκαλλώπισμα, λιμήν σωτηρίας, ο δωρούμενος τω κόσμω το μέγα έλεος» (1ο Στιχηρό των Αποστίχων του Εσπερινού της Παγκοσμίου Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού). Σε όλες τις δύσκολες τους στιγμές οι πιστοί αγιάζονται με το σημείο του Σταυρού και θωρακίζονται κατά των πονηρών δυνάμεων. Όταν προσεύχονται αλλά και σε όλες τις τελετές της Εκκλησίας, οι πιστοί κάνουν το σημείο του Σταυρού.
Η ένωση μας με το Χριστό που αποτελεί την ουσία αυτής της ζωής, επιτυγχάνεται σταυρώνοντας τον παλιό εαυτό μας, τον εαυτό της αμαρτίας τον οποίο φέρουμε. Η σωτηρία επιτυγχάνεται μέσω της πίστεως στον Ιησού Χριστό και όχι απλά της τήρησης των διατάξεων του Μωσαϊκού Νόμου. Η σωτηρία μας πηγάζει από την αστείρευτη αγάπη του Χριστού προς εμάς, η οποία τον οδήγησε μέχρι το σταυρικό του θάνατο. Μέσα από αυτή τη σταυρική του θυσία, αντλούμε κι εμείς τη δύναμη για ν' αντιμετωπίσουμε τα διάφορα προβλήματα που συναντούμε στη πορεία της ζωής μας. Έτσι διαλέγουμε ή αποδεχόμαστε το ευαγγέλιο του Χριστού και σωζόμαστε ή παραμένουμε δούλοι της αμαρτίας.
http://www.imconstantias.org.cy/2930.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 25 Σεπ 2016, 23:32

Κυριακή Α΄Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα : Λουκά ε΄ 1-11
Εγένετο δε εν τω τον όχλον επικείσθαι αυτώ του ακούειν τον λόγον του Θεού και αυτός ην εστώς παρά την λίμνην Γεννησαρέτ, και είδε δύο πλοία εστώτα παρά την λίμνην• οι δε αλιείς αποβάντες απ΄ αυτών απέπλυναν τα δίκτυα. εμβάς δε εις έν των πλοίων, ο ην του Σίμωνος, ηρώτησεν αυτόν από της γης επαναγαγείν ολίγον• και καθίσας εδίδασκεν εκ του πλοίου τους όχλους. ως δε επαύσατο λαλών, είπε προς τον Σίμωνα• επανάγαγε εις το βάθος και χαλάσατε τα δίκτυα υμών εις άγραν. Και αποκριθείς ο Σίμων είπεν αυτώ• επιστάτα, δι΄ όλης της νυκτός κοπιάσαντες ουδέν ελάβομεν• επί δε τω ρήματί σου χαλάσω το δίκτυον. Και τούτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλήθος ιχθύων πολύ• διερρήγνυτο δε το δίκτυον αυτών. Και κατένευσαν τοις μετόχοις τοις εν τω ετέρω πλοίω του ελθόντας συλλαβέσθαι αυτοίς• και ήλθον και έπλησαν αμφότερα τα πλοία, ώστε βυθίζεσθαι αυτά. Ιδών δε Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοις γόνασιν Ιησού λέγων• έξελθε απ΄ εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμί, Κύριε. 9. Θάμβος γαρ περιέσχεν αυτόν και πάντας τους συν αυτώ επι τη άγρα των ιχθύων η συνέλαβον, ομοίως δε και Ιάκωβον και Ιωάννην, υιούς Ζεβεδαίου, οι ήσαν κοινωνοί τω Σίμωνι. Και είπε προς τον Σίμωνα ο Ιησούς• μη φοβού• από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών. Και καταγαγόντες τα πλοία επί την γην, αφέντες άπαντα ηκολούθησαν αυτώ.

Νεοελληνική Απόδοση
Καθώς τα πλήθη συνωστίζονταν κάποτε γύρω του για ν΄ ακούσουν το λόγο του Θεού κι εκείνος στεκόταν στην όχθη της λίμνης Γεννησαρέτ, είδε δύο ψαροκάικα στην άκρη της λίμνης. Οι ψαράδες είχαν κατεβεί απ΄ αυτά και έπλεναν τα δίκτυα. Εκείνος ανέβηκε σ΄ ένα από τα ψαροκάικα, σ΄ αυτό που ήταν του Σίμωνα, και τον παρακάλεσε να τραβηχτεί λίγο από την ξηρά. Κάθισε στο ψαροκάικο και απ΄ αυτό δίδασκε τα πλήθη. Όταν τελείωσε την ομιλία του, είπε στο Σίμωνα: «Πήγαινε στα βαθιά και ρίξτε τα δίκτυα σας για ψάρεμα». Ο Σίμων του αποκρίθηκε: «Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα παιδευόμασταν και δεν πιάσαμε τίποτε, επειδή όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ». Αφού το έριξαν έπιασαν πάρα πολλά ψάρια, τόσα που άρχισε να σκίζεται το δίχτυ τους. Με νεύματα ειδοποίησαν τους συνεταίρους τους που ήταν στο άλλο πλοίο να έρθουν να τους βοηθήσουν. Εκείνοι ήρθαν και γέμισαν και τα δύο ψαροκάικα σε σημείο που να κινδυνεύουν να βυθιστούν. Όταν ο Σίμων Πέτρος είδε τι έγινε, έπεσε στα γόνατα του Ιησού και του είπε: «Βγες από το καΐκι μου, Κύριε, διότι είμαι αμαρτωλός άνθρωπος». Αυτά τα είπε γιατί είχε κυριευτεί απο δέος, αυτός και όλοι όσοι ήταν μαζί του, για τα πολλά ψάρια που είχαν πιάσει. Το ίδιο συνέβη και με τα παιδιά του Ζεβεδαίου, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, που ήταν συνεργάτες του Σίμωνα. Ο Ιησούς τότε είπε στο Σίμωνα: «Μη φοβάσαι, από τώρα θα ψαρεύεις ανθρώπους». Ύστερα, αφού τράβηξαν τα ψαροκάικα στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.

Σχολιασμός
Η Εκκλησία μας όρισε από την επόμενη Κυριακή μετά την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού και μέχρι τα Χριστούγεννα να διαβάζονται οι Ευαγγελικές περικοπές παρμένες από το Ευαγγέλιο του Λουκά. Η σημερινή περικοπή πρώτη αυτής της σειράς, κάνει λόγο για την κλήση των πρώτων τεσσάρων μαθητών του Κυρίου, του Πέτρου, του Ανδρέα , του Ιάκωβου και του Ιωάννη και μας διδάσκει πως πρέπει να δέχεται ο άνθρωπος το θείο κάλεσμα. Το ενδιαφέρον για το πρόσωπο του Χριστού είναι ένα μυστήριο που συντελείται στην καρδιά του ανθρώπου.

Ο απόστολος Πέτρος ήταν δεμένος με το Χριστό, γιατί στο πρόσωπο του συνάντησε την πηγή της ζωής. Η ζωή αυτή ανακαίνιζε τη ζωή του, της έδινε νόημα, της έδινε προοπτική, της χάριζε ελπίδα. Όταν κάποτε πολλοί από τους μαθητές του Χριστού τον εγκατέλειψαν, εκείνος στράφηκε προς τους δώδεκα και τούς ρώτησε: «μη και υμείς θέλετε υπάγειν;». Τότε ὁ Πέτρος του απάντησε: «Κύριε, προς τίνα απελευσόμεθα; Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις» (Ἰω. 6, 67-68). Ο Πέτρος μέσα από το λόγο του Χριστού αποκτούσε την αίσθηση της αιώνιας ζωής. Γι αυτό η δίψα του για το Θεό ήταν ταυτόχρονα δίψα ακροάσεως του λόγου του. Η δίψα αυτή αποτελεί απόδειξη πνευματικής υγείας. Ο Άγιος Γρηγόριος Νύσσης λέει ότι, όπως η όρεξη είναι απόδειξη υγείας του σώματος, έτσι και η επιθυμία ακροάσεως πνευματικών λόγων είναι απόδειξη της υγείας της ψυχής. Οι πνευματικοί λόγοι τρέφουν την καρδιά και δεν την αφήνουν να νεκρωθεί. Ο Μέγας Βασίλειος λέει: «αγαθών νοημάτων γίνου ακροατής και τη τούτου μελέτῃ συντήρει σην καρδίαν». Τα αγαθά νοήματα πρέπει να γίνονται ύλη που επεξεργάζεται ο νους , όχι για να τα αναλύσει και να τα κατατάξει, αλλά για να τα αφομοιώσει και να τα μεταβάλλει σε αγαθές πράξεις και επιλογές.

Καθώς ο Κύριος πέρασε την ακρογιαλιά της Γαλιλαίας ένα μεγάλο πλήθος κόσμου τον ακολούθησε για να ακούσει την διδασκαλία του. Ο Κύριος επέλεξε να ανεβεί στη ψαρόβαρκα του Σίμωνα γιατί από εκεί θα μπορούσε να βλέπει όλο το τον κόσμο και η επικοινωνία θα ήταν άμεση. Όταν τελείωσε τη διδασκαλία του ο Κύριος, λέει στον Σίμωνα: «Φέρε πάλι το πλοίο στα βαθιά νερά της λίμνης και ρίξτε τα δίχτυα σας». Ο Σίμων όμως με έκπληξη του αποκρίνεται: «Διδάσκαλε, όλη τη νύχτα κοπιάσαμε ρίχνοντας τα δίχτυα και δεν πιάσαμε τίποτε. Αφού όμως το λες εσύ, θα ρίξω το δίχτυ». Και το θαύμα που ακολούθησε ήταν εντυπωσιακό. Το δίχτυ τους γέμισε τόσο πολλά ψάρια, ώστε άρχισε να σχίζεται. Οι ψαράδες τότε φώναξαν αμέσως τους συνεταίρους τους που ήταν στο άλλο πλοίο, να βοηθήσουν να σύρουν το δίχτυ επάνω. Αλλά τα ψάρια ήταν τόσο πολλά, ώστε τα δυο πλοία κινδύνευαν να βυθισθούν.

Τι νόημα όμως είχε αυτό το τόσο εντυπωσιακό θαύμα; Και γιατί ο Κύριος πριν το επιτελέσει ζήτησε από τους ψαράδες να ρίξουν τα δίχτυα τους και μάλιστα σε ακατάλληλη ώρα; Διότι ο Κύριος μέσα από το θαύμα αυτό ήθελε να διδάξει πολύ μεγάλες αλήθειες στους ψαράδες της Γαλιλαίας, τους οποίους σε λίγο θα καλούσε να γίνουν αλιείς ανθρώπων και να σαγηνεύουν στα πνευματικά τους δίχτυα όλη την οικουμένη. Αυτό το θαύμα ήταν τύπος της πνευματικής αλιείας τους. Και έπρεπε να χαραχθεί βαθιά στην ψυχή τους. Έπρεπε να το θυμούνται πολύ καλά οι Απόστολοι του Κυρίου όταν αργότερα στο τεράστιο έργο τους θα συναντούσαν δυσκολίες και απογοητεύσεις. Να θυμούνται και να συναισθάνονται ότι στην πνευματική τους διακονία χωρίς τον Κύριο δεν θα μπορούσαν τίποτε να επιτύχουν, ενώ με τη δική του δύναμη θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Άδεια τα δίχτυα χωρίς την ευλογία του. Γεμάτα όταν τα ευλογούσε ο Χριστός.

Έπρεπε ακόμη να καταλάβουν οι μαθητές μέσα από το θαύμα αυτό ότι για να έχουν καρποφορία στο έργο τους θα έπρεπε να έχουν τυφλή υπακοή στα προστάγματα του Κυρίου. Ακόμη και σ’ αυτά που δεν κατανοούσε η περιορισμένη τους λογική. Και να μην υπολογίζουν κόπο και θυσίες. Αυτοί να δίνουν το χρόνο τους, τον κόπο τους και τη ζωή τους στην υπηρεσία του Κυρίου, για να τα μεταχειρισθεί όπως αυτός ήθελε· έχοντας τη βεβαιότητα ότι ο Κύριος θα επιβραβεύει τη θυσία τους, την πρόθυμη υπακοή τους, την αδιάσειστη πίστη τους στη δύναμή του.

Όταν είδε ο Πέτρος το πρωτοφανές αυτό και ανέλπιστο πλήθος των ψαριών, έπεσε στα γόνατα του Χριστού και είπε: «Βγες από το πλοίο μου και φύγε από μένα, Κύριε, διότι είμαι άνθρωπος αμαρτωλός και δεν είμαι άξιος να σ’ έχω στο πλοίο μου». Ο Κύριος όμως τον καθησύχασε και του είπε: «Μη φοβάσαι. Από τώρα θα σαγηνεύεις ανθρώπους, τους οποίους με το κήρυγμα σου θα οδηγείς στη σωτηρία». Κατόπιν αφού όλοι μαζί οι ψαράδες επανέφεραν τα πλοία στη στεριά, άφησαν τα πάντα και τον ακολούθησαν.

Ωστόσο όμως η στάση του αποστόλου Πέτρου μας δημιουργεί κάποιον προβληματισμό. Γιατί αντί να πανηγυρίσει για το μεγαλειώδες θαύμα, παρακάλεσε τον Κύριο να φύγει από το πλοίο του; Αυτός που από τα παιδικά του χρόνια περίμενε τον Μεσσία, τώρα του ζητά να φύγει από τη ζωή του; Ασφαλώς το αίτημα του Πέτρου δεν εκφράζει μια διάθεση αρνήσεως και αποδιώξεως του Χριστού. Αντίθετα ο άδολος αυτός ψαράς της Γαλιλαίας ένιωσε την ώρα εκείνη ένα φοβερό συγκλονισμό στην ψυχή του. Κατάλαβε μέσα στην ευλογία του θαύματος ότι δεν έχει μπροστά του έναν απλό άνθρωπο, αλλά ένα μοναδικό διδάσκαλο που έχει θεία δύναμη. Και αισθανόμενος το μεγαλείο του δεν αντέχει να ατενίσει το θεϊκό του πρόσωπο, αλλά πέφτει συντετριμμένος και τον προσκυνά. Διότι αισθάνεται τον εαυτό του ανάξιο της παρουσίας του. Αισθάνεται την αγιότητα του Χριστού και τη δική του μικρότητα και αμαρτωλότητα.

Τα συναισθήματα αυτά του Πέτρου τα βιώνουμε και εμείς οι πιστοί, καθώς βρισκόμαστε σε μία ιερή ώρα της λατρείας ή σε στιγμές που αισθανόμαστε τον Θεό ολοζώντανο στη ζωή μας, και αφυπνίζεται η συναίσθηση της αμαρτωλότητας μας. Μας συνέχει τότε ο φόβος του Θεού. Τρέμουμε, φοβόμαστε την παρουσία του Θεού, αλλά ταυτόχρονα την ποθούμε και την λαχταρούμε. Αισθανόμαστε πόσο αμαρτωλοί είμαστε και ότι δεν αξίζουμε των ευλογιών του Κυρίου. Αυτό όμως που δεν καταλαβαίνουμε ίσως, είναι ότι όσο περισσότερο αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας, τόσο περισσότερο ελκύουμε το έλεος και την αγάπη του Κυρίου. Γι’ αυτό ας στεκόμαστε με δέος και φόβο ενώπιόν του και ας τον παρακαλούμε ταπεινά και ολοκάρδια να μη φύγει ποτέ από κοντά μας λόγω των πολλών μας αμαρτιών.

Ο Κύριος πάντοτε περιβάλλει με άπειρη αγάπη τον κάθε άνθρωπο και θέλει « πάντας ανθρώπους σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν» (Α΄Τιμ. β , 4). Πρέπει να προσέξουμε τη ζωή μας και τότε θα δούμε τη θαυμαστή παρέμβαση του Θεού.

http://www.imconstantias.org.cy/2944.html
-------------------------------------
Κυριακή ΙΔ' Επιστολών, Αποστ. ανάγνωσμα: Β΄ Κορ. α΄ 21- β΄4
Ο δε βεβαιών ημάς συν υμίν εις Χριστόν και χρίσας ημάς Θεός, ο και σφραγισμένος ημάς και δους τον αρραβώνα του Πνεύματος εν ταις καρδίαις ημών. Εγώ δε μάρτυρα τον Θεόν επικαλούμαι επί την εμήν ψυχήν, ότι φειδόμενος υμών ουκέτι ήλθον εις Κόρινθον. Ούχ ότι κυριεύομεν υμών. Tη γαρ πίστει εστήκατε. Έκρινα δε εμαυτώ τούτο, το μη πάλιν εν λύπη ελθείν προς υμάς. Ει γαρ εγώ λυπώ υμάς, και τις εστίν ο ευφραίνων με ει μη ο λυπούμενος εξ΄ εμού. Και έγραψα υμίν τούτο αυτό, ίνα μη ελθών λύπην έχω αφ΄ ων έδει με χαίρειν, πεποιθώς επί πάντας υμάς ότι η εμή χαρά πάντων υμών εστίν. Εκ γαρ πολλής θλίψεως και συνοχής καρδίας έγραψα υμίν διά πολλών δακρύων, ούχ ίνα λυπηθήτε, αλλά την αγάπην ίνα γνώτε ην έχω περισσοτέρως εις υμάς.

Απόδοση
Ο Θεός, που στερεώνει κι εμάς κι εσάς στον Χριστό και μας έχρισε λαό του, είναι ο ίδιος ο οποίος και μας σφράγισε και μας έδωσε τον αρραβώνα του Πνεύματος μέσα στις καρδιές μας. Εγώ, λοιπόν, μάρτυρα το Θεό επικαλούμαι πάνω στην ψυχή μου, ότι επειδή σας λυπάμαι, δεν ήρθα ακόμη στην Κόρινθο. Όχι ότι θέλουμε να κυριαρχούμε στην πίστη σας, αλλά είμαστε συνεργάτες της χαράς σας, Γιατί έχετε σταθεί σταθεροί στην πίστη. Γιατί αποφάσισα για τον εαυτό μου αυτό: το να μην έρθω πάλι με λύπη προς εσάς. Γιατί αν εγώ σας λυπώ, τότε ποιος είναι αυτός που με ευφραίνει παρά εκείνος που λυπάται από εμένα. Και έγραψα ακριβώς αυτό, για να μην έχω λύπη, όταν έρθω, από αυτούς που έπρεπε να χαίρω, έχοντας πεποίθηση για όλους σας ότι η δική μου χαρά είναι χαρά όλων σας. Γιατί με πολλή θλίψη και με στεναχώρια στην καρδιά σας έγραψα, με πολλά δάκρυα, όχι για να λυπηθείτε, αλλά για να γνωρίσετε την αγάπη που έχω περισσότερο για σας.

Σχόλια
Ο απόστολος Παύλος στέλλει την επιστολή αυτή στους κατοίκους της Κορίνθου, ώστε να τους επαινέσει για την σταθερότητα της πίστεως τους. Στη συνέχεια τους διευκρινίζει πως ο λόγος που ο ίδιος δεν βρίσκεται στη πόλη τους, είναι λόγω των πολλών κοπιαστικών πνευματικών ευθυνών του. Γνωρίζοντας την πνευματική τους πρόοδο, αποφασίζει να γράψει τη επιστολή αυτή, παρά να βρίσκεται ο ίδιος εκεί. Δεν θεώρησε αναγκαίο να βρίσκεται ο ίδιος στην Κόρινθο γι΄ αυτό και τους στέλνει αυτή την ποιμαντική επιστολή.
Νιώθει χαρά ο απόστολος Παύλος που τα πνευματικά του τέκνα προοδεύουν στην πνευματική τους ζωή και αποφασίζει να τους στείλει την χαρμόσυνη επιστολή, για να τους θυμίσει ότι ποτέ δεν τους ξεχνά αλλά πάντοτε είναι στις προσευχές του.
Πόση χαρά δίνουμε στο Θεό μας όταν προοδεύουμε στη πνευματική μας ζωή, πόσο χαίρεται για εμάς ο Κύριος όταν βαδίζουμε στο δρόμο που Αυτός χάραξε!
Καλό και πρωτεύων είναι να μάθουμε τι αρέσει και τι περιμένει από εμάς ο Θεός, ποιος είναι ο σκοπός μας πάνω στη γη. Σκοπός του ανθρώπου είναι να γίνει όπως και ο Δημιουργός του, να γίνει κατά χάρη Θεός, να φτάσει στη θέωση, να ενωθεί δηλαδή με το Θεό σε κοινωνία αγάπης. Για να γίνει αυτό κατορθωτό, απαραίτητη είναι και η συμμετοχή μας στα μυστήρια της Εκκλησίας.
Αρχικά είναι η επαφή μας με το Πνευματικό, τον Ιερέα εκείνο όπου θα του εμπιστευτούμε τη πνευματική μας εξέλιξη. Ο Πνευματικός μας πατέρας αφού γνωρίσει και διακρίνει τα μοναδικά μας χαρίσματα, τότε θα τα χρησιμοποιήσει, οδηγώντας μας προς την αγιοσύνη. Με βάση τις δικές μας δυνατότητες, θα μας βοηθήσει να συμμετέχουμε στις ιερές ακολουθίες και πως θα προετοιμαζόμαστε για τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία. Έχοντας τη κατάλληλη εμπειρία ο Πνευματικός αυτός πατέρας, θα πιάσει από το χέρι το πνευματικό του τέκνο βοηθώντας το αργά - αργά και προσεκτικά, να ανεβεί τη σκάλα που οδηγεί στη θέωση.
Ως χριστιανοί πρέπει να ανατρέξουμε στα αρχικά χρόνια του χριστιανισμού όπου κατείχε τους προγόνους μας η αίσθηση της θυσίας. Βέβαια στις μέρες μας είναι σχεδόν αδύνατο κάποιος να μαρτυρήσει για την πίστη του όπως οι άγιοι Μάρτυρες μας, αλλά μπορούμε να βρούμε τρόπους ώστε να θυσιαστούμε το κατά δύναμη για το Χριστό μας. Για παράδειγμα να τηράμε τις μέρες των νηστειών που καθόρισε η Εκκλησία μας. Ακόμη μπορούμε να στερηθούμε τις απολαύσεις της καθημερινότητας μας και στη συνέχεια αυτά να τα δίνουμε για ελεημοσύνη.
Όπως όταν το απολωλός πρόβατο επιστρέφει πίσω στο κοπάδι όπου ανήκει, μεγάλη χαρά γεμίζει το μαντρί εκείνο και χαίρεται και ο βοσκός που όλα του τα πρόβατα είναι ασφαλές. Τέτοια χαρά ένιωθε ο απόστολος των εθνών Παύλος όταν έμαθε για την πρόοδο εκείνη, των πνευματικών του τέκνων της Κορίνθου. Με δάκρυα στα μάτια έγραψε την επιστολή, όχι γιατί δεν ήταν χαρούμενος για την πνευματικής τους πρόοδο, αλλά γιατί αυτήν την χαρά ήθελε να τη μοιραστεί αυτοπροσώπως μαζί τους.
Χαίρεται λοιπόν ο Θεός, χαίρεται και όλη η άνω Ιερουσαλήμ όταν μια ψυχή οδηγείται στο Δημιουργό της. Η χαρά εκείνη της Αναστάσεως του Χριστού μας συνεχίζεται μέσα στους αιώνες, βιώνεται από το κάθε πιστό καθημερινά όταν αφήνει το Θεό να μιλά στη καρδιά του.
http://www.imconstantias.org.cy/2945.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 02 Οκτ 2016, 22:56

Κυριακή Β΄ Λουκά Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. στ΄ 31-36
Είπεν ο Κύριος, καθώς θέλετε ίνα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως. Και ει αγαπάτε τους αγαπώντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί τους αγαπώντας αυτούς αγαπώσι. Και εάν αγαθοποιήτε τους αγαθοποιούντας υμάς, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ οι αμαρτωλοί το αυτό ποιούσι. και εάν δανείζητε παρ’ ων ελπίζετε απολαβείν, ποία υμίν χάρις εστί; και γαρ άμαρτωλοί αμαρτωλοίς δανείζουσιν ίνα απολάβωσι τα ίσα. Πλην αγαπάτε τους εχθρούς υμών και αγαθοποιείτε και δανείζετε μηδέν απελπίζοντες, και έσται ο μισθός υμών πολύς, και έσεσθε υιοί υψίστου, ότι αυτός χρηστός εστιν επί τους αχαρίστους και πονηρούς. Γίνεσθε ουν οικτίρμονες, καθώς και ο πατήρ υμών οικτίρμων εστί.

Νεοελληνική Απόδοση
Είπε ο Κύριος: « Όπως θέλετε να σας συμπεριφέρονται οι άνθρωποι, έτσι ακριβώς να συμπεριφέρεστε κι εσείς σ’ αυτούς. Γιατί, αν αγαπάτε αυτούς που σας αγαπούν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Αφού και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Και αν κάνετε καλό σ’ αυτούς που σας κάνουν καλό, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζετε σ’ όσους ελπίζετε να σας τα επιστρέψουν, ποια εύνοια περιμένετε από το Θεό; Και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους όμοιούς τους, για να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα, εσείς ν’ αγαπάτε τους εχθρούς σας, να κάνετε καλό και να δανείζετε, χωρίς να περιμένετε να πάρετε πίσω τίποτε. Ετσι, ο Θεός, που είναι καλός ακόμα και με τους αχάριστους και τους κακούς, θα σας ανταμείψει με το παραπάνω και θα σας κάνει παιδιά του. Να είστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως σπλαχνικός είναι κι ο Θεός Πατέρας σας».

Ο Χρυσός Κανόνας
Η σημερινή Ευαγγελική περικοπή προέρχεται από το 6ο κεφάλαιο του κατά Λουκά ιερού ευαγγελίου και αναφέρεται στον τρόπο συμπεριφοράς των χριστιανών προς τους συνανθρώπους τους. Η περικοπή αυτή είναι ένα τμήμα της Επί του Όρους ομιλίας του Ιησού Χριστού, όπως την διασώζει ο Ευαγγελιστής Λουκάς στη δική του παράλληλη διήγηση με την επωνυμία της «Επί τόπου πεδινού ομιλίας». Μέσα στην ομιλία αυτή εντάσσονται οι Μακαρισμοί, η αγάπη πρός τους εχθρούς, η κρίση και η κατάκριση και η αξία της εφαρμογής των λόγων του Θεού.
Η διήγηση ξεκινά με τον λεγόμενο «χρυσό κανόνα» της συμπεριφοράς των χριστιανών, δηλαδή όπως θέλουμε να μας συμπεριφέρονται οι άλλοι άνθρωποι, έτσι ακριβώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε και μεις σ’ αυτούς. Αν αγαπάμε μόνο αυτούς που μας αγαπούν, δεν πρέπει να περιμένουμε καμία εύνοια από το Θεό, αφου και οι αμαρτωλοί αγαπούν αυτούς που τους αγαπούν. Αν πάλι κάνουμε καλό σ’ αυτούς που μας κάνουν καλό, πάλι δεν πρέπει να περιμένουμε καμιά εύνοια από το Θεό γιατί και οι αμαρτωλοί το ίδιο κάνουν. Αν δανείζουμε σε αυτούς που ελπίζουμε οτι θα μας τα επιστρέψουν πίσω, δεν πρέπει να περιμένουμε καμία εύνοια από το Θεό γιατί και οι αμαρτωλοί δανείζουν στους αμαρτωλούς με σκοπό να τα πάρουν πίσω. Αντίθετα με αυτούς, έμεις πρέπει να αγαπούμε τους εχθρούς μας να κάνουμε το καλό και να δανείζουμε χωρίς να περιμένουμε να πάρουμε τίποτα πίσω ως αντάλαγμα. Βλέπωντας αυτή μας την προσπάθεια ο Θεός, ο οποίος είναι καλός ακόμα και με τους αχαρίστους και τους κακούς, θα μας ανταμείψει με το παραπάνω και θα μας κάνει παιδιά του. Να είμαστε λοιπόν σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός και ο Θεός Πατέρας μας.
Η αρχή της Ευαγγελικής περικοπής «καθώς θέλετε ινα ποιώσιν υμίν οι άνθρωποι, και υμείς ποιείτε αυτοίς ομοίως» αποτελεί τη βάση της χριστιανικής ηθικής με την οποία ρυθμίζονται οι σχέσεις που πρέπει να έχουμε με τους άλλους ανθρώπους. Για το λόγο αυτό έχει χαρακτηρισθεί όπως αναφέραμε ως ο «χρυσός κανόνας» της συμπεριφοράς των πιστών. Μέσα από τον χρυσό κανόνα γίνεται μια υπέρβαση του Μωσαϊκού Νόμου στον οποίο εμπεριέχεται η ανταπόδοση του κακού. «Εάν δε εξεικονισμένον η δώσει..., οφθαλμόν αντί οφθαλμού, οδόντα αντί οδόντος,...». (Αν όμως προκληθεί σωματική βλάβη τότε θα εφαρμόσετε την αρχή... οφθαλμό αντί οφθαλμού, δόντι αντί δοντιού,...) (Έξοδος 21: 23-24). Η νέα εποχή που εγκαινιάζεται με τον ερχομό του Χριστού υπερβαίνει το μέτρο της ανταπόδοσης που υπήρχε στην Παλαιά Διαθήκη και φέρνει ως μέτρο την αγάπη που δείχνουμε προς τους άλλους να είναι η αγάπη που έχουμε προς τον εαυτό μας.
Ο κανόνας αυτός εννοιολογικά, συναντάται και σε άλλες θρησκείες και φιλοσοφίες με κάποια διαφορετική παραλλαγή. Για το λόγο αυτό ασκήθηκε και ασκείται από πολλούς μια κριτική, ότι ο κανόνας αυτός δεν είναι αποκλειστικός του Χριστιανισμού αλλά υπάρχει παγκόσμια και βασίζεται πάνω στα θετικά στοιχεία που υπάρχουν μέσα στον άνθρωπο. Στην Παλαία Διαθήκη στο βιβλίο του Τωβίτ διαβάζουμε: «ο μισείς, μηδενί ποιήσεις» (4,15). Στον Κουμφουκιανισμό στην Κίνα ο Κομφούκιος διατύπωσε στη διδασκαλία του «οτι δεν θέλεις να σου κάνουν μην το κάνεις». Στην Ινδία στον Τζαϊνισμό διατυπώνεται ο σεβασμός της ζωης της ελευθερίας και της άποψης κάθε ζωντανού όντως, μέσα απο την αρχή της Ahimsa. Στον Ιουδαϊσμό ο Ιουδαίος Ραββίνος Χίλελ έχει διατυπώσει τη φράση «Μην κάνεις στους άλλους οτι δεν θέλεις να σου κάνουν». Στην αρχαία Ελλάδα ο φιλόσοφος Σωκράτης διατυπώνει ότι, αν πρέπει να αδικούμαι ή να αδικώ, τότε επιλέγω να αδικούμαι. Η διαφορά του χρυσού κανόνα του Χριστιανισμού απο όλα αυτά που αναφέραμε πιο πάνω, έγκειται στό μέτρο της αγάπης μας πρός τους άλλους η οποία να ισοδυναμεί με την αγάπη που έχουμε πρός τον ίδιο τον εαυτό μας. Δε μένει αλλά φεύγει από τη λογική του οτι κάνεις θα σου κάνουν, έτσι για να μην σου το κάνουν μην το κάνεις. Με αυτό τον τρόπο αντιστρέφει την αρνητική διατύπωση που υπάρχει στις παραπάνω διατυπώσεις σε θετική λεγοντάς μας να αγαπούμε και τους εχθρούς μας, να κάνουμε το καλό, να δανείζουμε χωρίς να περιμένουμε να πάρουμε πίσω τίποτα γιατί ο Θεός θα μας ανταμείψει με το παραπάνω και θα μας κάνει παιδιά του.
Συνεχίζοντας την ευαγγελική περικοπή, ο Χριστός, μας θέτει κάποια ερωτήματα έτσι ώστε να γίνει πιο κατανοητό σε μας το βαθύτερο νόημα του χρυσού κανόνα που διατυπώθηκε πιο πάνω. Τα ερωτήματα αυτά είναι: αν αγαπούμε μόνο αυτούς που μας αγαπούν, αν κάνουμε καλό μόνο σ’ αυτούς που μας κάνουν καλό και αν δανείζουμε μόνο όταν είμαστε σίγουροι οτι θα μας επιστρέψουν αυτά που έχουμε δανείσει. Αν πράττουμε έτσι, πράττουμε όπως πράττουν και οι αμαρτωλοί χωρίς να έχουμε κανένα όφελος. Αυτό πράττουν και όλοι οι άνθρωποι παγκοσμίως έτσι ώστε να μπορούν να συνυπάρχουν αρμονικά μεταξύ τους. Η χριστιανική ηθική υπερβαίνει αυτό το νόμο ανάγοντας τον πιστό σε ένα επίπεδο χαρισματικό ερχόμενη να αγκαλιάσει ακόμη και τον εχθρό μας. Το να μπορούμε να αγαπήσουμε τον διπλανό μας, ακόμη και τον εχθρό μας χωρίς να περιμένουμε καμιά ανταπόδοση και κανένα όφελος απο αυτόν, αυτό υπερβαίνει το φυσικό νόμο και συνιστά το νόμο της χάριτος τον οποίο εγκαινίασε ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός με την επι γης παρουσία του.
Η αγάπη προς τον πλησίον αποτελεί για εμάς που είμαστε παιδιά του Θεού το βασικότερο σημείο όπου φαίνεται η συγγένεια μας με το Θεό. Έτσι καθώς ο Πατέρας μας είναι οικτίρμων καλούμαστε και εμείς ως παιδιά του να γίνουμε οικτίρμονες προς τους συνανθρώπους μας. Η αγάπη προς τον πλησίον μας δεν είναι κάτι το αόριστο αλλά εκφράζεται με συγκεκριμένες πράξεις αγάπης που καλούμαστε να κάνουμε μέσα από την συνύπαρξη και τη συναναστροφή μας με τους άλλους ανθρώπους. Εάν εγκλωβιστούμε στην ατομικότητα μας τότε δεν μπορούμε να αγαπήσουμε τους συνανθρώπους μας και κατ’ επέκταση τον ίδιο τον Θεό. Γι’ αυτό και ο τελικός μας στόχος πρέπει να παραμένει η αγάπη προς πάντας. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μας λέει για την αγάπη ότι «Πάντων των αγαθών τέλος εστίν η αγάπη, ως προς Θεόν το των αγαθών ακρότατον και παντός αίτιον αγαθού τους εν αυτή περιπατούντας άγουσα και προσάγουσα και συνάγουσα, ως πιστή και αδιάπτωτος και μένουσα». (Κεφάλαια διάφορα 1,26,PG 90,1189A).
Οι υποδείξεις του Χριστού στην σημερινή ευαγγελική περικοπή αποτελούν τους δείκτες της κοινωνικής συμπεριφοράς που πρέπει να έχουμε ως χριστιανοί. Ίσως σε πολλούς από μας που ζούμε σε μια κοινωνία που έχει σαν στόχο την ευμάρεια, αυτά να ακούγονται ως πράγματα αδύνατα να εφαρμοστούν. Για το χριστιανό όμως οι υποδείξεις αυτές αποτελούν τα σκαλοπάτια που θα τον οδηγήσουν προς την τελειότητα έτσι ώστε να καταστεί υιός του Υψίστου κατά τον αδιάψευστο λόγο του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αμήν.
http://www.imconstantias.org.cy/2957.html
---------------------------------------

Κυριακή ΙΕ΄ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα Β΄ Κορ. 4:6-15
Ότι ο Θεός ο ειπών εκ σκότους φως λάμψαι, ος έλαμψεν εν ταις καρδίαις ημών προς φωτισμόν της γνώσεως της δόξης του Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Έχομεν δε το θησαυρόν τούτον εν οστρακίνοις σκεύεσιν, ίνα η υπερβολή της δυνάμεως ή του Θεού και μη εξ ημών, εν παντί θλιβόμενοι αλλ ου στενοχωρούμενοι, απορούμενοι αλλ’ ουκ εξαπορούμενοι, διωκόμενοι αλλ ουκ εγκαταλειπόμενοι, καταβαλλόμενοι αλλ’ ουκ απολλύμενοι , πάντοτε την νέκρωσιν του Κυρίου Ιησού εν τω σώματι περιφέροντες, ίνα και η ζωή του Ιησού εν τω σωματί ημών φανερωθή. Αεί γαρ ημείς οι ζώντες εις θάνατον παραδιδόμεθα δια Ιησούν, ίνα και η ζωή του Ιησού φανερωθή εν τη θνήτη σαρκί ημών. Ώστε ο μεν θάνατος εν ημίν ενεργείται, η δε ζωή εν υμίν. Έχοντες δε το αυτό πνεύμα της πίστεως κατά το γεγραμμένον, επίστευσα, διο ελάλησα, και ημείς πιστεύομεν, διο και λαλούμεν, ειδότες ότι ο έγειρας τον Κύριον Ιησούν και ημάς δια Ιησού εγέρει και παραστήσει συν υμίν. Τα γαρ πάντα δι υμάς, ίνα η χάρις πλεονάσασα δια των πλειόνων την ευχαριστίαν περισσεύση εις την δόξαν Θεού.

Νεοελληνική Απόδοση
Ο Θεός που είπε: «Μέσα από το σκοτάδι να λάμψει το φώς», αυτός έλαμψε μέσα στις καρδιές μας και μας φώτισε να γνωρίσουμε τη δόξα του στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Αλλά εμείς που έχουμε αυτόν το θησαυρό είμαστε σαν πήλινα δοχεία , ώστε να γίνεται φανερό πως η υπερβολική αξία του θησαυρού αυτού προέρχεται από το Θεό και όχι από εμάς. Αν και μας πιέζουν από παντού, δε μας καταβάλλουν. Βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, όμως δεν απελπιζόμαστε. Μας καταδιώκουν, ο Θεός όμως δε μας εγκαταλείπει. Μας ρίχνουν κάτω, μα δε χάνουμε τον αγώνα. Συνεχώς υποφέρουμε σωματικά μετέχοντας έτσι στο θάνατο του Κυρίου Ιησού, για να φανερωθεί στο πρόσωπο μας η ζωή του αναστημένου Ιησού. Δηλαδή είμαστε ζωντανοί, αλλά εκθέτουμε συνεχώς τον εαυτό μας στο θάνατο για χάρη του Ιησού, ώστε να φανερωθεί στο θνητό μας σώμα η ζωή του Ιησού. Έτσι εμάς μας απειλεί συνεχώς ο θάνατος, ενώ εσείς κερδίζετε τη ζωή. Έχουμε, λοιπόν, την ίδια εμπιστοσύνη στο Θεό, που αναφέρει η Γραφή: Εμπιστεύτηκα τον εαυτό μου στο Θεό, γι αυτό μίλησα. Κι εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο Θεό, γι αυτό και κηρύττουμε. Ξέρουμε ότι ο Θεός, που ανέστησε τον Κύριο Ιησού, θα αναστήσει και εμάς δια του Ιησού και θα μας παρουσιάσει μπροστά του μαζί σας. Όλα , λοιπόν, γίνονται για σας. Έτσι, όσο πιο πολλοί δεχτούν τη χάρη τόσο πιο μεγάλη θα είναι η ευχαριστία και η δοξολογία προς το Θεό.

Σχολιασμός
Στο συγκεκριμένο αποστολικό ανάγνωσμα γίνεται λόγος για τις επερχόμενες θλίψεις και το θάνατο που έχει να αντιμετωπίσει στη ζωή του ο άνθρωπος. Ο απόστολος Παύλος τονίζει ότι οι θλίψεις δεν πρέπει να μας ρίχνουν κάτω, δεν πρέπει να χάνουμε τον αγώνα της ζωής. Μέσα από το σκοτάδι θα λάμψει το φως και έτσι θα γνωρίσουμε τη δόξα στο πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Στις δύσκολες στιγμές της ζωής μας δεν πρέπει να απελπιζόμαστε ακόμα κι αν βρισκόμαστε σε αδιέξοδο έστω κι αν ακόμα μας καταδιώκουν οι θλίψεις και οι πειρασμοί της ζωής. Ο Θεός όμως ποτέ δεν μας εγκαταλείπει.
Ωστόσο οι άνθρωποι που πορεύονται στο δρόμο του Θεού θα πρέπει να τον ευχαριστούν για όλες τις θλίψεις που τους βρίσκουν και να ξέρουν ότι ο Κύριο μεριμνά διαρκώς για μας. Δεν πρέπει να αποφεύγουμε τις θλίψεις διότι βοηθούμενοι από αυτές μαθαίνουμε την αλήθεια και την αγάπη του Θεού. Δεν πρέπει να φοβόμαστε τους πειρασμούς διότι μέσα σ’ αυτούς βρίσκουμε το θησαυρό. Γι’ αυτό προσευχόμαστε να μη εισέλθουμε στους ψυχικούς και τους σωματικούς πειρασμούς. Πρέπει να ετοιμαζόμαστε να τους αντιμετωπίσουμε με όλη τη δύναμη, γιατί χωρίς τους πειρασμούς δεν φανερώνεται η πρόνοια του Θεού για τον άνθρωπο. Οι πατέρες της ερήμου έλεγαν: «Άρον τους πειρασμούς· και τις σωθήσεται;» Γιατί όπως αναφέρει σε άλλη περίπτωση ο Απόστολος Παύλος: «η θλίψις υπομονήν κατεργάζεται, η δε υπομονή δοκιμήν, η δε δοκιμή ελπίδα, η δε ελπίς ου καταισχύνει, ότι η αγάπη του Θεού εκκέχυται εν ταις καρδίαις ημών δια Πνεύματος Αγίου του δοθέντος ημίν» (Ρωμ. 5:3-5). Η πορεία δια των θλίψεων και του θανάτου έχει πάντοτε για τον πιστό την προοπτική της ελπίδος που εμπνέει η αγάπη του Θεού. Διότι ανάλογα με τη λύπη που δοκιμάζουμε είναι και η παρηγοριά που δεχόμαστε.
Κατά το μέτρο της ταπεινοφροσύνης, μας δίνει ο Θεός τη δύναμη να υπομένουμε τις συμφορές. Κατά το μέτρο της υπομονής μας το βάρος των θλίψεων γίνεται πιο ελαφρύ και έτσι έρχεται η θεία παρηγοριά και αυξάνεται η αγάπη προς το Θεό. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να γευθεί και να εκτιμήσει το καλό αν προηγουμένως δε δοκιμάσει την πίκρα από τους πειρασμούς. Οι άνθρωποι τότε έρχονται σε αληθινή επίγνωση, όταν ο Θεός τους στερήσει τη δύναμή του και τους κάνει να συναισθανθούν την ανθρώπινη αδυναμία και τη δυσκολία που προκαλούν οι πειρασμοί, αφού αντιλαμβάνονται ότι χωρίς τη δύναμη του Θεού είναι ανίσχυροι μπροστά σε οποιοδήποτε πάθος. Είναι δυνατό, με τη χάρη του Θεού, μέσα από όλες αυτές τις αρνητικές εμπειρίες να αποκτήσουμε αληθινή ταπείνωση, να δοκιμάσουμε την υπομονή μας και δια της προσευχής να καλλιεργήσουμε περισσότερο τη σχέση μας με το Θεό.

Παράλληλα όλοι οι άνθρωποι αισθάνονται τον πόνο της απώλειας, του θανάτου. Όμως, όποιος πραγματικά κατευθύνεται από την ελπίδα των μελλοντικών αγαθών ούτε και τον θάνατο θα θεωρήσει σαν θάνατο. Ο δίκαιος που βαδίζει στο δρόμο του Θεού και προσδοκεί «ανάστασιν νεκρών» και τη μετοχή στη βασιλεία του Θεού δεν απελπίζεται μπροστά στο γεγονός του θανάτου, γιατί βιώνει την πραγματικότητα της νίκης κατά του θανάτου που ο Κύριος ετέλεσε διά της Αναστάσεώς του. Καθότι, κατά τον απόστολο Παύλο «ημείς πιστεύομεν, διο και λαλούμεν, ειδότες ότι ο έγειρας τον Κύριον Ιησούν και ημάς δια Ιησού εγέρει».
Επιπλέον, η μνήμη θανάτου προξενεί στο χριστιανό την υπομονή σε κάθε θλίψη, έτσι όχι μόνο δεν γογγύζει στις δοκιμασίες και αδικίες του προσωρινού αυτού κόσμου, αλλά ευχαριστεί το Θεό που με τα μέσα αυτά του εξασφαλίζει την αιώνια ζωή. Η μελέτη του θανάτου είναι η καλύτερη προετοιμασία για τη αναχώρηση από τη ζωή αυτή.
http://www.imconstantias.org.cy/2959.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 09 Οκτ 2016, 22:38

Κυριακή Γ’ Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. 7, 11-16
Τω καιρώ εκείνω, επορεύετο ο Ιησούς εις πόλιν καλουμένην Ναΐν˙ και συνεπορεύοντο αυτώ οι μαθηταί αυτού ικανοί και όχλος πολύς. Ως δε ήγγισε τη πύλη της πόλεως, και ιδού εξεκομίζετο τεθνηκώς υιός μονογενής τη μητρί αυτού, και αύτη ην χήρα, και όχλος της πόλεως ικανός ην συν αυτή. Και ιδών αυτήν ο Κύριος εσπλαγχνίσθη επ’ αυτή και είπεν αυτή· Μη κλαίε· και προσελθών ήψατο της σορού, οι δε βαστάζοντες έστησαν, και είπε· Νεανίσκε, σοι λέγω, εγέρθητι. Και ανεκάθισεν ο νεκρός και ήρξατο λαλείν, και έδωκεν αυτόν τη μητρί αυτού. Έλαβε δε φόβος πάντας και εδόξαζον τον Θεόν, λέγοντες οτι προφήτης μέγας εγήγερται εν ημίν, και οτι επεσκέψατο ο Θεός τον λαόν αυτού.

Νεοελληνική Απόδοση
Εκεινό τον καιρό, πήγε ο Ιησούς σε μια πόλη που λεγόταν Ναΐν. Μαζί του ήταν αρκετοί μαθητές του και πολύ πλήθος. Την ώρα που πλησίαζαν στην πύλη της πόλης, έβγαζαν έναν νεκρό, τον μονάκριβο γιο μιας μάνας, που μάλιστα ηταν χήρα. Κόσμος πολύς απο την πόλη τη συνόδευε. Όταν είδε τη χήρα ο Κύριος, τη σπλαχνίστηκε και της είπε: «Μην κλαίς». Έπειτα προχώρησε, ακούμπησε τη σορό, και αφού στο μεταξύ αυτοί που βαστούσαν το φέρετρο σταμάτησαν, είπε: «Νεαρέ, σε διατάζω να σηκωθείς». Ο νεκρός ανακάθισε κι άρχισε να μιλάει. Ο Ιησούς τότε τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλους τους κυρίευψε δέος και δόξαζαν τον Θεό: «Μεγάλος προφήτης», έλεγαν, «εμφανίστηκε ανάμεσα μας!» και: «Ο Θεός ήρθε να σώσει τον λαό του!».

Σχολιασμός
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη απο το 7ο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ιερού Ευαγγελίου. Στους στίχους αυτούς περιγράφεται η ανάσταση του γιού μας χήρας από την πόλη της Ναΐν, η οποία βρίσκεται νοτιοδυτικά και όχι πολύ μακριά από την πόλη της Καπερναούμ όπου βρισκόταν προηγουμένως ο Ιησούς Χριστός. Φεύγοντας, λοιπόν, ο Ιησούς Χριστός από την πόλη της Καπερναούμ, όπου είχε θεραπεύσει το δούλο του εκατοντάρχου, έρχεται στην πόλη της Ναΐν μαζί με αρκετούς μαθητές του και πολύ κόσμο που τον ακολουθούσε. Καθώς πλησίαζαν στην είσοδο της πόλης συνάντησαν μια νεκρική πομπή που μετέφερε ένα νεαρό νεκρό. Ο νεαρός αυτός ήταν ο μονάκριβος γιος μιας μάνας, η οποία ήταν χήρα. Όταν είδε τη σκηνή αυτή ο Κύριος ευσπλαχνίστηκε τη χήρα αυτή και της είπε να μην κλαίει. Ακολούθως προχώρησε προς το νεαρό και αφού ακούμπησε τη σορό, του είπε: «Νεαρέ σε διατάζω να σηκωθείς». Αμέσως ο νεκρός σηκώθηκε και άρχισε να μιλάει. Τότε ο Κύριος τον παρέδωσε στη μητέρα του. Όλοι όσοι βρισκόντουσαν εκεί κυριεύτηκαν από μεγάλο δέος και δόξαζαν τον Θεό, λέγοντας ότι εμφανίστηκε μεγάλος προφήτης αναμεσά μας και ο Θεός ήρθε να σώσει το λαό του. Αυτή η φήμη για τον Ιησού, διαδόθηκε σ ολόκληρη την Ιουδαία και τα περιχωρά της.
Το θαύμα αυτό της ανάστασης του γιού της χήρας στη Ναΐν μας το περιγράφει μόνο ο Ευαγγελιστής Λουκάς και εντάσσεται στη Γαλιλαϊκή δράση του Ιησού Χριστού. Μέσα από το θαύμα αυτό, αλλά και γενικότερα μεσά από ολα τα θαύματα του Ιησού Χριστού, αποκαλύπτεται στους ανθρώπους η θεότητα του αλλά και η εξουσία σε όλη την κτίση ακόμα και στον θάνατο. Φαίνεται ακόμη η έναρξη της βασιλείας του Θεού, αλλά και το σχέδιο για τη σωτηρία των ανθρώπων.
Ο Ιησούς Χριστός κατά την επί γης παρουσία του, επιτέλεσε τρία θαύματα που αφορούν ανάσταση νεκρών. Ανέστησε το γιό της χήρας στη Ναΐν, την κόρη του αρχισυναγώγου Ιαείρου, και τον φίλο του τον Λάζαρο. Το μεγαλύτερο όμως από όλα τα θαύματα που επιτέλεσε και που έχει ιδιαίτερη σημασία και για τον καθένα από εμάς, είναι η Ανάσταση του ιδίου του Ιησού Χριστού, με την οποία μας ελευθέρωσε από τα δεσμά του θανάτου και μας χάρισε την αιώνια ζωή.

Ένα σημαντικό πράγμα που πρέπει να παρατηρήσουμε και στις τρείς αναστάσεις νεκρών που έκανε ο Ιησούς Χριστός, είναι η δύναμη και η εξουσία του κατά του θανατού. Αυτό μας φανερώνει ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο υιός του Θεού, είναι ο αναμενόμενος Μεσσίας, ο οποίος ήρθε στον κόσμο για να σώσει τον άνθρωπο. Οι παρευρισκόμενοι εκεί όταν είδαν τον νεκρό ν’ ανασταίνεται και να μιλάει, έλεγαν ότι «προφήτης μέγας εγήγερτε εν ημίν». Αυτό μας δείχνει ότι γνώριζαν την ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, και τις δύο νεκραναστάσεις που προηγήθηκαν. Η μία από τον προφήτη Ηλία, ο οποίος ανέστησε τον υιό της χήρας στα Σάρεττα της Συδονίας (Γ’ Βασ. 17,20-23) και η άλλη από τον προφήτη Ελισσαίο, ο οποίος ανέστησε τον γιό της Σωμανίτισας (Δ’ Βασ. 4, 33-36). Αυτές όμως οι νεκραναστάσεις από τους προφήτες έγιναν αφού προηγήθηκε θερμή προσευχή προς τον Θεό. Οι νεκραναστάσεις που επιτέλεσε ο Ιησούς Χριστός έγιναν με τη δική του εξουσία γι αυτό και προκαλούσαν το φόβο ανάμεσα στο πλήθος.

Μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο, μπορούμε να δούμε τη διάσταση που έχει ο θάνατος και κατ’ επέκταση ο πόνος ο οποίος προκαλείται μέσα απ΄ αυτόν. Βλέπουμε την χήρα μάνα να πλήττεται για δεύτερη φορά από το θάνατο, αφού προηγουμένως είχε ξαναζήσει το θάνατο του συζύγου της. Αυτό όμως σιγά σιγά κατάφερε να το ξεπεράσει, έχοντας ως παρηγοριά τον μονογενή υιό της. Τώρα που χάνει κι αυτόν, ο πόνος είναι αβάσταχτος. Μπορούμε ν’ αντιληφθούμε το δράμα που περνά αυτή η γυναίκα, βλέποντας και σήμερα μανάδες που χάνουν τα παιδιά τους. Έχουμε συνηθίσει τα παιδιά να κηδεύουν τους γονείς τους. Αρκετές φορές όμως βλέπουμε να συμβαίνει το αντίθετο, οι γονείς να κηδεύουν τα παιδιά τους και να βρίσκονται αντιμέτωποι με αυτή την απαρηγόρητη κατάσταση. Αυτή η συνάντηση του Ιησού Χρισυού με τη νεκρική πομπή και τη τελική έκβαση της πορείας, δηλαδή την ανάσταση του νεκρού νέου, φανερώνει τη νίκη της ζωής κατά του θανάτου. Ο Ιησούς Χριστός, είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου. Η εκφορά του νεκρού από την πόλη, φανερώνει τη νίκη του θανάτου πάνω στον άνθρωπο, η οποία αποτελεί μια παρά φύση κατάσταση. Η κατάσταση αυτή λαμβάνει τέλος, όταν συναντηθεί μαζί με την πηγή της ζωής, τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό. Εκεί ο θάνατος παύει να υπάρχει και επικρατεί η ζωή.

Ο πόνος και ο θάνατος αποτελούν δεδομένα, τα οποία είναι αδύνατο να τ’ αποφύγουμε. Κάποια στιγμή της ζωής μας όλοι θα βρεθούμε αντιμέτωποι μ’ αυτά. Η παρουσία του Ιησού Χριστού στη ζωή μας, αποτελεί την πηγή της ελπίδας και τη βεβαιότητα της Ανάστασης. Αυτή η εμπειρία της Ανάστασης, οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου. Αυτό που απομένει σ’ εμάς, είναι με πίστη και εμπιστοσύνη να του αναθέτουμε τη ζωή μας, μέχρι την ημέρα της κοινής αναστάσεως μας.
http://www.imconstantias.org.cy/2976.html
-------------------------------------
Kυριακή ΙΣΤ΄ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Β΄ Κορ στ' 1-10
Συνεργούντες δε και παρακαλούμεν μη εις κενόν την χάριν του Θεού δέξασθαι υμάς∙ λέγει γαρ∙ καιρώ δεκτώ επήκουσά σου και εν ημέρα σωτηρίας εβοήθησά σοι∙ ιδού νυν καιρός ευπρόσδεκτος, ιδού νυν ημέρα σωτηρίας∙ μηδεμίαν εν μηδενί διδόντες προσκοπήν, ίνα μη μωμηθή η διακονία, αλλ’ εν παντί συνιστώντες εαυτούς ως Θεού διάκονοι, εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς, εν ακαταστασίαις, εν κόποις, εν αγρυπνίαις, εν νηστείαις, εν αγνότητι, εν γνώσει, εν μακροθυμία, εν χρηστότητι, εν Πνεύματι Αγίω, εν αγάπη ανυποκρίτω, εν λόγω αληθείας, εν δυνάμει Θεού, διά των όπλων της δικαιοσύνης των δεξιών και αριστερών, διά δόξης και ατιμίας, δια δυσφημίας και ευφημίας, ως πλάνοι και αληθείς, ως αγνοούμενοι και επιγινωσκόμενοι, ως αποθνήσκοντες και ιδού ζώμεν, ως παιδευόμενοι και μη θανατούμενοι, ως λυπούμενοι αεί δε χαίροντες, ως πτωχοί πολλούς δε πλουτίζοντες, ως μηδέν έχοντες και πάντα κατέχοντες.

Νεοελληνική Απόδοση
Συνεργάτες του Θεού καθώς είμαστε, σας παρακαλούμε να μην αφήσετε να πάει χαμένη η χάρη του Θεού που δεχτήκατε, γιατί η Γραφή λέει: Στον καιρό της χάρης σε άκουσα, και την ημέρα της σωτηρίας σε βοήθησα. Να, τώρα είναι ο καιρός της χάρης, τώρα είναι η ημέρα της σωτηρίας. Κανένα πρόσκομμα δε φέρνουμε σε κανένα, για να μη δυσφημηθεί, το έργο μας. Αντίθετα, με κάθε τρόπο συστήνουμε τον εαυτό μας σαν υπηρέτες του Θεού: με τη μεγάλη υπομονή μας, με τις θλίψεις, με τις δυσχέρειες, τις στενοχώριες, τις κακοποιήσεις, τις φυλακίσεις, τις εξεγέρσεις εναντίον μας, τις ταλαιπωρίες, τις αγρυπνίες, την πείνα. Συστήνουμε τους εαυτούς μας με την εντιμότητα, τη γνώση της αλήθειας, την ανεκτικότητα, την καλοσύνη, τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος, την ανυπόκριτη αγάπη, το κήρυγμα για την αλήθεια, τη δύναμη του Θεού, με τα όπλα της σωτηρίας τα επιθετικά και τα αμυντικά, δοκιμάζοντας δόξα και ατίμωση, δυσφήμηση και έπαινο∙ μας θεωρούν λαοπλάνους, και όμως λέμε την αλήθεια∙ μας αγνοούν κι όμως γινόμαστε γνωστοι∙ φτάνουμε στο θάνατο, και να που ζούμε∙ μας βασανίζουν, αλλά δεν πεθαίνουμε∙ μας προξενούν στενοχώριες κι όμως πάντοτε χαιρόμαστε∙ είμαστε φτωχοί, κάνουμε όμως πολλούς να πλουτίσουν∙ δεν έχουμε τίποτε και κατέχουμε τα πάντα.

Σχολιασμός
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα είναι παρμένο από την Β' προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Σ’ αυτό ο Απόστολος των Εθνών περιγράφει και τα ποικίλα εμπόδια και τις θλίψεις που οι Απόστολοι αντιμετώπισαν στο υπέρτατατο έργο τους, αλλά και τον πνευματικό εξοπλισμό με τα όπλα της δικαιοσύνης.
«εν παντί συνιστώντες ευατούς ως Θεού διάκονοι, εν υπομονή πολλή, εν θλίψεσιν, εν ανάγκαις, εν στενοχωρίαις, εν πληγαίς, εν φυλακαίς...»
Ο ίδιος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός το έθεσε ξεκάθαρα: «Μακάριοι όσοι διώκονται για την επικράτηση του θελήματος του Θεού, γιατί σ' αυτούς ανήκει η βασιλεία του Θεού. Μακάριοι είστε όταν σας χλευάσουν και σας καταδιώξουν και σας κακολογήσουν με κάθε ψεύτικη κατηγορία εξαιτίας μου, να αισθάνεστε χαρά και αγαλλίαση, γιατί θ' ανταμειφθείτε και με το παραπάνω στους ουρανούς. Έτσι καταδίωξαν και τους προφήτες πριν από σας» (Ματθ. 5, 10-12). Άλλωστε από βρέφος ο Κύριος διωκόταν: «Ιδού άγγελος Κυρίου φαίνεται κατ’ όναρ τω Ιωσήφ λέγων˙ εγερθείς παράλαβε το παιδίον και φεύγε εις Αίγυπτον, και ίσθι εκεί έως αν είπω σοι˙ μέλλει γαρ Ηρώδης ζητείν το παιδίον του απολέσαι αυτό» (Ματθ. 2, 13). Και όταν άρχισε το κήρυγμα και επιτελούσε τα θαύματα,, άλλοι ήθελαν να Τον ρίξουν από τον γκρεμό, άλλοι Τον ονόμαζαν δαιμονισμένο (Ματθ. 9,34), άλλοι οινοπότη και ψευδοπροφήτη (Λουκ. 7,34), ώσπου εν τέλει να Τον συλλάβουν, να Τον οδηγήσουν στο Πάθος και στο Σταυρό. Η εσχάτη αυτή δίωξη του Κυρίου και τα πάθη Του περιγράφονται ωραιότατα στο δέκατο πέμπτο αντίφωνο του όρθρου της Μεγάλης Παρασκευής (ψάλλεται Μ. Πέμπτη εσπέρας): «Στέφανον εξ’ ακανθών περιτίθεται ο των αγγέλων Βασιλεύς. Ψευδή πορφύραν περιβάλλεται, ο περιβάλλον τον ουρανόν εν νεφέλαις. Ράπισμα κατεδέξατο, ο εν Ιορδάνη ελευθερώσας τον Αδάμ...».
Τόσο στην Παλαιά Διαθήκη όσο και στην Καινή, παρατηρούμε πάμπολλα παραδείγματα δικαίων ανδρών που διώκτηκαν. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος παραθέτει τα παραδείγματα αυτά των αγίων ανδρών σε μια επιστολή που γράφει από την εξορία σε κάποιο φίλο του στη Κωνσταντινούπολη : «Αν θέλει (η αυτοκράτειρα Ευδοξία) να με πριονίσει, ας με πριονίσει, έχω σε αυτό το παράδειγμα του Προφήτη Ησαΐα. Αν θέλει να με ρίψει εις το πέλαγος, ενθυμούμαι τον Προφήτη Ιωνά. Αν θέλει να με βάλει στο λάκκο, έχω παράδειγμα τον Προφήτη Δανιήλ που τον έβαλαν στο λάκκο με τα λιοντάρια. Αν θέλει να με λιθοβολήσουν, έχω τον Πρωτομάρτυρα Στέφανο. Αν με αποκεφαλίσει, έχω υπόδειγμα τον βαπτιστή Ιωάννη...» (Επιστολή προς επίσκοπον Κυριακόν). Άλλωστε και οι απόστολοι και οι μάρτυρες και οι ομολογητές και οι νεομάρτυρες τον ίδιο δρόμο βάδισαν.
Βέβαια, «ο διωγμός για το όνομα του Κυρίου είναι πραγματικά ευτυχία. Για ποιό λόγο; Γιατί η αποξένωση από το πονηρό γίνεται αφορμή οικείωσης του αγαθού. Αγαθό όμως πέρα και πάνω από κάθε αγαθό είναι ο Ίδιος ο Κύριος, προς τον Οποίο τρέχει αυτός που διώκεται...» (Αγίου Γρηγορίου Νύσσης, Λόγος 8ος στους Μακαρισμούς).
Ό ίδιος ο διωχθείς, σταυρωθείς και αναστάς Κύριος είπε στους μαθητές του: «εν τη υπομονή υμών κτήσασθαι τας ψυχάς ημών» (Λουκ. 21, 19). Αυτός είναι δίπλα σε κάθε ένα που διώκεται και τον ενισχύει με τη θεία χάρη, φτάνει και ο άνθρωπος να κάνει υπομονή αγογγύστως : «Με λίγη υπομονή που θα κάνει ο άνθρωπος στις δύσκολες στιγμές, μπορεί να αποκτήσει τη θεία Χάρη. Ο Χριστός δεν μας έδειξε άλλο τρόπο σωτηρίας παρά την υπομονή» (Γέροντος Παϊσίου Αγιορείτου, Λόγοι Ε΄, σ.290). Αυτό άλλωστε είναι που εννοεί και ο Απόστολος Παύλος στο αποστολικό αυτό ανάγνωσμα, λέγοντας στο στ. 4 «εν υπομονή πολλή». Ταυτόχρονα, το «Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν» που έλεγε ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος στην εξορία, πρέπει να βρίσκεται και στα δικά μας χείλη.
http://www.imconstantias.org.cy/2977.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 16 Οκτ 2016, 22:51

Κυριακή Δ΄ Λουκά (του Σπορέως), Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκά η΄ 5-16
Εξήλθεν ο σπείρων του σπείραι τον σπόρον αυτού. Και εν τω σπείρειν αυτόν ο μεν έπεσε παρά την οδόν, και κατεπατήθη, και τα πετεινά του ουρανού κατέφαγεν αυτό˙και έτερον έπεσεν επί την πέτραν, και φυέν εξηράνθη δια το μη έχειν ικμάδα˙ και έτερον έπεσεν μέσω των ακανθών, και συμφυείσαι αι ακανθαι απέπνιξαν αυτό˙ και έτερον έπεσεν εις την γήν την αγαθήν, και φυέν εποίησε καρπόν εκατονταπλασίονα. Ταύτα λέγων εφώνει˙ ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. Επηρώτων δε αυτόν οι μαθηταί αυτού λέγοντες τις είη η παραβολή αυτή. Ο δε ειπεν˙ υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, τοις δε λοιποίς εν παραβολαίς, ίνα βλέποντες μη βλέπωσι και ακούοντες μη συνιώσιν. Εστι δε αυτή η παραβολή ˙ο σπόρος εστίν ο λόγος του Θεού˙ οι δε παρά την οδόν εισίν οι ακούσαντες, είτα έρχεται ο διάβολος και αίρει τον λόγον από της καρδίας αυτών, ίνα μη πιστεύσαντες σωθώσιν. Οι δε επί της πέτρας οι όταν ακούσωσι, μετά χαράς δέχονται τον λόγον, και ούτοι ρίζαν ουκ έχουσιν, οι προς καιρόν πιστεύσουσι και εν καιρώ πειρασμού αφίστανται. Το δε εις τα ακάνθας πεσόν, ουτοί εισίν οι ακούσαντες, και υπό μεριμνών και πλούτου και ηδονών του βίου πορευόμενοι συμπίγνονται και ου τελεσφορούσι. Το δε εν τη καλή γη, ουτοί εισίν οίτινες εν καρδία καλή και αγαθή ακούσαντες τον λόγον κατέχουσι και καρποφορύσιν εν υπομονή.

Μετάφραση
Όταν συγκεντρώθηκε κοντά στον Ιησού πολύς κόσμος, που έρχονταν από διάφορες πόλεις, τους είπε μια παραβολή: «Βγήκε ο σποριάς για να σπείρει το σπόρο του˙ καθώς έσπερνε, μερικοί σπόροι έπεσαν στο δρόμο, όπου καταπατήθηκαν και τους έφαγαν τα πουλιά. Άλλοι έπεσαν στις πέτρες και, όταν φύτρωσαν, ξεράθηκαν, γιατί δεν είχε υγρασία. Άλλοι σπόροι έπεσαν ανάμεσα σε αγκάθια και, όταν αυτά φύτρωσαν μαζί τους, τους , τους έπνιξαν. Άλλοι όμως έπεσαν στο γόνιμο έδαφος, φύτρωσαν κι έδωσαν καρπό εκατό φορές περισσότερο. Αφού τα είπε όλα αυτά, πρόσθεσε με έμφαση: Όποιος έχει αυτιά για να ακούει ας τα ακούει» Οι μαθητές του τότε τον ρωτούσαν: «Τι σημαίνει η παραβολή αυτή;» Εκείνος τους απάντησε: Σ΄ εσάς έδωσε ο Θεός να γνωρίσετε τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, ενώ στους υπόλοιπους αυτά δίνονται με παραβολές, ώστε να κοιτάζουν και να μη βλέπουν και ν ακούνε αλλά να μη καταλαβαίνουν». Η παραβολή αυτή σημαίνει το εξής: Ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Οι σπόροι που έπεσαν στο δρόμο είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο του Θεού, έρχεται όμως ύστερα ο διάβολός και τον παίρνει απ τις καρδιές τους για να μην πιστέψουν και να σωθούν. Οι σπόροι που έπεσαν στο πετρώδες έδαφος είναι εκείνοι που, όταν άκουσαν το λόγο, τον δέχονται με χαρά, δεν έχουν όμως ρίζα ˙ γι αυτό πιστεύουν για λίγο διάστημα και, όταν έρθει ο καιρός της δοκιμασίας, απομακρύνονται. Αυτοί που έπεσαν στ αγκάθια είναι εκείνοι που άκουσαν το λόγο, συμπορεύονται όμως με τις φροντίδες, με τις φροντίδες, με τον πλούτο και τις απολαύσεις της ζωής,πνίγονται απ αυτά και δεν καρποφορούν. Με το σπόρο που έπεσε στο γόνιμο έδαφος εννοούνται όσοι άκουσαν το λόγο με καλή και αγαθή καρδιά, τον φυλάνε μέσα τους καρποφορούν με υπομονή».

Ερμηνεία
Μία από τις ωραιότερες Ευαγγελικές περικοπές έχει χαρακτηριστεί από τα πρώτα χρόνια της Εκκλησίας μας η παραβολή του Σπορέως. Σπόπιμα διαβάζεται αυτή την περίοδο. Συμπίπτει με την έναρξη της σποράς της γης από τους γεωργούς και με την έναρξη των κατηχητικών μαθημάτων. Με τρόπο μοναδικό ο Κύριός μας, κάνει λόγο για τη σπορά του λόγου του Θεού από τους εργάτες της Εκκλησίας του. Στην παραβολή του Σπορέως, καθώς ο γεωργός έσπερνε σπόρους στο χωράφι του, άλλοι σπόροι έπεσαν κοντά στο δρόμο του χωραφιού, καταπατήθηκαν από τους διαβάτες και τους κατέφαγαν τα πουλιά του ουρανού. Άλλοι έπεσαν σε πετρώδες έδαφος, και αφού φύτρωσαν, ξεράθηκαν, επειδή δεν είχαν υγρασία. Άλλοι πάλι σπόροι έπεσαν σε έδαφος γεμάτο από σπόρους αγκαθιών, και όταν βλάστησαν, τους έπνιξαν τα αγκάθια. Και άλλοι σπόροι έπεσαν στην εύφορη γη και έκαναν καρπό εκατό φορές περισσότερο.
Ο σπόρος πέφτει σε τέσσερα διαφορετικά χώματα, αλλά κατά παράξενο τρόπον, μόνο σε ένα, στο τελευταίο, στο τέταρτο κομμάτι γης καρποφορεί. Στο πρώτο, δεύτερο και τρίτο, παρά τον κόπο του Σπορέα δεν υπάρχουν τα αποτελέσματα. Όπως εξηγεί ο ίδιος ο Ιησούς, στην συνέχεια, ο σπόρος είναι ο λόγος του Θεού. Τα τέσσερα διαφορετικά μέρη του εδάφους, συμβολίζουν τις καρδιές και την διάθεση των ακροατών του θείου λόγου.
Το ένα μέρος του κηρύγματος, χάνεται εξ’ αρχής από τις ραδιουργίες του πονηρού. Το δεύτερο τμήμα, εξαφανίζεται με τις πρώτες δυσκολίες και τους πειρασμούς που θα εμφανιστούν. Στο τρίτο μέρος ο λόγος του Θεού, παρά την βλάστηση, τελικά καταπνίγεται μέσα στις κοσμικές μέριμνες, τα πλούτη και τις δήθεν απολαύσεις της ζωής και τελικά το ένα τέταρτο του σπόρου που έπεσε στην γη καρποφορεί. Το μέρος αυτό της σποράς πέφτει στην γη την αγαθή, δηλ. στις αγαθές και δεκτικές καρδιές, οι οποίες κρατούν και καλλιεργούν τον σπόρο με υπομονή και αποδίδουν καρπό πολύ, γλυκύ κι ευλογημένο.
Οι Μαθητές μόλις άκουσαν την παραβολή αυτή, παρακάλεσαν τον Κύριο να τους την εξηγήσει. Και ο Κύριος είπε: Ο σπόρος συμβολίζει το λόγο του Θεού. Γιατί όμως ο Κύριος παρομοιάζει τον λόγο του με σπόρο; Διότι, όπως ο σπόρος κρύβει μέσα του πολλές μυστικές δυνάμεις και μέσα στο χώμα φέρνει ζωή, έτσι και ο λόγος του Θεού, όταν πέσει στις καρδιές των ανθρώπων, έχει τη δύναμη να επιτελεί μέσα τους μία εσωτερική μεταμόρφωση και να τους μεταγγίζει ζωή. Ο λόγος του Θεού είναι φορτισμένος με ζωή, με θεία χάρη. Είναι αγωγός θείας χάριτος. Σε κάθε λόγο του Θεού υπάρχει χάρη αγιότητας, η οποία πέφτει σιγά-σιγά, σταγόνα-σταγόνα, στην ψυχή τους. Δημιουργεί μέσα τους μια εσωτερική αλλαγή. Αθόρυβη και αθέατη στην αρχή. Πολύ γρήγορα όμως αρχίζει και γίνεται φανερή. Κάθε λόγος του Χριστού καθώς εισέρχεται στην ψυχή τους, χύνει άπλετο φως στο σκοτάδι. Δημιουργεί μέσα τους νέα ζωή, νέα φρονήματα, νέοι πόθοι, νέα ενδιαφέροντα. Αποκτά ανώτερη ποιότητα ο εσωτερικός τους κόσμος, και σιγά-σιγά συντελείται ο αγιασμός τους.
Από την εξήγηση αυτή της παραβολής βλέπει κανείς τρεις κατηγορίες ανθρώπων που δεν έχουν γόνιμο έδαφος στις ψυχές τους. Και οι τρεις αυτές κατηγορίες ανθρώπων κυριαρχούν ιδιαίτερα σήμερα. Ενώ τόσο πλούσια ακούγεται στις μέρες μας ο λόγος του Θεού, τόσα κηρύγματα, ομιλίες, βιβλία και εκπομπές, πολλοί δεν έχουν διάθεση να τον ακούσουν ή αν τον ακούσουν δεν τον εφαρμόζουν. Οι περισσότεροι αδιαφορούν, πνίγονται στα προβλήματα της καθημερινότητας, έχουν άλλα ενδιαφέροντα, τι θα δείξει η τηλεόραση, τι θα γράψουν οι εφημερίδες, τι θα αγοράσουν, πώς θα διασκεδάσουν κ.α. Και δυστυχώς μεγαλώνουν πολλές γενιές στη χώρα μας ακατήχητες, αλειτούργητες, αδιάφορες. Άλλοι πάλι Χριστιανοί επαναπαύονται σ’ έναν θρησκευτικό τουρισμό ή επίσκεψη σε κάποιο προσκύνημα μια – δυο φορές το χρόνο. Αλλά δεν φθάνουν μόνον οι εκδρομές στα ιερά Προσκυνήματα. Εάν η καρδιά μένει ακαλλιέργητη, θα χερσώσει, θα πετρώσει, θα γεμίσει αγκάθια, δεν θα καρποφορήσει.
Η μελέτη του θείου λόγου δεν είναι πάρεργο, ούτε είναι μόνο για τους θεολόγους και τους ιερείς. Είναι για όλους τους Χριστιανούς. Η σπορά όμως του θείου λόγου είναι και θεμελιώδες έργο της Εκκλησίας σύμφωνα με εντολή του ίδιου του Χριστού: «Μαθητεύσατε πάντα τα έθνη» (Ματθ. 28,19) ή αλλού: «Κηρύξατε το ευαγγέλιον πάση τη κτίσει» (Μαρκ.16,15). Έργο, σκοπός και καθημερινός αγώνας της Εκκλησίας με τους Λειτουργούς της είναι να φέρουν κοντά τους ανθρώπους, να σπείρουν στις καρδιές τους το σπόρο του λόγου της πίστεως. Σπορά και καρποφορία συνδέονται μεταξύ τους, άλλος ενεργεί τη σπορά και άλλοι πραγματοποιούν τη συγκομιδή των καρπών. Ο Θεός σπείρει και οι άνθρωποι θερίζουν.
Ο κάθε πιστός, ακούοντας την ωραία αυτή παραβολή οφείλει να κάνει αυτοκριτική, ενδοσκόπηση και να δει σε ποια κατηγορία κατατάσσει τον εαυτό του. Μήπως είναι δρόμος που καταπατείται; Μήπως είναι γεμάτος αιχμηρές και ακατέργαστες πέτρες; Μήπως είναι σπαρμένος με αγκάθια; Ή είναι τόπος εύφορος, δροσερός και καλλιεργημένος; Ο καθένας ας προβεί λοιπόν σε αυτοκριτική και να προσπαθήσει να καταστήσει την καρδιά του δεκτική στο λόγο του Θεού. Να την μετατρέψει σε εύφορο έδαφος, σε γη αγαθή, ώστε ο λόγος του Θεού να ριζώσει και να αποδώσει καρπό.

http://www.imconstantias.org.cy/2985.html
----------------------------

Κυριακή Αγίων Πατέρων της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου, Απόστ. ανάγνωσμα: Τιτ. γ’ 8 - 15
Τέκνον Τίτε, πιστὸς ὁ λόγος· καὶ περὶ τούτων βούλομαί σε διαβεβαιοῦσθαι, ἵνα φροντίζωσι καλῶν ἔργων προΐστασθαι οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ. Ταῦτά ἐστι τὰ καλὰ καὶ ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις· μωρὰς δὲ ζητήσεις καὶ γενεαλογίας καὶ ἔρεις καὶ μάχας νομικὰς περιΐστασο· εἰσὶ γὰρ ἀνωφελεῖς καὶ μάταιοι. Αἱρετικὸν ἄνθρωπον μετὰ μίαν καὶ δευτέραν νουθεσίαν παραιτοῦ, εἰδὼς ὅτι ἐξέστραπται ὁ τοιοῦτος καὶ ἁμαρτάνει ὢν αὐτοκατάκριτος. ῞Οταν πέμψω ᾿Αρτεμᾶν πρός σε ἢ Τυχικόν, σπούδασον ἐλθεῖν πρός με εἰς Νικόπολιν· ἐκεῖ γὰρ κέκρικα παραχειμάσαι. Ζηνᾶν τὸν νομικὸν καὶ ᾿Απολλὼ σπουδαίως πρόπεμψον, ἵνα μηδὲν αὐτοῖς λείπῃ. Μανθανέτωσαν δὲ καὶ οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τὰς ἀναγκαίας χρείας, ἵνα μὴ ὦσιν ἄκαρποι. Ἀσπάζονταί σε οἱ μετ᾿ ἐμοῦ πάντες. Ἄσπασαι τοὺς φιλοῦντας ἡμᾶς ἐν πίστει. ῾Η χάρις μετὰ πάντων ὑμῶν· Ἀμήν.

Νεοελληνική Απόδοση
Παιδί μου Τίτε, αυτά τα λόγια είναι αξιόπιστα και θέλω να τα βεβαιώνεις με την προσωπική σου μαρτυρία, ώστε όσοι έχουν πιστέψει στο Θεό να φροντίζουν να πρωτοστατούν σε καλά έργα. Αυτά είναι τα καλά και τα χρήσιμα στους ανθρώπους. Από το άλλο μέρος, να αποφεύγεις τις ανόητες αναζητήσεις σε γενεαλογικούς καταλόγους, τις φιλονικίες και τις διαμάχες γύρω από τις διατάξεις του ιουδαϊκού νόμου, γιατί όλα αυτά είναι ανώφελα και μάταια. Τον άνθρωπο που ακολουθεί πλανερές διδασκαλίες συμβούλεψέ τον μια δυο φορές, κι αν δεν ακούσει άφησέ τον, με τη βεβαιότητα πως αυτός έχει πια διαστραφεί και αμαρτάνει, καταδικάζοντας έτσι ο ίδιος τον εαυτό του. Όταν θα σου στείλω τον Αρτεμά ή τον Τυχικό, έλα το συντομότερο να με συναντήσεις στη Νικόπολη, γιατί εκεί αποφάσισα να περάσω το χειμώνα. Τον Ζηνά το νομικό και τον Απολλώ, να τους εφοδιάσεις πλουσιοπάροχα με ότι χρειάζονται για το ταξίδι τους, ώστε να μην τους λείψει τίποτα. Ας μαθαίνουν και οι δικοί μας να πρωτοστατούν σε καλά έργα, για ν΄ αντιμετωπίζουν τις επείγουσες υλικές ανάγκες, ώστε η ζωή τους να μην είναι άκαρπη. Σε χαιρετούν όλοι όσοι είναι μαζί μου. Χαιρέτησε τους πιστούς που μας αγαπούν. Η χάρη να είναι μαζί με όλους σας. Αμήν.

Σχολιασμός
Ξεφυλλίζοντας προσεκτικά το εορτολόγιο της Εκκλησίας μας, θα παρατηρήσουμε ότι τρεις Κυριακές το χρόνο είναι αφιερωμένες στη τιμή των αγίων Πατέρων, των Επισκόπων δηλαδή, που συγκρότησαν τις επτά Οικουμενικές Συνόδους, οι οποίοι με τη θεολογία τους, τη βιωματική εμπειρία τους και την αγιότητα της ζωής τους κατόρθωσαν να κατατροπώσουν τις διάφορες αιρέσεις, να περιφρουρήσουν την ορθόδοξη πίστη και να διατυπώσουν τα δόγματα και τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.

Η πρώτη, είναι η έβδομη Κυριακή από το Πάσχα (μετά την εορτή της Αναλήψεως), που είναι αφιερωμένη στους τριακόσιους δεκαοκτώ Πατέρες , οι οποίοι συγκρότησαν την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια της Βιθυνίας το 325 μ.Χ και η οποία καταδίκασε τον Άρειο, ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είναι κτίσμα και όχι Θεός.

Η δεύτερη, είναι μια Κυριακή του μηνός Ιουλίου και συγκεκριμένα αυτή που θα συμπέσει στις 13 Ιουλίου, ή η πρώτη μετά από την ημερομηνία αυτή. Αυτή η Κυριακή είναι αφιερωμένη στη μνήμη των Πατέρων, που συγκρότησαν τις έξι πρώτες Οικουμενικές Συνόδους. Ειδικότερα όμως αυτή τη μέρα γιορτάζουμε τους πατέρες της Δ΄ εν Χαλκηδόνι Οικουμενικής Συνόδου, η οποία εξέδωσε όρο δογματικό περί της υποστατικής ενώσεως (ένωση σ’ ένα πρόσωπο, σε μια υπόσταση) των δύο εν Χριστώ φύσεων «αχωρίστως, αδιαιρέτως, ατρέπτως και ασυγχύτως» και καταδίκασε τον Ευτυχή ο οποίος δίδασκε ότι ο Χριστός είχε μόνο μία φύση την θεία (η αίρεση μονοφυσιτισμού). Η ανθρώπινη φύση έλεγε ο Ευτυχής, απορροφήθηκε από την θεία και επομένως ο Χριστός υπήρξε μόνο Θεός και φαινομενικώς άνθρωπος.

Η τρίτη Κυριακή είναι μέσα στο μήνα Οκτώβριο και συγκεκριμένα αυτή που θα συμπέσει στις 11 του μηνός ή η πρώτη μετά την ημερομηνία αυτή. Αυτή η Κυριακή, που για φέτος είναι η 16η Οκτωβρίου, είναι αφιερωμένη στη μνήμη των Πατέρων της Ζ΄ εν Νικαία Οικουμενικής Συνόδου που συνήλθε στην Κωνσταντινούπολη το 787 μ.Χ. όταν Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ήταν ο άγιος Ταράσιος και στον αυτοκρατορικό θρόνο βρισκόταν η Ειρήνη η Αθηναία, ως επίτροπος του γιου της Κωνσταντίνου του Στ΄. Η Ειρήνη η Αθηναία συνέβαλε στην οριστική αναστύλωση των ιερών εικόνων και την καταδίκη της εικονομαχίας, δηλαδή και πάλι τον μονοφυσιτισμό, αφού μη δεχόμενοι οι εικονομάχοι -ανάμεσα στ’ άλλα που πρεσβεύανε- την εξεικόνιση του Χριστού, δεν δέχονταν ουσιαστικά την ανθρώπινή του φύση η οποία ενώθηκε με την θεία όπως δογμάτισε η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος. «Θεόν ουδείς εώρακε πώποτε» μας λεει το ιερό ευαγγέλιο (Ιωάν. α΄ 18), αλλά την ανθρώπινη φύση του Χριστού, που ενώθηκε με την θεία, την είδαμε και συνεπώς μπορούμε να την ζωγραφίσουμε, όπως και τα οράματα των προφητών της Παλαιάς Διαθήκης. Έτσι σήμερα οι εικόνες είναι ο κόσμος των ιερών ναών, που βοηθά το νου μέσα από τη αίσθηση της δράσης ν’ ανεβαίνει στα πρωτότυπα των εικόνων και να προσκυνά το Χριστό και τις θεωμένες υποστάσεις των αγίων.

Με την καθιέρωση αυτή, η Εκκλησία αποδίδει την προσήκουσα τιμή στους Αγίους Πατέρες. Εκτός από τους επισκόπους, είναι και άλλοι στη Εκκλησία ιεροί άνδρες, πρεσβύτεροι, διάκονοι, ακόμα και απλοί μοναχοί που ξεχωρίζουν για την ορθόδοξη διδασκαλία και για την αγιότητα του βίου τους- θεωρούνται κι αυτοί πατέρες της Εκκλησίας.

Το αποστολικό ανάγνωσμα της πρώτης Κυριακής (Α΄ Οικ. Σύνοδος) είναι παρμένο από τις Πράξεις των Αποστόλων (Πράξ. 20. 16-18, 28-36). Το αποστολικό ανάγνωσμα των άλλων δυο Κυριακών είναι το ίδιο και είναι παρμένο από την προς Τίτον επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Τιτ. 3,8-15). Η επιστολή αυτή μαζί με τις δύο επιστολές προς Τιμόθεο διαφέρουν από τις υπόλοιπες επιστολές του αποστόλου Παύλου σε δύο σημεία: α) δεν απευθύνονται προς Εκκλησίες αλλά προς συγκεκριμένα πρόσωπα και β) τα θέματα με τα οποία ασχολούνται έχουν να κάνουν με τους ποιμένες και το ποιμαντικό έργο της Εκκλησίας. Για το λόγο αυτό ονομάζονται και ποιμαντικές επιστολές. Η επιλογή λοιπόν του συγκεκριμένου αναγνώσματος δεν είναι τυχαία, γιατί ο ποιμαντικός χαρακτήρας της επιστολής ταιριάζει απόλυτα προς τη μνήμη των Αγίων Πατέρων, οι οποίοι υπήρξαν ποιμένες της Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος συνιστά στον Τίτο, Επίσκοπο Κρήτης, και κατ΄ επέκταση σε όλους τους ποιμένες της Εκκλησίας, πώς να εργάζονται και να φροντίζουν ποιμαντικά τους πιστούς ανθρώπους.

Κύριο θέμα της περικοπής είναι η προτροπή για καλά έργα. Με πολύ απλές προτάσεις μας δείχνει πως συνδέεται η πίστη με την καθημερινή πράξη. Δύο βασικά στοιχεία ζητά ο απόστολος Παύλος όχι μόνο από τον μαθητή του Τίτο άλλα και από κάθε πιστό της Εκκλησίας, και ιδιαίτερα όσους κατέχουν εξουσίες: τα καλά έργα και τα ωφέλιμα λόγια. Και μάλιστα σε μια εποχή όπως η σημερινή, που οι άνθρωποι έχουν κουραστεί από τα πολλά λόγια που δεν έχουν αντίκρισμα, αυτή η προτροπή είναι όσο ποτέ άλλοτε επίκαιρη, θέτοντας τον καθένα ξεχωριστά προ των ευθυνών του. Επηρεασμένοι από το πνεύμα της εποχής, λέμε λόγια, χωρίς να κάνουμε έργα. Εύκολα κρίνουμε, δύσκολα θέλουμε να κουραστούμε και να εργασθούμε σε έργα αγάπης και διακονίας. Ο θεόπνευστος Απόστολος όμως, μας ζητά ακριβώς το αντίθετο: λίγα λόγια και πολλά έργα. «Αφήστε τις ατελείωτες συζητήσεις για πράγματα ανούσια ή και αμαρτωλά, και πρωτοστατήστε των καλών έργων». Να τα επιτελούμε όχι αναγκαστικά, αλλά με ζήλο και αυταπάρνηση. Χωρίς να περιμένουμε όσους έχουν ανάγκη, να ζητήσουν τη βοήθεια μας. Αλλά να επιζητούμε οι ίδιοι ευκαιρίες. Κάποιοι υποφέρουν, άλλοι πεινούν, κάποιοι ανήμποροι θέλουν συμπαράσταση, κάποιοι μοναχικοί την παρηγοριά μας. Άλλοι απογοητεύονται στις μακροχρόνιες αρρώστιες τους και άλλοι απελπίζονται από τα βάσανα της ζωής. Να ψάξουμε να βρούμε τους ανθρώπους που χρειάζονται την αγάπη και τη στήριξη μας. Έτσι θα πλουτίσει η ζωή μας με καρπούς αρετής και θα πλημμυρίσει η καρδιά μας από ειρήνη και ανάπαυση.

Προχωρώντας πιο κάτω στην επιστολή του ο Απόστολος Παύλος μας προτρέπει στην αποφυγή των ανόητων συζητήσεων και την ενασχόληση μας με διάφορους γενεαλογικούς καταλόγους, καθώς και με διαμάχες γύρω από το Νόμο. Η ενασχόληση με αυτές τις συζητήσεις προκαλούσε συγκρούσεις μεταξύ των ατόμων που συμμετείχαν σ’ αυτές. Παρόμοια προτροπή απευθύνει ο Απόστολος Παύλος και προς το μαθητή του Τιμόθεο: «μηδέ προσέχειν μύθοις και γενεαλογίαις απεράντοις, αίτινες ζητήσεις παρέχουσι μάλλον ή οικονομίαν Θεού την εν πίστει» (Α΄ Τιμοθ. 1, 4). Η ενασχόληση με αυτά τα ζητήματα αποτελεί καθαρή ματαιοπονία η οποία όχι μόνο δεν ωφελεί αυτούς που συμμετέχουν, αλλά και τους ζημιώνει. Τους ζημιώνει, γιατί τους ρίχνει στο πάθος της αργολογίας, οδηγώντας τους στη ραθυμία και την ακηδία στα πνευματικά. Δεν τους αφήνει να αναπτυχθούν πνευματικά και να καλλιεργήσουν τις πνευματικές αρετές.

Κατόπιν ο απόστολος Παύλος τονίζει προς το μαθητή του Τίτο τη στάση που πρέπει να έχει ως ποιμένας απέναντι στους αιρετικούς. «αιρετικόν άνθρωπον, μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού» (στ.10). Συμβουλή με βαθύτατο περιεχόμενο. Οι αιρετικοί, από ανέκαθεν ήταν επικίνδυνοι. Θα μπορούσαμε να κατατάξουμε τους αιρετικούς σε τρεις μεγάλες κατηγορίες: είναι εκείνοι οι άνθρωποι, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μέσα σ’ ένα αιρετικό περιβάλλον. Οι άνθρωποι αυτοί αν έχουν καλή προαίρεση θα τους δώσει ο Θεός την ευκαιρία ν’ ανανήψουν, και σύμφωνα με τις ευχές που διαβάζουμε τη Θεία Λειτουργία του Μ. Βασιλείου ζητώντας από το Θεό «να επανάγει τους πεπλανημένους», να επανέλθουν στη ορθή πίστη. Η δεύτερη κατηγορία είναι των ημιμαθών, των ανθρώπων εκείνων που αγνοούν τις αλήθειες του ευαγγελίου, κι επομένως προσηλώνονται στους αιρετικούς, οι οποίοι διαστρεβλώνουν τα λόγια της Αγίας Γραφής και του Ευαγγελίου. Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία των εσκεμμένα διαστρεβλωτών του λόγου του Θεού και της αλήθειας. Σ’ αυτή τη κατηγορία κατατάσσονται άνθρωποι που επειδή ο Θεός τους έδωσε μερικά χαρίσματα λόγου χάρη εξυπνάδα, ευστροφία κ.α σκέφτηκαν ότι μπορούν να λύσουν όλα τα προβλήματα και να εξηγήσουν τα πάντα. Έτσι ενώ δέχτηκαν αυτά τα δώρα του Θεού, τα οικειοποιήθηκαν και στη συνέχεια πίστεψαν ότι είναι δική τους ενέργεια. Γι' αυτό και ο Απόστολος συνιστά να είμαστε πολύ προσεκτικοί απέναντι όσων αντιστρατεύονται την ορθή διδασκαλία. Και αυτό, διότι και τότε οι άνθρωποι αυτοί δημιουργούσαν σκάνδαλα και διαιρέσεις στην Εκκλησία, και σήμερα νοθεύουν με δικές τους επινοήσεις και με αποκυήματα της φαντασία τους, την ορθή αποστολική πίστη.

Χρέος κάθε ποιμένα είναι να νουθετήσει τον αιρετικό άνθρωπο μια και δύο φορές προς την ορθή πίστη. Αν δεν πεισθεί και παραμείνει αμετακίνητος στις αιρετικές του απόψεις, τότε πρέπει να παραιτηθεί ο ποιμένας από αυτή του την προσπάθεια και να τον αφήσει. Αυτό δεν το κάνει ο ποιμένας γιατί έχει βαρεθεί να του λεει την αλήθεια, αλλά το κάνει επειδή η άρνηση του να δεχθεί την αλήθεια και να επιστρέψει στην ορθή πίστη φανερώνει την πώρωση και τη διαστροφή, αλλά και το υπερήφανο πνεύμα από το οποίο είναι κυριευμένος ο αιρετικός. Η αίρεση αποτελεί τη χειρότερη αμαρτία, γιατί οδηγεί τον αιρετικό άνθρωπο, αν δεν μετανοήσει, στον πνευματικό θάνατο, που είναι η αποκοπή του από το σώμα της Εκκλησίας. Αν εμβαθύνουμε στην ουσία της προτροπής, βλέπουμε πράγματι ότι οι αιρετικοί κατά κανόνα, δεν μετανοούν. Και αυτή η αμετανοησία, οφείλεται διότι συσκοτίζεται ο νους τους από τον εωσφορικό εγωισμό, ο οποίος και λειτουργεί διασπαστικά για την όλη προσωπικότητα. Αποτέλεσμα είναι το να μη μπορούν κατ’ αρχή να δουν και να αντιληφθούν την πλάνη τους, και στην συνέχεια να ζητήσουν την θεραπεία από την Εκκλησία, που στην περίπτωση αυτή λειτουργεί ως πνευματικό «κέντρο υγείας» και κατόπιν ως ασφαλές θεραπευτήριο, αποκαθιστώντας τελείως την πνευματική υγεία στην όλη ύπαρξη του ανθρώπου.

Πιστός ο λόγος του Θεού λοιπόν, αληθινός, αξιόπιστος, γι’ αυτό και μπορεί να γίνει αποδεκτός. Όταν η πλάνη και η αμαρτία είναι αποτέλεσμα άγνοιας και λήθης του Θεού, υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες ν’ αναστραφεί και ν’ αποκατασταθεί η αλήθεια. Αρκεί να υπάρχει διάθεση και πρόθεση. Από τη άλλη πλευρά το κριτήριο της πνευματικότητας, και της γνησιότητας της πίστης μας είναι τα έργα μας. Τα καλά έργα είναι ο καρπός της πίστης και ο Απόστολος Παύλος τα χαρακτηρίζει «καλά και ωφέλιμα τοις ανθρώποις». Κατά μία άλλη ερμηνεία το «καλά» σημαίνει αρεστά στο Θεό. Ο Θεός ευαρεστείται όταν ο πιστός άνθρωπος δίνει μαρτυρία αγάπης, όταν διακονεί στο όνομα του Ιησού Χριστού τον πάσχοντα και εμπερίστατο αδελφό του. Όταν γίνονται μέσα στη σιωπή και στην ανωνυμία της αγάπης, είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος που «βασιλεύει» μέσα μας. Όταν αντίθετα αποβλέπουν σε διευθέτηση σκοπιμοτήτων, στερούνται της σφραγίδας του Πνεύματος και φανερώνουν την σκοτεινότητα και ακαταστασία της καρδιάς μας. Καλούμαστε όλοι στο όνομα του Ιησού Χριστού να δώσουμε στο σύγχρονο κόσμο μας τη μαρτυρία της αγάπης, των καλών έργων, της πίστης και της ελπίδας στο Θεό.

http://www.imconstantias.org.cy/2986.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 30 Οκτ 2016, 23:45

Kυριακή Ε΄Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκά 16, 19-31
19 Άνθρωπος δε τις ήν πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ' ημέραν λαμπρώς. 20 πτωχός δε τις ήν ονόματι Λάζαρος, ός εβέβλητο προς τόν πυλώνα αυτού ηλκωμένος 21 και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι επέλειχον τα έλκη αυτού. 22 εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν καί απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. 23 και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά Αβραάμ από μακρόθεν καί Λάζαρον εν τοίς κόλποις αυτού. 24 και αυτός φωνήσας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος καί καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τή φλογί ταύτη. 25 είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες σύ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νύν δε ώδε παρακαλείται, σύ δε οδυνάσαι· 26 και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν πρός υμάς μή δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν. 27 είπε δε· ερωτώ ούν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τόν οίκον του πατρός μου· 28 έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρηται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τόν τόπον τούτον της βασάνου. 29 λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωϋσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτων. 30 ο δε είπεν· ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ' εάν τις από νεκρών πορευθή πρός αυτούς, μετανοήσουσιν. 31 είπε δέ αυτώ· ει Μωϋσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδὲ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται.


Νεοελληνική Απόδοση
Κάποιος άνθρωπος ήταν πλούσιος, φορούσε πολυτελή ρούχα και το τραπέζι του κάθε μέρα ήταν λαμπρό. Κάποιος φτωχός όμως, που τον έλεγαν Λάζαρο, ήταν πεσμένος κοντά στην πόρτα του σπιτιού του πλουσίου, γεμάτος πληγές. Αυτός προσπαθούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Έρχονταν και τα σκυλιά και του έγλειφαν τις πληγές. Πέθανε ο φτωχός, και οι άγγελοι τον πήγαν κοντά στον Αβραάμ. Πέθανε κι ο πλούσιος και θάφτηκε. Στον άδη που ήταν και βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και είδε από μακριά τον Αβραάμ και κοντά του το Λάζαρο. Τότε φώναξε ο πλούσιος και είπε «πατέρα μου Αβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει με νερό την άκρη του δακτύλου του και να μου δροσίσει τη γλώσσα, γιατί υποφέρω μέσα σ’ αυτή τη φωτιά». Και ο Αβραάμ του απάντησε: «παιδί μου θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες την ευτυχία στη ζωή σου, όπως και ο Λάζαρος τη δυστυχία. Τώρα όμως αυτός χαίρεται εδώ, κι εσύ υποφέρεις. Και εκτός απ’ όλα αυτά, υπάρχει ανάμεσά μας μεγάλο χάσμα, ώστε αυτοί που θέλουν να διαβούν από ‘δω σε εσάς, να μην μπορούν, ούτε οι από ‘κει να περάσουν σ’ εμάς». Είπε πάλι ο πλούσιος: «τότε σε παρακαλώ, πατέρα, στείλε τον στο σπίτι του πατέρα μου, να προειδοποιήσει τους πέντε αδερφούς μου, ώστε να μην έρθουν και αυτοί σ’ αυτό τον τόπο των βασάνων». Ο Αβραάμ του είπε: «έχουν τα λόγια του Μωυσή και των προφητών˙ ας υπακούσουν σ’ αυτά». Εκείνος τότε του είπε: «όχι πατέρα μου Αβραάμ˙ αν όμως κάποιος από τους νεκρούς πάει σε αυτούς, θα μετανοήσουν». Τότε είπε ο Αβραάμ: «αν δεν υπακούνε στα λόγια του Μωυσή και των προφητών, δε θα πειστούν ούτε και αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς».


Σχολιασμός
Η σημερινή ευαγγελική περικοπή είναι παρμένη από το 16ο κεφάλαιο του Κατά Λουκάν Ιερού Ευαγγελίου. Στους στίχους αυτούς αναπτύσσεται η παραβολή του Πλούσιου και του φτωχού Λαζάρου.

«Πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με, και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου». Ποιος είναι άραγε αυτός ο τόσο τραγικός άνθρωπος, που εκλιπαρεί για λίγες μόνο σταγόνες νερό; Μόνο αυτοί που βασανίζονται τόσο πολύ, εκλιπαρούν για κάτι τόσο λίγο, τόσο μικρό. Ο άνθρωπος αυτός δεν είναι άλλος από τον πλούσιο της σημερινής ευαγγελικής περικοπής.

Ήταν ένας άνθρωπος ο οποίος διακρινόταν για τα πολλά του λεφτά, το πολυτελές αρχοντικό, τα πανάκριβα ρούχα, τις πολυδάπανες δεξιώσεις. Ο ευαγγελιστής Λουκάς μας πληροφορεί πως «ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον». Το πρώτο ύφασμα ήταν βαμμένο στην κόκκινη βαφή των κοχυλιών και το δεύτερο ήταν φτιαγμένο με το πανάκριβο λινάρι, που προερχόταν από τη μακρινή Ινδία. Το χρόνο του τον διέθετε στα καθημερινά γλέντια και τις διασκεδάσεις, αφού σκοπός της ζωής του έγινε το ξέφρενο κυνήγι της ηδονής και των υλικών απολαύσεων.

Και όμως! Πολύ κοντά του, κάτω σχεδόν από τα πόδια του, εκτυλισσόταν ένα αληθινό δράμα. Στην αυλόπορτα του σπιτιού του, κείτεται ένας άρρωστος άνθρωπος, πληγωμένος, άστεγος, κουρελιάρης, σχεδόν ανάπηρος μιας και δεν μπορεί να διώξει τα αδέσποτα σκυλιά που γλείφουν τις πληγές του και επιτείνουν ακόμη περισσότερο το μαρτύριό του.

Ενώ λοιπόν ο πλούσιος «ευφραινόταν λαμπρώς», ο Λάζαρος « ήν επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου». Δεν μας λέει ο ευαγγελιστής ότι χόρταινε με τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου, αλλά ότι θα επιθυμούσε να συνέβαινε κάτι τέτοιο. Άρα ούτε τα άχρηστα περισσεύματα δεν του τα δίνανε! Τα σκυλιά είχανε ίσως περισσότερο χατίρι παρά αυτός ο πολύπαθος άνθρωπος.

Κάποιος άλλος στη θέση του φτωχού Λαζάρου θα φθονούσε τον πλούσιο. Θα τα έβαζε ίσως και με τον ίδιο το Θεό: γιατί σ’ άλλους να δίνει ευμάρεια, και σ’ άλλους μόνο βάσανα; Τέτοιες όμως σκέψεις είναι εντελώς ξένες προς το Λάζαρο, που υπομένει με πολλή εγκαρτέρηση το σκληρό του μαρτύριο. Σηκώνει αγόγγυστα το βαρύ του σταυρό. Ζει μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του αυτό, που χρόνια πριν αναφώνησε ο Ιώβ: «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου, γυμνός και απελεύσομαι εκεί. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας ( Ιώβ 1,21)».

Ο Λάζαρος μέσα απ’ τις δοκιμασίες της φτώχειας, της αρρώστιας, της εγκατάλειψης, πραγματοποίησε το σκοπό της ύπαρξής του: πέτυχε την προσωπική του σωτηρία και λύτρωση. Έτσι λοιπόν, όταν πεθαίνει οδηγείται από πλήθος αγγέλων στην αγκαλιά του Αβραάμ και γίνεται πολίτης της Βασιλείας των Ουρανών. Αυτός είναι και ο λόγος που μνημονεύεται στο Ιερό Ευαγγέλιο με το όνομά του, ενώ ο πλούσιος, παρά τις τόσες γνωριμίες, το τόσο του κύρος μεταξύ των ανθρώπων, είναι ουσιαστικά τόσο ασήμαντος, ώστε να μην αναφέρεται καν το όνομά του.

Μέσα από το σημερινό Ευαγγέλιο, μπορούμε να παρατηρήσουμε πως η λανθασμένη διαχείριση του πλούτου αποβαίνει ολέθρια για τον άνθρωπο. Ο πλούσιος της παραβολής νόμισε ότι τα αγαθά που είχε ήταν απόλυτα δικά του, γι’ αυτό και τα κρατούσε τόσο εγωιστικά. «Απέλαβες σύ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου», του απαντά ο πατριάρχης Αβραάμ, δηλώνοντας ευθέως και την αιτία της καταδίκης του. Τα πλούτη του έγιναν τείχη πανύψηλα, που τον εμπόδιζαν να επικοινωνεί με τους συνανθρώπους του και κατά συνέπεια με τον ίδιο τον Πλάστη του.

Η προσκόλληση στον πλούτο είναι σύμφωνα με τον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος αποτέλεσμα της απιστίας (Κλίμακα, Λόγος 16, 2). Όταν ο Αββάς Ησαΐας ρωτήθηκε τι είναι φιλαργυρία, αποκρίθηκε : «Το να μην έχεις εμπιστοσύνη στο Θεό ότι φροντίζει για σένα, να έχεις χάσει τις ελπίδες για την εκπλήρωση των υποσχέσεών Του και να έχεις μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου» ( Γεροντικό, Αββάς Ησαΐας 8). Η φιλαργυρία γίνεται «ρίζα πάντων των κακών» ( Α΄ Τιμ. 6, 10) και απ’ αυτή τρέφονται οι αναρίθμητες παραφυάδες των άλλων παθών, όπως της φιληδονίας, της σκληροκαρδίας και της αλαζονείας.

Μήπως όσα προαναφέρθηκαν σημαίνουν πως όσοι κατέχουν χρήματα πολλά ή περιουσία είναι εκ προοιμίου καταδικασμένοι για το «πύρ το εξώτερον»; Όχι βέβαια! Ο ίδιος ο Αβραάμ, που αναφέρεται στην παραβολή, είχε πλούτο πολύ, αλλά τον διαχειρίστηκε σωστά με την απλοχεριά και τη φιλοξενία του, όχι μόνο σε γνωστούς αλλά και αγνώστους (βλ. Γένεση 18, 1-15). Το ίδιο έπραξαν τόσοι άλλοι, όπως ο Λώτ, ο Ιώβ, η Δορκά κ.α. Δεν θεώρησαν τον εαυτό τους ιδιοκτήτη, αλλά μόνο διαχειριστή ξένης περιουσίας που ο Κύριος τους εμπιστεύτηκε.

Στις μέρες μας παρατηρούμε πως πολλές οικογένειες αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες, εξαιτίας της κρίσης που έχει επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία και των απολύσεων ή των τραγικών μειώσεων του ημερομισθίου που αυτή συνεπάγεται. Στη διπλανή μας πόρτα ίσως κάποιοι βιώνουν το δράμα του Λαζάρου. Ας μη μιμηθούμε τον πλούσιο της παραβολής. Ας προσπαθήσουμε, έστω και στο ελάχιστο, να μοιραστούμε μαζί τους ό,τι ο Θεός μας εμπιστεύθηκε. Και αυτό ας το κάνουμε με χαρά: «ιλαρόν γαρ δότην αγαπά ο Θεός (Β΄ Κορ. 9,7)».
http://www.imconstantias.org.cy/3006.html
--------------------------------------

Κυριακή ΙΘ’ Επιστολών, Αποστ. Ανάγνωσμα: Β’ Κορ. 11,31-12,9
Αδελφοί, ο Θεός και πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού οίδεν, ο ων ευλογητός εις τους αιώνας, οτι ου ψεύδομαι. Εν Δαμασκώ ο εθνάρχης Αρέτα του βασιλέως εφρούρει την Δαμασκηνών πόλιν πιάσαι με θέλων, και δια θυρίδος εν σαργάνη εχαλάσθην δια του τείχους και εξέφυγον τας χείρας αυτού. Καυχάσθαι δη ου συμφέρει μοι˙ ελεύσομαι γαρ εις οπτασίας και αποκαλύψεις Κυρίου. Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ προ ετών δεκατεσσάρων˙ είτε εν σώματι ουκ οίδα, είτε εκτός του σώματος ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν˙ αρπαγέντα τον τοιούτον εως τρίτου ουρανού. Και οίδα τον τοιούτον άνθρωπον˙ είτε εν σώματι είτε εκτός του σώματος, ουκ οίδα, ο Θεός οίδεν, οτι ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, α ουκ εξόν ανθρώπω λαλήσαι. Υπέρ του τοιούτου καυχήσομαι, υπέρ δε εμαυτού ου καυχήσομαι ει μη εν ταις ασθενείαις μου. Εαν γαρ θελήσω καυχήσασθαι, ουκ έσομαι άφρων˙ αλήθειαν γαρ ερώ˙ φείδομαι δε μη τις εις εμέ λογίσηται υπέρ ο βλέπει με ή ακούει τι εξ εμού. Και τη υπερβολή των αποκαλύψεων ινα μη υπεραίρομαι, εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρωμαι. Υπέρ τούτου τρις τον Κύριον παρεκάλεσα ίνα αποστή απ’ έμου˙ και ειρηκέ μοι˙ Αρκεί σοι η χάρις μου˙ η γαρ δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται. Ήδιστα ούν μάλον καυχήσομαι εν ταις ασθενείαις μου, ίνα επισκηνώση επ’ εμέ η δύναμις του Χριστού.

Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, ο Θεός και Πατέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ας είναι ευλογημένο το όνομα του στους αιώνες, ξέρει οτι δεν λέω ψέματα. Στη Δαμασκό, ο διοικητής-εκπρόσωπος του βασιλιά Αρέτα έβαλε φρουρούς σε ολη την πόλη για να με συλλάβει. Μέσα όμως από ένα άνοιγμα του τείχους με κατέβασαν με καλάθι και ξέφυγα από τα χέρια του. Δεν με συμφέρει βέβαια να καυχηθώ˙ θα το κάνω όμως, γιατί πρόκειται για οράματα κι αποκαλύψεις που μου χάρισε ο Κύριος. Ξέρω έναν άνθρωπο πιστό, ο οποίος πρίν από δεκατέσσερα χρόνια ανυψώθηκε μέχρι και τον τρίτο ουρανό, δεν ξέρω αν ήταν με το σώμα του η χωρίς το σώμα, αυτό ο Θεός το ξέρει. Ξέρω οτι αυτός ο άνθρωπος, ήταν με το σώμα ή χωρίς το σώμα δεν το ξέρω, ο Θεός το ξέρει, μεταφέρθηκε ξαφνικά στον παράδεισο κι άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος. Γι’ αυτόν τον άνθρωπο θα καυχηθώ˙ για τον εαυτό μου όμως δεν θα καυχηθώ, παρά μόνο για τις ταλαιπωρίες μου. Άμα θελήσω, λοιπόν, να καυχηθώ, δεν θα φανώ ανόητος, γιατί θα πω την αλήθεια. Το αποφεύγω όμως, μήπως εξαιτίας του μεγαλείου των αποκαλύψεων, με θεωρήσει κανείς παραπάνω απ’ αυτό που βλέπει ή ακούει απο μένα. Για να μην υπερηφανεύομαι όμως, ο Θεός μου έδωσε ενα αγκάθι στο σώμα μου, έναν υπηρέτη του σατανά να με ταλαιπωρεί, ώστε να μην υπερηφανευόμαι. Γι’ αυτό το αγκάθι τρείς φορές παρακάλεσα τον Κύριο να το διώξει από πάνω μου. Η απάντησή του ήταν: «Σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δυναμή μου φανερώνεται στην πληροτητά της μέσα σ’ αυτή την αδυναμία σου». Με περισσότερη ευχαρίστηση, λοιπόν, θα καυχηθώ για τις ταλαιπωρίες μου, για να κατοικήσει μέσα μου η δύναμη του Χριστού.

Σχολιασμός
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα είναι παρμένο απο την Β’ προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Η επιστολή αυτή γράφτηκε γύρω στο 56 μ.Χ., καθώς ο Απόστολος Παύλος βρισκόταν στην Μακεδονία και διακατέχεται από ένα ύφος πιο συναισθηματικό από τις υπόλοιπες επιστολές του. Αυτό το κάνει για να στηρίξει την πίστη των χριστιανών της Κορίνθου, ως προς το αποστολικό του αξίωμα, την οποία προσπαθούσαν να κλονίσουν οι ιουδαϊζοντες χριστιανοί. Αυτοί προσποιούνταν ότι έκαναν έργο όπως οι απόστολοι αλλά στην πραγματικότητα ήταν ψευδαπόστολοι, απατεώνες, άνθρωποι που μεταμφιέζονταν σε αποστόλους του Χριστού. Αυτοί διασπούσαν την ενότητα μεταξύ των χριστιανών. Ο Απόστολος Παύλος για να διαφυλάξει την ενότητα των χριστιανών και το κύρος του αποστολικού του αξιώματος γράφει αυτή την Επιστολή όπου εκθέτει τις κακοπάθειες που υπέστη για χάρη του Ευαγγελίου, αλλά και τις αποκαλύψεις τις οποίες είχε δεχθεί.
Μέσα από τη συγκεκριμένη αποστολική περικοπή ο Απόστολος Παύλος περιγράφει το πως κατάφερε να διασωθεί από τη Δαμασκό όταν καταδιώκονταν από τον εθνάρχη Άρετα. Ακολούθως κάνει λόγο για κάποιες ουράνιες αποκαλύψεις, που αξιώθηκε να έχει από τον Κύριο και δεν είχε ποτέ μιλήσει σε κανένα για 14 ολόκληρα χρόνια και τελειώνει λέγοντας για κάποιο αγκάθι που του δόθηκε στο σώμα για να τον ταλαιπωρεί και να μην πέφτει στην υπερηφάνεια.
Πριν ξεκινήσει να γράφει αυτά που γράφει πιο κάτω ξεκινά με μια επίκληση προς τον Πατέρα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού. Αυτό το κάνει για να διαλύσει κάθε είδους αμφιβολία που είχαν διασπείρει κάποιοι ψευδαπόστολοι ανάμεσα στους χριστιανούς της Κορίνθου, ως προς την αποστολική του ιδιότητα. Το κάνει ακόμη για να μας δείξει ότι δεν λεει ψέματα για αυτά που θα μιλήσει παρακάτω.Αυτά αποτελούν προσωπικές αποκαλύψεις του Κυρίου προς αυτόν για τις οποίες μόνο αυτός που τις είχε δεχθεί μπορούσε να μιλήσει για αυτές.
Καθώς βρισκόταν στην Δαμασκό ο Απόστολος Παύλος κινδύνεψε να συλληφθεί από τον βασιλιά Άρετα. Γι’ αυτό το περιστατικό διαβάζουμε εκτενέστερα στο 9ον κεφάλαιο του βιβλίου των Πράξεων των Αποστόλων. Εκεί βλέπουμε ότι προκαλούσε σύγχυση ανάμεσα στους Ιουδαίους οι οποίοι τον άκουγαν και έμεναν κατάπληκτοι καθώς αυτοί περίμεναν να καταδιώξει τους χριστίανους όπως έκανε και προηγουμένως. Αντι όμως αυτού τους αποδείκνυε ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού ο αναμενόμενως Μεσσίας.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να προκαλέσει την οργή τους και να προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν. Με τη βοήθεια όμως των πιστών που κατοικούσαν στην Δαμασκό κατάφερε να διαφύγει τη σύλληψη. Οι εκεί χριστιανοί τον έβαλαν μέσα σε ένα χοντρό ψάθινο καλάθι με στερεή βάση από κάτω και τον κατέβασαν με σχοινιά από ένα παράθυρο του τείχους. Έτσι κατάφερε να διαφύγει από τα φονικά σχέδια του βασιλιά Άρετα και να συνεχίσει το έργο που του είχε αναθέσει ο Κύριος, τον ευαγγελισμό των εθνών.
Βλέποντας τους ψευδαπόστολους να προσπαθούν να κλονίσουν την εμπιστοσύνη των χριστιανών της Κορίνθου προς το πρόσωπο του, προχωρά σε κάποιες αποκαλύψεις που έλαβε από τον Κύριο. Το κάνει αυτό για την ωφέλεια των πιστών, τονίζοντας ταυτοχρόνως ότι δεν είναι προς το συμφέρον του να καυχιέται, αλλά τώρα αναγκάζεται να το κάνει εξαιτίας των περιστάσεων. Με την καύχηση ο άνθρωπος προχωρά στη έπαρση και πέφτει στην υπερηφάνεια. Έτσι η καύχηση δεν βοηθά πνευματικά τον άνθρωπο αλλά τον καταστρέφει. Έχοντας μέσα του βαθιά ταπείνωση ο Απόστολος Παύλος μιλά σε τρίτο πρόσωπο, προσπαθώντας να δείξει ότι πρόκειται για κάποιον άλλο που δέχθηκε τις αποκαλύψεις και όχι για τον ίδιο. Για 14 χρόνια δεν είχε μιλήσει πουθενά για αυτές τις αποκαλύψεις που δέχθηκε και ούτε τώρα θα το έκανε αν δεν υπήρχε η ανάγκη να ωφεληθούν οι πιστοί της Κορίνθου.
Μέσα από την αρπαγή του στον παράδεισο έζησε μια ξεχωριστή εμπειρία που δεν μπορούμε να την εξηγήσουμε με τη λογική. Οι πραγματικότητες που βρίσκονται γύρω μας αδυνατούν να μας βοηθήσουν στην διαμόρφωση μιας εικόνας για πράγματα που βρίσκονται πιο πέρα από την ανθρώπινη αίσθηση. Εκεί στον παράδεισο άκουσε λόγια που δεν μπορεί ούτε επιτρέπεται να τα πει άνθρωπος. Η ανθρώπινη γλώσσα έχοντας γνώση των πραγματικοτήτων του παρόντος κόσμου, αδυνατεί να εκφράσει τα μυστήρια του Θεού, λόγω του ύφους και της ιεροτητάς τους. Το ερώτημα που γεννιέται σε πολλούς, τι να άκουσε και να είδε ο Απόστολος Παύλος και δεν μπορούσε να το πει; Φανερώνει ότι η αποκάλυψη του Θεού που περιέχεται στην Αγία Γραφή είναι αρκετή, είναι όση χρειάζεται για τη σωτηρία μας. Αν χρειαζόταν κάτι περισσότερο θα μας το είχε αποκαλύψει. Πάνω σε αυτή την αποκάλυψη είχε οικοδομηθεί και η Εκκλησία, στην οποία πρέπει να στηρίζουμε με βεβαιότητα την πίστη και την ελπίδα μας.
Από τις μεγάλες αποκαλύψεις που είχε δεχθεί υπήρχε ο κίνδυνος να πέσει στην υπερηφάνεια. Έτσι ο Θεός επέτρεψε ένα αγκάθι στο σώμα του, ένα άγγελο του σατανά για να τον ραπίζει, ώστε να μην υπερηφανεύεται. Το τι ακριβώς ήταν αυτό το αγκάθι στο σώμα του που τον ταλαιπωρούσε, δεν γνωρίζουμε. Από τους ερμηνευτές άλλοι υποστηρίζουν ότι είναι οι πειρασμοί και οι ταλαιπωρίες που συνάντησε στο έργο του, άλλοι ότι είναι διάφορα πρόσωπα τα οποία αντιστέκονται στην διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ενώ κάποιοι άλλοι ότι πρόκειται για χρόνια ασθένεια. Για ότι και να είναι αυτό ο Απόστολος Παύλος μας λεει ότι παρακάλεσε τον Κύριο τρεις φορές να το απομακρύνει από αυτόν αλλά πήρε αρνητική απάντηση. Ο Κύριος του απάντησε ότι :«σου αρκεί η χάρη μου, γιατί η δύναμη μου αναδεικνύεται τέλεια εκεί που υπάρχει αδυναμία». Η απάντηση αυτή μας φανερώνει την δύναμη του Κυρίου μέσα στην ανθρώπινη αδυναμία. Μέσα από τους πειρασμούς βλέπουμε τη χάρη του Κυρίου να μας δυναμώνει για να μπορέσουμε να τους αντέξουμε.
Αρκετές φορές στη ζωή μας υπερηφανευόμαστε για ασήμαντα κατορθώματα τα οποία έχουμε πετύχει. Ο Απόστολος Παύλος ηρπάγη εις τον παράδεισον και ήκουσεν άρρητα ρήματα, «α ουκ εξόν ανθρώπων λαλήσαι». Εντούτοις όμως δεν καυχιέται αλλά από ταπείνωση μιλά σε τρίτο πρόσωπο σαν να πρόκειται για άλλον άνθρωπο που δέχθηκε τις αποκαλύψεις. Αυτός αν θα περιφανευόταν, θα περιφανευόταν για τους διωγμούς, τις θλίψεις και τους πειρασμούς που πέρασε. Μέσα από τους διάφορους πειρασμούς, που συναντούμε στην ζωή μας φαίνεται πόσο μικροί και αδύναμοι είμαστε. Φεύγουμε από την υπερηφάνεια και τον εγωισμό ότι είμαστε σπουδαίοι και δυνατοί και δεν έχουμε κανέναν ανάγκη. Μακάρι και εμείς χωρίς υπερηφάνεια και ταπείνωση να υψώσουμε τα χέρια προς τον Κύριο και να ζητήσουμε την παντοδύναμη χάρη του, να μας στηρίξει για να αντιμετωπίσουμε τις θλίψεις και τους πειρασμούς με θάρρος και υπομονή.
http://www.imconstantias.org.cy/3007.html
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 06 Νοέμ 2016, 23:27

Κυριακή Ζ’ Λουκά Ευαγγ. ανάγνωσμα: Λουκ. η’ 41 – 56
Τω καιρώ εκείνω, άνθρωπός τις προσήλθε τω Ιησού, ω όνομα Ιάειρος, και αυτός άρχων της Συναγωγής υπήρχε· και πεσών παρά τους πόδας του Ιησού παρεκάλει αυτόν εισελθείν εις τον οίκον αυτού· ότι θυγάτηρ μονογενής ην αυτώ, ως ετών δώδεκα, και αύτη απέθνησκεν. Εν δε τω υπάγειν αυτόν, οι όχλοι συνέπνιγον αυτόν. Και γυνή ούσα εν ρύσει αίματος από ετών δώδεκα, ήτις, ιατροίς προσαναλώσασα όλον τον βίον, ουκ ίσχυσεν υπ οὐδενὸς θεραπευθήναι, προσελθούσα όπισθεν, ήψατο του κρασπέδου του ιματίου αυτού, και παραχρήμα έστη η ρύσις του αίματος αυτής. Και είπεν ο Ιησούς· Τις ο αψάμενός μου; Αρνουμένων δε πάντων, είπεν ο Πετρος και οι συν αυτώ· Επιστάτα, οι όχλοι συνέχουσί σε και αποθλίβουσι, και λέγεις Τις ο αψάμενός μου; Ο δε Ιησούς είπεν· Ήψατό μου τις· εγώ γαρ έγνων δύναμιν εξελθούσαν απ ἐμοῦ. Ιδούσα δε η γυνή ότι ουκ έλαθε, τρέμουσα ήλθε και προσπεσούσα αυτώ, δι ἣν αιτίαν ήψατο αυτού, απήγγειλεν αυτώ ενώπιον παντός του λαού, και ως ιάθη παραχρήμα. Ο δε είπεν αυτή· Θαρσει, θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εις ειρήνην. Ετι αυτού λαλούντος, έρχεταί τις παρά του αρχισυναγώγου, λέγων αυτώ· ότι τέθνηκεν η θυγάτηρ σου· μη σκύλλε τον Διδάσκαλον. Ο δε Ιησούς ακούσας απεκρίθη αυτώ, λέγων· Μη φοβού· μόνον πίστευε, και σωθήσεται. Εισελθών δε εις την οικίαν, ουκ αφήκεν εισελθείν ουδένα, ει μη Πετρον και Ιάκωβον και Ιωάννην και τον πατέρα της παιδός και την μητέρα. Έκλαιον δε πάντες και εκόπτοντο αυτήν. Ο δε είπε· Μη κλαίετε· ουκ απέθανεν, αλλά καθεύδει. Και κατεγέλων αυτού, ειδότες ότι απέθανεν. Αυτός δε εκβαλών έξω πάντας, και κρατήσας της χειρός αυτής, εφώνησε λέγων· Η παις, εγείρου. Και επέστρεψε το πνεύμα αυτής, και ανέστη παραχρήμα, και διέταξεν αυτή δοθήναι φαγείν. Και εξέστησαν οι γονείς αυτής. Ο δε παρήγγειλεν αυτοίς, μηδενί ειπείν το γεγονός.
Νεοελληνική Απόδοση
Εκείνο τον καιρό, πλησίασε τον Ιησού κάποιος άνθρωπος που τον έλεγαν Ιάειρο και ήταν άρχοντας της συναγωγής. Αυτός έπεσε στα πόδια του Ιησού και τον παρακαλούσε να πάει στο σπίτι του, γιατί είχε μια μοναχοκόρη δώδεκα χρόνων, που ήταν ετοιμοθάνατη. Την ώρα που ο Ιησούς βάδιζε προς το σπίτι, τα πλήθη τον περιέβαλαν ασφυκτικά. Κάποια γυναίκα, που υπέφερε από αιμοραγία δώδεκα χρόνια και είχε ξοδέψει όλη της την περιουσία στους γιατρούς, χωρίς κανένας να μπορέσει να την κάνει καλά, πήγε πίσω από τον Ιησού, άγγιξε την άκρη το ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε. Τότε ο Ιησούς είπε: «Ποιος με άγγιξε;» Ενώ όλοι αρνιούνταν, ο Πέτρος και όσοι ήταν μαζί του έλεγαν: «Διδάσκαλε, οι όχλοι έχουν στριμωχτεί κοντά σου και σε πιέζουν κι εσύ λες ποιος με άγγιξε;» Ο Ιησούς όμως είπε: «Κάποιος με άγγιξε, γιατί εγώ ένιωσα να βγαίνει από μένα δύναμη». Μόλις η γυναίκα είδε ότι δεν ξέφυγε την προσοχή του, ήρθε τρέμοντας κι έπεσε στα πόδια του και μπροστά σ΄ όλο τον κόσμο του είπε για ποια αιτία τον άγγιξε κι ότι είχε γιατρευτεί αμέσως. Εκείνος της είπε: «Θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έσωσε· πήγαινε στο καλό». Ενώ ο Ιησούς ακόμα μιλούσε, ήρθε κάποιος από το σπίτι του άρχοντα της συναγωγής και του λέει: «Η κόρη σου πέθανε· μην ενοχλείς πια το δάσκαλο». Όταν το άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Εσύ μη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». Φτάνοντας στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα μαζί του, εκτός από τον Πέτρο, τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο, καθώς και τον πατέρα και τη μητέρα του κοριτσιού. Όλοι έκλαιγαν και τη θρηνολογούσαν. Ο Ιησούς όμως τους είπε: «Μην κλαίτε· δεν πέθανε, αλλά κοιμάται». Εκείνοι τον περιγελούσαν, βέβαιοι πως είχε πεθάνει. Ο Ιησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το κορίτσι από το χέρι και του είπε δυνατά: «Κορίτσι, σήκω!» Το πνεύμα της επέστρεψε κι αυτή αμέσως σηκώθηκε. Ο Ιησούς τότε διέταξε να της δώσουν να φάει. Οι γονείς της έμειναν κατάπληκτοι. Εκείνος όμως τους είπε να μην πουν σε κανέναν τι είχε γίνει.
Η σώζουσα πίστη
Ο Ιησούς Χριστός επιστρέφει στη δεύτερη πατρίδα του την Καπερναούμ, αφού προηγουμένως όπως ακούσαμε την περασμένη Κυριακή βρισκόταν στα Γάδαρα όπου θεράπευσε τον δαιμονιζόμενο νέο. Οι κάτοικοι των Γαδάρων μετά το θαύμα, τον παρακάλεσαν να απομακρυνθεί από την περιοχή τους. Σε αντίθεση με αυτούς, οι κάτοικοι της Καπερναούμ συγκεντρώθηκαν μαζικά και τον ανέμεναν με ενθουσιασμό. Σ΄ αυτήν λοιπόν την περιοχή πραγματοποιήθηκαν τα δύο θαύματα, που μνημονεύονται στο σημερινό ευαγγελικό ανάγνωσμα και τα οποία συναντούμε και στους τρεις Συνοπτικούς Ευαγγελιστές. Τα δυο θαύματα επιτελούνται διαδοχικά, αφού η θεραπεία της αιμορροούσας γυναίκας γίνεται κατά την πορεία του Ιησού Χριστού προς το σπίτι του αρχισυνάγωγου Ιάειρου (που στα ελληνικά σημαίνει Φώτιος), ο οποίος του ζήτησε να θεραπεύσει την μοναχοκόρη του, που ήταν βαριά άρρωστη. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι όσα χρόνια έπασχε αυτή η γυναίκα, τόσων ετών ήταν η θυγατέρα του Ιάειρου. Αυτό δείχνει ότι όταν η αιμορροούσα ασθένησε, τότε ο Θεός έφερε στον κόσμο εκείνη που θα γινόταν η αφορμή για την θεραπεία της.
Για έναν επιφανή άρχοντα της συναγωγής, δεν ήταν βέβαια μικρό πράγμα να μιλήσει με τον Χριστό, αφού οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι είχαν απαγορεύσει στο λαό και να τον πλησιάζει αλλά και να ακούει την διδασκαλία του. Όμως σαν πονεμένος πατέρας που χάνει το μοναχοπαίδι του, ο Ιάειρος τολμά και βρίσκεται ανάμεσα στο πλήθος, ακούει τους λόγους του Ιησού και του ζητά να έλθει στο σπίτι του και να θεραπεύσει τη μονάκριβη κόρη του, γιατί πιστεύει ότι εκείνος είναι ο μόνος που μπορεί να την σώσει.
Η πίστη του υπερνικά τον φόβο, όπως ακριβώς και η πίστη της γυναίκας που με την ασθένεια της αιμορραγίας που είχε, βάση των θρησκευτικών αντιλήψεων των Εβραίων, την καθιστούσε «μολυσμένη» έχοντας έτσι να αντιμετωπίσει εκτός από την σωματική ασθένεια και την περιθωριοποίηση που υφίσταται από την κοινωνία, γι αυτό και δεν τολμά καν να ζητήσει από τον Κύριο να τη θεραπεύσει. Δεν αμφισβητεί, δεν σκέφτεται αν έχει αυτή την δυνατότητα, αλλά με πίστη πολλή τον πλησιάζει και ακουμπά την άκρη των ιματίων του. Αυτή την αναγκαιότητα της πίστης προκειμένου να πραγματοποιηθεί το θαύμα, τονίζει και ο ίδιος ο Χριστός λέγοντας της στην συνέχεια: «Θύγατερ, η πίστις σου σέσωκέ σε». Και επιλέγει να της το πει αυτό μπροστά σε όλο τον κόσμο, χωρίς να την αφήσει να περάσει απαρατήρητη πρώτον και δεύτερον για να ενδυναμώσει την πίστη του Ιάειρου (που στο μεταξύ τον ειδοποίησαν ότι η κόρη του πέθανε και να μην ταλαιπωρεί άλλο τον Χριστό), λέγοντάς του «μη φοβού, μόνο πίστευε και σωθήσεται», αλλά και για να επιδείξει τέλος σε όλους την πίστη της γυναικός και να την μιμηθούν.
Οι όχλοι γράφει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «συνέπνιγον αυτόν». Ο όρος αυτός αυτός, χρησιμοποιείται ακόμα μία φορά στο κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, στην παραβολή του σπορέως. Όπως η παραβολή αυτή, έτσι και η σημερινή περικοπή, τονίζουν τη σημασία των προϋποθέσεων με τις οποίες προσεγγίζει κανείς τον Χριστό, τον Λόγο του Θεού. Μπορεί κανείς να βρίσκεται κοντά στον Χριστό και ωστόσο στην πραγματικότητα ούτε καν να τον αγγίζει. Μπορεί να ακούει τον λόγο του, ο οποίος όμως να μένει στην επιφάνεια και να μη ριζώνει στην καρδιά του. Μπορεί κανείς να μεταλαμβάνει το σώμα και το αίμα του Χριστού, δηλαδή κυριολεκτικά να τον «συνθλίβει» και όμως να μην αντλεί τίποτα από την ανεξάντλητη πηγή της χάριτος, με αποτέλεσμα να παραμένει αθεράπευτα τραυματισμένος από την αμαρτία. Δεν αποκλείεται μάλιστα με την τυπική, θορυβώδη και ανούσια παρουσία του δίπλα στον Χριστό, να παρεμποδίζει και όσους θέλουν πραγματικά να τον προσεγγίσουν. Για να αγγίξει κανείς πραγματικά και όχι τυπικά τον Χριστό, θα πρέπει να πιστεύει και να ελπίζει ότι η θεραπεία του από την ασθένεια και τον θάνατο της αμαρτίας μπορεί να προέλθει όχι από τους διάφορους «θεραπευτές» αυτού του κόσμου, αλλά αποκλειστικά και μόνο από τον Χριστό. Η πίστη αυτή αποτελεί προϋπόθεση για μία ουσιαστική συνάντηση με τον Χριστό, μέσα από τήν οποία ο πληγωμένος από την αμαρτία άνθρωπος βρίσκει τη θεραπεία και την σωτηρία. Την διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που πιστεύει ότι ο Χριστός θα κάνει το θαύμα και σε εκείνους που δεν το πιστεύουν, την βλέπουμε στους συγγενείς του μικρού κοριτσιού που γέλασαν με τον Χριστό όταν τους είπε να μην κλαίνε γιατί το κορίτσι δεν πέθανε. Η απελπισία τους είχε εξανεμίσει κάθε ελπίδα και πίστη προς τον Θεό και θεωρούσαν πως όλα πια είχαν χαθεί.
“Μόνο πίστευε, καί σωθήσεται”. Τα λόγια του Χριστού είναι καταλυτικά, όχι μόνο για τον πατέρα του άρρωστου κοριτσιού, αλλά για όλους μας. Μέσα στον καθημερινό μας αγώνα και στα εμπόδια που ξεπροβάλουν μπροστά μας, συχνά αισθανόμαστε ανίσχυροι, αδύναμοι, νικημένοι. Νιώθουμε ότι δεν έχουμε από πού να κρατηθούμε, πού να στηριχτούμε και να πάρουμε δύναμη για να αντεπεξέλθουμε στις δυσκολίες της ζωής. Συχνά μια ασθένεια, μια ανυπέρβλητη δυσκολία, μας βυθίζει στην απόγνωση και την απελπισία. Κι’ όμως ο Χριστός μας προσκαλεί να πιστέψουμε και η βοήθειά του θα έλθει.
Το θέμα της γνώσης και της πίστης αποτελεί για πολλούς ένα δίλημμα, το οποίο προβάλλει το επιχείρημα ότι όποιος πιστεύει, εγκαταλείπει την γνώση. Αυτό το δίλημμα είναι το γνωστό «Πίστευε και μη ερεύνα». Υπάρχει επίσης και η αντίληψη ότι η γνώση προπορεύεται της πίστεως, όπως και η αντίθετη αντίληψη ότι η πίστη προπορεύεται της γνώσεως και αναζητεί τη λογική της (Ιερός Αυγουστίνος). Η κόρη του Ιαείρου ξαναπέθανε. Το ίδιο και ο Λάζαρος και ο γιος της χήρας στη Ναΐν. Από την ανάστασή τους όμως φανερώθηκε η αλήθεια ότι την τελευταία λέξη πάνω στη ζωή δεν έχει ο θάνατος αλλά ο Θεός. Αυτό δέχονται οι χριστιανοί. Όποιος πιστεύει στον Ιησού Χριστό, τον αποδέχεται και έχει εμπιστοσύνη στη δύναμη, την εκ Θεού εξουσία και την αγάπη του και ζει σύμφωνα με το πνεύμα και τον τρόπο ζωής του ευαγγελίου. Πιστεύω. Είναι μια απλή λέξη, αλλά χρειάζεται τόλμη και απαιτεί υπέρβαση του εγώ μας, προκειμένου να γίνει πράξη στη ζωή μας. Είναι απαραίτητο πρώτα από όλα να συνειδητοποιήσουμε και να παραδεχτούμε ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, ότι πέρα από τη δική μας προσπάθεια έχει μεγάλη σημασία και η παρουσία του Θεού στη ζωή μας, η προστασία του και η ευλογία του.
Μέσα στις δυσκολίες, τις αστοχίες και τις αποτυχίες, οι επιλογές μας είναι δύο: ή να βυθιστούμε στην απόγνωση και να καταστραφούμε πνευματικά, ή να αποδεχτούμε την δική μας ανεπάρκεια και να στραφούμε με πίστη στον Θεό. Αν καταφέρουμε να κάνουμε αυτή την υπέρβαση του εγωϊσμού μας και αποδεχτούμε την παντοδυναμία αλλά και την αγάπη του Θεού προς εμάς, τότε μπορούμε με ταπείνωση πλέον να απευθυνθούμε προς αυτόν και με πίστη να του ζητήσουμε να μας βοηθήσει. Είναι δύσκολο πραγματικά να στηρίξουμε την ελπίδα μας στο Θεό. Χρειάζεται ταπείνωση, τόλμη, πίστη. «Μή φοβού, μόνο πίστευσον», μας καλεί σήμερα ο Χριστός, προκειμένου να κάνει το θαύμα στη ζωή μας. Αρκεί να τον εμπιστευτούμε και να του δώσουμε χώρο να σταθεί μέσα στην καρδιά μας. Αυτή είναι και η προσευχή μας, σε κάθε Λειτουργία και σε κάθε ακολουθία της Εκκλησίας: «εαυτούς καί αλλήλους καί πάσαν τήν ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα».
http://www.imconstantias.org.cy/6587-2/
-----------------
Κυριακή Ζ’ Λουκά Ευαγγ. ανάγνωσμα: Λουκ. η’ 41 – 56
«Γνωρίζω υμίν, αδελφοί, το ευαγγέλιον το ευαγγελισθέν υπ΄ εμού ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον· ουδέ γαρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό ούτε εδιδάχθην, αλλά δι΄ αποκαλύψεως Ιησού Χριστού. Ήκούσατε γαρ την εμήν αναστροφήν ποτε εν τω Ιουδαϊσμώ, ότι καθ΄ υπερβολήν εδίωκον την εκκλησίαν του Θεού και επόρθουν αυτήν, και προέκοπτον εν τω Ιουδαϊσμώ υπέρ πολλούς συνηλικιώτας εν τω γένει μου, περισσοτέρως ζηλωτής υπάρχων των πατρικών μου παραδόσεων. Ότε δε ευδόκησεν ο Θεός ο αφορίσας με εκ κοιλίας μητρός μου και καλέσας δια της χάριτος αυτού αποκαλύψαι τον υιόν αυτού εν εμοί, ίνα ευαγγελίζωμαι αυτόν εν τοις έθνεσιν, ευθέως ου προσανεθέμην σαρκί και αίματι, ουδέ ανήλθον εις Ιεροσόλυμα προς τους προ εμού αποστόλους, αλλά απήλθον εις Αραβίαν, και πάλιν υπέστρεψα εις Δαμασκόν. Έπειτα μετά έτη τρία ανήλθον εις Ιεροσόλυμα ιστορήσαι Πέτρον, και επέμεινα προς αυτόν ημέρας δεκαπέντε· έτερον δε των αποστόλων ουκ είδον ει μη Ιάκωβον τον αδελφόν του Κυρίου».
Απόδοση
«Σας κάνω γνωστό, αδελφοί, ότι το ευαγγέλιον, το οποίο κηρύχθηκε από εμένα, δεν είναι ανθρώπινο, διότι ούτε το πήρα ούτε το διδάχθηκα από ανθρώπους αλλά με αποκάλυψη του Ιησού Χριστού. Έχετε ακούσει, βέβαια, την άλλοτε διαγωγή μου εις τον Ιουδαϊσμό, ότι δηλαδή υπερβολικά καταδίωκα την εκκλησία του Θεού και την πολεμούσα. Και είχα μεγαλύτερες προόδους στον Ιουδαϊσμὸ από πολλούς συνομηλίκους συμπατριώτες μου, με τον υπερβολικό ζήλο που έδειχνα για τις πατρικές μου παραδόσεις. Όταν όμως ευδόκησε ο Θεός, ο οποίος με ξεχώρισε από την κοιλιά της μητέρας μου και με κάλεσε δια της χάριτός του, να αποκαλύψει μέσα μου τον Υιόν του, για να κηρύττω αυτόν στα έθνη, αμέσως δεν συμβουλεύθηκα ανθρώπους, ούτε ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα προς εκείνους που ήταν απόστολοι πριν από εμένα, αλλά έφυγα στην Αραβία και πάλιν επέστρεψα στη Δαμασκό. Έπειτα, ύστερα από τρία χρόνια, ανέβηκα στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσω τον Πέτρο και έμεινα κοντά του δέκα πέντε μέρες. Άλλον από τους αποστόλους δεν είδα παρά τον Ιάκωβο, τον αδελφό του Κυρίου»
Ερμηνεία
Ο Απόστολος Παύλος απευθύνεται προς τους Γαλάτας και τους λέγει ότι το Ευαγγέλιο που κήρυξε σ’ αυτούς δεν είναι επινόηση του ανθρώπου. Όχι μόνο οι άλλοι Απόστολοι αλλά κι’ αυτός ο ίδιος δεν παρέλαβε αυτό από άνθρωπο, ούτε το διδάχθηκε από άνθρωπο, αλλά το παρέλαβε κατ’ ευθείαν δι’ αποκαλύψεως του Θεού. Στη συνέχεια υπενθυμίζει ποια ήταν η διαγωγή του προτού πιστέψει στο Χριστό. Ιουδαίος στην καταγωγή ανήκε στις τάξεις των Φαρισαίων, εκπαιδεύτηκε στα Ιεροσόλυμα το Μωσαϊκό νόμο και από νεαρά ηλικία έδειξε μεγάλο ζήλο για τη δόξα του Θεού. Γι’ αυτό όταν η νέα θρησκεία του Ιησού άρχισε να ξαπλώνεται σ’ όλη την Ιουδαία και πέραν αυτής έγινε σφοδρός διώχτης και πολέμιός της. Κατά τη διάρκεια αυτού του διωγμού φωτίστηκε δι’ αποκαλύψεως από τον ίδιο τον Κύριο και από διώχτης των Χριστιανών έγινε ο πλέον θερμός υποστηριχτής του Χριστού. Απαρνήθηκε τις Ιουδαϊκές παραδόσεις και έστρεψε όλη του την αγάπη και φλογερό ζήλο υπέρ της νέας θρησκείας του Ιησού.
Σαν διώχτης των Χριστιανών πήγαινε στη Δαμασκό αποφασισμένος να τους συλλάβει και να τους αιχμαλωτίσει. Στη πορεία όμως προς τη Δαμασκό έγινε η θαυματουργική του μεταστροφή. Ο Άγιος Λουκάς και ο Απόστολος Παύλος όταν μιλούν γι’ αυτή του τη μεταστροφή λένε τα γεγονότα χωρίς να δίδουν σ’ αυτά φυσική εξήγηση. Στα γεγονότα αυτά ο Θεός μιλά και ο Απόστολος υπακούει. Όταν ο Θεός ομιλεί οι άνθρωποι δεν ζητούν εξηγήσεις.
Τρία χρόνια μετά τη κλήση του ο Παύλος πήγε στα Ιεροσόλυμα για να γνωρίσει προσωπικά τον Απόστολο Πέτρο. Έμεινε κοντά του δεκαπέντε μέρες και δεν είδε άλλον Απόστολο εκτός από τον Ιάκωβο τον Αδελφόθεο. Αυτό αποδεικνύει εκείνο που είπε στην αρχή ότι το ευαγγέλιο και το κήρυγμά του «ουκ έστι κατά άνθρωπο». Δε το διδάχτηκε από άνθρωπο και επομένως ούτε από τους άλλους Αποστόλους.
Ενθουσιασμένος ο Απόστολος Παύλος από το τρόπο της μεταστροφής του, από το περιεχόμενο και την ανωτερότητα της νέας του πίστης αποφάσισε να τη κηρύξει σ’ όλους τους ανθρώπους. Πράγματι όταν οποιοσδήποτε άνθρωπος μελετήσει τη διδασκαλία του Σωτήρα Χριστού θα πεισθεί ότι το Ευαγγέλιο είναι διδασκαλία από Θεού. Ουδέποτε ελάλησε άνθρωπος όπως ο Κύριος Ιησούς και κανείς δεν έδωσε τόσο σαφή εικόνα του άπειρου Θεού. Το ιερό Ευαγγέλιο είναι ουράνια διδασκαλία, το πνευματικό «μάννα» του ουρανού, το προσκλητήριο της αγάπης, της ειρήνης, της χαράς και της εν Χριστώ Ιησού σωτηρίας. Ο Κύριος δεν έφερε απλά εκ του Ουρανού το θησαυρό της αλήθειας, αλλά έλαβε πρόνοια να το μεταδώσει σ’ όλο τον κόσμο. Για το σκοπό αυτό εξέλεξε τους Αποστόλους για να τη μεταδώσουν σ’ όλα τα έθνη. Οι Απόστολοι στη συνέχεια εξέλεξαν τους διαδόχους τους επισκόπους και ιερείς, ώστε δια μέσου της Εκκλησίας να μένει στους ανθρώπους εις τους αιώνας. Σημαντικότατο ρόλο στη διάδοση του Ευαγγελίου διεδραμάτισε ο Απόστολος Παύλος. Γνώριζε τη δύναμη του Ευαγγελίου και αγωνιζόταν μέρα και νύκτα να καταστήσει όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους, κοινωνούς της θείας αυτής ευεργεσίας.
Για το Χριστιανό που θέλει να είναι ενεργό μέλος της Εκκλησίας, το κήρυγμα και η διάδοση του Ευαγγελίου πρέπει να είναι διαρκές μέλημά του. Με την πίστη του, τη σωστή ζωή του, με το λόγο του, με την προσευχή του, καλείται ο Χριστιανός να γίνει ένας ευλογημένος ευαγγελιστής. Ένας απόστολος της αλήθειας του Χριστού. Ένας κήρυκας της σωτηρίας.
«Eάν γαρ ευαγγελίζομαι,ουκ έστι μοι καύχημα, ανάγκη γαρ μοι επίκειται. Ουαί δε μοι έστιν εάν μη ευαγγελίζομαι» (Α΄ Κορινθ θ΄,16)
πηγη
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 13 Νοέμ 2016, 22:48

Κυριακή Η΄ Λουκά, Ευαγγ. ανάγνωσμα: Λουκά 10, 25-37 (13-11-2016)
Καὶ ἰδοὺ νομικός τις ἀνέστη ἐκπειράζων αὐτὸν καὶ λέγων· Διδάσκαλε, τί ποιήσας ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω; ὁ δὲ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ἐν τῷ νόμῳ τί γέγραπται; πῶς ἀναγινώσκεις; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν· εἶπε δὲ αὐτῷ· Ὀρθῶς ἀπεκρίθης· τοῦτο ποίει καὶ ζήσῃ. ὁ δὲ θέλων δικαιοῦν ἑαυτὸν εἶπε πρὸς τὸν Ἰησοῦν· Καὶ τίς ἐστί μου πλησίον; ὑπολαβὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· Ἄνθρωπός τις κατέβαινεν ἀπὸ Ἱερουσαλὴμ εἰς Ἰεριχὼ, καὶ λῃσταῖς περιέπεσεν· οἳ καὶ ἐκδύσαντες αὐτὸν καὶ πληγὰς ἐπιθέντες ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανῆ τυγχάνοντα. κατὰ συγκυρίαν δὲ ἱερεύς τις κατέβαινεν ἐν τῇ ὁδῷ ἐκείνῃ, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἀντιπαρῆλθεν. ὁμοίως δὲ καὶ Λευῒτης γενόμενος κατὰ τὸν τόπον, ἐλθὼν καὶ ἰδὼν ἀντιπαρῆλθε. Σαμαρείτης δέ τις ὁδεύων ἦλθε κατ’ αὐτὸν, καὶ ἰδὼν αὐτὸν ἐσπλαγχνίσθη, καὶ προσελθὼν κατέδησε τὰ τραύματα αὐτοῦ ἐπιχέων ἔλαιον καὶ οἶνον, ἐπιβιβάσας δὲ αὐτὸν ἐπὶ τὸ ἴδιον κτῆνος ἤγαγεν αὐτὸν εἰς πανδοχεῖον καὶ ἐπεμελήθη αὐτοῦ· καὶ ἐπὶ τὴν αὔριον ἐξελθὼν, ἐκβαλὼν δύο δηνάρια ἔδωκε τῷ πανδοχεῖ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἐπιμελήθητι αὐτοῦ, καὶ ὅ,τι ἂν προσδαπανήσῃς, ἐγὼ ἐν τῷ ἐπανέρχεσθαί με ἀποδώσω σοι. τίς οὖν τούτων τῶν τριῶν πλησίον δοκεῖ σοι γεγονέναι τοῦ ἐμπεσόντος εἰς τοὺς λῃστάς; ὁ δὲ εἶπεν· Ὁ ποιήσας τὸ ἔλεος μετ’ αὐτοῦ. εἶπεν οὖν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Πορεύου καὶ σὺ ποίει ὁμοίως.
Απόδοση στη Νεοελληνική
Σηκώθηκε τότε ξαφνικά ένας νομικός και θέλοντας να τον δοκιμάσει είπε: Δάσκαλε, τι πρέπει να κάνω για να κληρονομήσω αιώνια ζωή; Kι ο Ιησούς του είπε: Στο νόμο τι είναι γραμμένο; Τι διαβάζεις; Εκείνος αποκρίθηκε: Nα αγαπήσεις τον Kύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου, κι επίσης τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου. Τότε ο Ιησούς του είπε: Ορθά αποκρίθηκες. Αυτό να κάμνεις και θα ζήσεις. Εκείνος όμως, θέλοντας να δικαιολογήσει τον εαυτό του, είπε στον Ιησού: Kαι ποιος είναι ο πλησίον μου; Πήρε τότε αφορμή από αυτό ο Ιησούς και είπε: Kάποιος κατέβαινε από την Iερουσαλήμ στην Iεριχώ. Έπεσε όμως σε χέρια ληστών, οι οποίοι, αφού τον ξεγύμνωσαν και τον καταπλήγωσαν, τον άφησαν μισοπεθαμένο κι έφυγαν. Kατά σύμπτωση, από το δρόμο εκείνο κατέβαινε ένας ιερέας, και παρόλο που τον είδε, τον προσπέρασε. Το ίδιο έκανε κι ένας Λευίτης, που παρουσιάστηκε στον τόπο εκείνο. Αφού ήρθε και είδε, συνέχισε το δρόμο του χωρίς να προσφέρει βοήθεια. Όμως ένας Σαμαρείτης ταξιδιώτης έφτασε κι αυτός στον τόπο που ήταν ο πληγωμένος, και μόλις τον είδε τον σπλαχνίστηκε. Πήγε τότε κοντά του και επέδεσε τα τραύματά του χύνοντας πάνω τους λάδι και κρασί. Κατόπιν τον ανέβασε στο δικό του ζώο, τον πήγε σε ένα πανδοχείο και τον περιποιήθηκε. Kαι την επόμενη μέρα βγήκε, κι αφού έβγαλε δυο δηνάρια, τα έδωσε στον πανδοχέα και του είπε: Φρόντισέ τον κι ό,τι παραπάνω ξοδέψεις, θα σου τα πληρώσω εγώ στην επιστροφή μου. Ποιος, λοιπόν, από τους τρεις αυτούς, νομίζεις πως έγινε ο πλησίον εκείνου που έπεσε στους ληστές; Kι εκείνος είπε: Αυτός που τον περιποιήθηκε με ευσπλαχνία. Τότε ο Ιησούς του είπε: Πήγαινε και να κάνεις κι εσύ το ίδιο.
Η αγάπη προς τον πλησίον
Η ευαγγελική περικοπή που σήμερα ακούσαμε είναι η γνωστή παραβολή του καλού Σαμαρείτου. Αφού ο Κύριος μας ερωτήθηκε από ένα νομικό, δάσκαλο δηλαδή του Μωσαϊκού Νόμου, απαντά στο ερώτημα «τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» Τι πρέπει, δηλαδή, να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;
Ο ιερός Ευαγγελιστής σημειώνει για το νομικό και το εξής: «εκπειράζων αυτόν», ήθελε δηλαδή να παγιδεύσει τον Ιησού, να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Δεν τον πίστευε ως Θεό και τη διδασκαλία του τη θεωρούσε αντίθετη με όσα έλεγε ο Νόμος του Μωϋσέως. Προσήλθε λοιπόν στο Χριστό χωρίς αγαθή πρόθεση, θέλοντας απλά μέσα από τη συζήτηση να φανεί η αντίθεση του Χριστού με το Νόμο πράγμα που θα σήμαινε, πως ούτε Θεός ήταν, ούτε προερχόταν «εκ Θεού».
Ο Χριστός όμως που «γινώσκει τα κρύφια των καρδιών ημών», παρόλο που γνωρίζει ότι ο νομικός δεν αγνοεί την απάντηση στο ερώτημα που ο ίδιος έθεσε, εντούτοις απαντά στο νομικό. Αυτός που ήλθε «σώσαι το απολωλός» δεν τον αποπαίρνει για το ύπουλο ερώτημά του, αλλά απαντά με νέο ερώτημα «εν τω νόμω τι γέγραπται; πώς αναγινώσκεις;»
Στο ερώτημα λοιπόν του Χριστού «τι γράφει ο Νόμος, τι διαβάζεις σ’ αυτόν» ο νομικός απαντά:«αγαπήσεις Κύριον τον Θεόν σου εξ όλης της καρδίας σου και εξ όλης της ψυχής σου και εξ όλης της ισχύος σου και εξ όλης της διανοίας σου, και τον πλησίον σου ως εαυτόν». Μέχρι εδώ πολύ ωραία τα είπε ο νομικός. Είναι αλήθεια πως δεν υστερούσε στην εξωτερική γνώση του Νόμου. Γνώριζε το γράμμα και αγνοούσε το πνεύμα. Γι’ αυτό ο Χριστός προχωρεί στην ουσία, στο «ποίει», στην έμπρακτη δηλαδή εφαρμογή όλων αυτών που γνωρίζει διανοητικά ο άνθρωπος.
#Έτσι με όσα εξέφρασε ο νομικός για το Νόμο και με αυτό που υπέδειξε ο Χριστός «τούτο ποίει και ζήση» αποδείχθηκε ότι ο Χριστός δεν διδάσκει αντίθετα από τον Νόμο, «ουκ ήλθε καταλήσαι αλλά πληρώσαι», αλλά ήλθε για να δώσει πληρότητα με την αγάπη στο Θεό και τον άνθρωπο. Η αγάπη δεν είναι ένας κανόνας που τον αποστηθίζουμε, όπως έκανε ο νομικός, αλλά υπέρβαση της αυτοαγάπης, του εγωϊσμού και της φιλαυτίας μας για να μπορέσει να ζήσει και ο «άλλος».
Ο «πλησίον»
Ο νομικός ακούοντας και τον έπαινο από το Χριστό, «ορθώς απεκρίθης», φαίνεται πως υπερυψώθηκε η αλαζονεία του. Θέλοντας να δικαιολογηθεί γι’ αυτό που ρώτησε, αφού ήξερε την απάντηση, ρώτησε τον Χριστό: και ποιος είναι «πλησίον» μου; Το ζήτημα αυτό απασχολούσε σοβαρά τους Ιουδαίους κατά την εποχήν αυτήν. Πολλοί υποστήριζαν ότι ο νόμος εξαιρεί όλους τους εθνικούς όταν λέγει πλησίον. Θεωρούσε λοιπόν ο νομικός εκείνος αποκλειστικά τον εαυτό του δίκαιο, ενάρετο, βαθύ γνώστη του νόμου και γι’ αυτό κανένας δεν βρισκόταν που να του μοιάζει ώστε να είναι «πλησίον» του.
Ο Χριστός όμως αναιρεί τις προϋποθέσεις του νομικού. Διδάσκει πως το κοινό που έχει μ’ εμάς κάποιος, για να είναι «πλησίον» μας, δεν είναι ούτε το αξίωμα ούτε η αρετή, ούτε ο τόπος καταγωγής, ούτε οτιδήποτε άλλο, παρά μόνο η κοινή ανθρώπινη φύση. Όσοι μετέχουν σ’ αυτή είναι πλησίον μας. Σ’ αυτούς οφείλουμε κι εμείς να είμαστε «πλησίον» τους με την αγάπη, τη φροντίδα, την καλή μας διάθεση, και ιδιαιτέρως όταν βρίσκονται σε δύσκολη θέση και έχουν ανάγκη βοηθείας.Στη παραβολή ο Χριστός με τρόπο σαφή και παραστατικό διεκτραγωδεί τη συμφορά ενός Ιουδαίου, που κατέβηκε από την Ιερουσαλήμ στην Ιεριχώ και έπεσε στα χέρια ληστών, οι οποίοι με σκληρότητα και απανθρωπιά τον γύμνωσαν, του πήραν ότι είχε και στη συνέχεια τον κτύπησαν χωρίς οίκτο. Αφού χωρίς έλεος τον γέμισαν πληγές σ’ όλο του το σώμα τον άφησαν αναίσθητο, «ημιθανή» όπως αναφέρει ο Χριστός.
Ο ιερέας και ο λευΐτης
Συνέπεσε – λέγει ο Κύριος – να περάσει απ’ εκεί πρώτα ένας ιερέας και στην συνέχεια ένας λευΐτης, Ιουδαίοι και οι δύο, εκπρόσωποι του νόμου και των προφητών, θρησκευτικοί ηγέτες και δάσκαλοι.
Και ενώ και οι δύο γνώριζαν και δίδασκαν με βάση το γράμμα του νόμου για τη διπλή αγάπη στον Θεό και τον «πλησίον», εντούτοις «ιδών αυτόν αντιπαρήλθαν». Η παραβολή δεν μας δίνει καμιά εξήγηση για τη στάση των δύο θέλοντας να τονίσει την στάση του τρίτου προσώπου της διηγήσεως, του Σαμαρείτη. Ενός ανθρώπου που για τον Ιουδαίο σήμαινε αιρετικός, ακάθαρτος και απόβλητος.
Ο Σαμαρείτης
Μετά τον ιερέα και τον λευΐτη λοιπόν ήλθε στον τόπο εκείνο κάποιος άλλος, ξένος ως προς την εθνικότητα, Σαμαρείτης. Είδε τον δυστυχισμένο άνθρωπο πεσμένο στην άκρη του δρόμου και τον συμπόνεσε. Έσκυψε, έπλυνε τις πληγές, έδεσε τα τραύματά του, τον ανέβασε στο ζώο του, τον μετέφερε στο πανδοχείο, τον φρόντισε με κάθε επιμέλεια. Ακόμη πλήρωσε γι’ αυτόν. Έδωσε την εντολή να συνεχίσουν την φροντίδα και υποσχέθηκε, πως όταν σε κάποιο καιρό επιστρέψει θα πλήρωνε ότι επιπλέον κόστιζε η θεραπεία του. Με όλη αυτή τη φροντίδα του Σαμαρείτη, ο πληγωμένος σώθηκε από βέβαιο θάνατο.
Η αγάπη μας να εκφράζεται έμπρακτα
Η αγάπη και τα φιλάνθρωπα αισθήματα μας για τον πλησίον δεν πρέπει να περιορίζονται σε λόγια μόνο. Είναι ανάγκη να μεταφράζονται σε πράξεις και συγκεκριμένες ενέργειες.
Όπως η πίστη έτσι και η αγάπη αν δεν συνοδεύεται από τα ανάλογα έργα, είναι νεκρή και ανώφελη. Αυτή την έμπρακτη αγάπη, την αγάπη των έργων, μας δείχνει ο καλός Σαμαρείτης. Αυτήν αποζητά και ο πλησίον μας. Ο φτωχός θέλει βοήθεια, ο πεινασμένος ψωμί, ο γυμνός ένδυμα, ο φυλακισμένος την επίσκεψη, ο άρρωστος τη συμπαράσταση, ο κατάκοιτος την περιποίηση.
Ο άγιος Ιάκωβος ο αδελφόθεος, θέλοντας να τονίσει το χρέος της έμπρακτης αγάπης λέγει: «Εάν ένας αδελφός ή μια αδελφή δεν έχουν να ντυθούν και να συντηρηθούν και κάποιος από σας τους πει, «Πηγαίνετε στο καλό, ζεσταθείτε και χορταστείτε», και δεν τους δώσετε τα αναγκαία για το σώμα, ποιο το όφελος;»(Ιακ 2, 15-16). Τα λόγια όσο καλά κι αν είναι δεν ωφελούν όταν ο άλλος έχει ανάγκη από την έμπρακτη αγάπη μας. «Τεκνία», μας συμβουλεύει ο Ευαγγελιστής της αγάπης, «μη αγαπώμεν λόγω, μηδέ γλώσση, αλλ’ εν έργω και αληθεία» (Α΄ Ιω. 3,18).
Με την παραβολή αυτή ο Χριστός δίδαξε όχι μόνο τον νομικό αλλά και τον κάθε άνθρωπο, πως κληρονομείται η αιώνια ζωή και πως με τη ζωή ως αγάπη στον Θεό και τον άνθρωπο, ζούμε από τώρα την αιώνια ζωή. Η αγάπη είναι τροφός και μητέρα της αιώνιας ζωής. Αν ζήσουμε την παρούσα ζωή ως αγάπη και κοινωνία με τον Θεό και τον άνθρωπο, θα ενωθούμε με τον Θεό και αυτή η ένωση θα είναι «Θεία και ανεννόητος (άπειρος) ηδονή», ενώ για όσους αρνηθούν την αγάπη θα είναι «ανεκλάλητος οδύνη» (άγιος Μάξιμος). Αυτή δε η ζωή ως αγάπη είναι καρπός της νεκρώσεως των παθών μας.
Στο τέλος της Παραβολής ο Χριστός ερωτά τον νομικό: ποιος από τους τρεις έγινε «πλησίον» του «εμπεσόντος εις τους ληστάς;». Την ερώτηση δηλαδή του νομικού: «ποιός είναι», ο Χριστός τη μεταποίησε στο «ποιός έγινε». Και όταν ο νομικός απάντησε: Αυτός που του έδειξε αγάπη, ο Χριστός του απάντησε: πήγαινε και κάνε και συ το ίδιο, δηλαδή γίνε πλησίον όλων με το να αγαπάς και να ελεείς, όπως ο Σαμαρείτης. Αυτό που θα ζεις κατ’ αυτό τον τρόπο, την αγάπη δηλαδή που θυσιάζεται, είναι η αιώνια ζωή.
Αλληγορική ερμηνεία
Ο καλός Σαμαρείτης δεν είναι άλλος από τον Κύριο μας Ιησού. Ήρθε στον κόσμο, έγινε άνθρωπος, δίδαξε και θαυματούργησε, σταυρώθηκε και αναστήθηκε και τέλος ίδρυσε την εκκλησία του, το μεγάλο τούτο πανδοχείο, από αγάπη και μόνο για εμάς. Για όλους εμάς τους ανθρώπους που ήμασταν πεσμένοι και πληγωμένοι από τους νοητούς ληστές, τους δαίμονες. Εκείνος μας αγάπησε, έσκυψε πάνω μας, έπλυνε τις πληγές και έδεσε τα τραύματα μας. Μας οδήγησε στην Εκκλησία του. Και από κει μας υποδέχεται στην ουράνια Βασιλεία του.
πηγη
------------------------------------------

Μνήμη αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, Αποστ. Ανάγνωσμα: Εβρ. 7,26-28, 8,1-2 (13-11-2016)
Αδελφοί, τοιούτος ημίν έπρεπεν αρχιερεύς, όσιος, άκακος,αμίαντος, κεχωρισμένος από των αματωλών και υψηλότερος των ουρανων γενόμενος, ος ουκ έχει καθ’ ημέραν ανάγκην, ώσπερ οι αρχιερείς, πρότερον υπέρ των ιδίων αμαρτιών θυσίας αναφέρειν, έπειτα των του λαού˙ τούτο γαρ εποίησεν εφάπαξ εαυτόν ανενέγκας. Ο νόμος γαρ ανθρώπους καθίστησιν αρχιερείς έχοντας ασθένειαν, ο λόγος δε της ορκομοσίας της μετά τον νόμον υιόν εις τον αιώνα τετελειωμένον. Κεφάλαιον δε επι τοις λεγομένοις, τοιούτον έχομεν αρχιερέα, ος εκάθισεν εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν τοις ουρανοίς, των Αγίων λειτουργός και της σκηνής της αληθινής, «ήν έπηξεν ο Κύριος», και ουκ άνθρωπος.
Νεοελληνική Απόδοση
Αδελφοί, τέτοιος αρχιερέας μας χρειαζόταν˙ άγιος, άκακος, αψεγάδιαστος, χωρίς καμιά σχέση με την ανθρώπινη αμαρτία, ο οποίος ανέβηκε πάνω απο τα ουράνια. Αυτός δεν έχει ανάγκη, όπως οι άλλοι αρχιερείς, να προσφέρει καθημερινά θυσίες, πρώτα για τις δικές του αμαρτίες, κι ύστερα για τις αμαρτίες του λαού. Αυτό το έκανε μια για πάντα, προσφέροντας τον ίδιο τον εαυτό του. Ο νόμος εγκαθιστά αρχιερείς ανθρώπους με ατέλειες. Τα λόγια όμως του όρκου, ο οποίος δόθηκε μετά τον νόμο, εγκαθιστούν αρχιερέα τον Υιό, που είναι και παραμένει αιώνια τέλειος. Το βασικό στοιχείο των όσων είπαμε είναι πως εμείς έχουμε αρχιερέα τέτοιον, που ανέβηκε στα ουράνια και κάθεται στα δεξιά της μεγαλοσύνης του Θεού. Ως αρχιερέας υπηρετεί στα άγια των αγίων και στην αληθινή σκηνή του μαρτυρίου, την οποία δεν την έστησε άνθρωπος, αλλά ο Θεός.
Σχολιασμός
Την Κυριακή, 13 Νοεμβρίου, διαβάζουμε στη Θεία Λειτουργία το αποστολικό ανάγνωσμα της εορτής του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Το συγκεκριμένο ανάγνωσμα διαβάζεται στη μνήμη Ιεραρχών λόγω της αναφοράς του στην ιερωσύνη του Ιησού Χριστού και είναι παρμένο από την προς Εβραίους Επιστολή.
Η προς Εβραίους Επιστολή είναι γραμμένη σε ανώτερη κοινή γλώσσα και δίνει περισσότερο την εντύπωση πραγματείας παρά επιστολής. Μέσα από την επιστολή αυτή βλέπουμε να υπάρχει μια ταυτότητα εμπειρίων μεταξύ της Παλαίας και της Καινής Διαθήκης. Βλέπουμε το πώς ο Θεός, μέσα απο αυτά που προηγήθηκαν στην Παλαία Διαθήκη, προετοίμασε το λαό του για την έλευση του Χριστού. Μπορούμε ακόμη να δούμε το πώς ερμηνεύεται χριστολογικά η Παλαιά Διαθήκη. Μέσα απο το συγκεκριμένο αποστολικό ανάγνωσμα βλέπουμε να γίνεται αναφορά στο αρχιερατικό αξίωμα του Κυρίου ο οποίος αποτελεί τον αληθινό μέγα αρχιερέα. Βλέπουμε ακόμη να τονίζεται η ανωτερότητα του Κυρίου και του ουρανίου θυσιαστηρίου έναντι του Ιουδαίου αρχιερέα και του επίγειου θυσιαστηρίου που βρισκόταν στον ιουδαϊκό ναό.
Στην αρχή του 7ου κεφαλαίου βλέπουμε να γίνεται αναφορά στην ιερωσύνη του Μελχισεδέκ, η οποία τελειώνει με μια τυπολογική σύγκριση μεταξύ του Χριστού και του Μελχισεδέκ. Τη σύγκριση αυτή την βρίσκουμε στον στίχο 4 του 109 ψαλμού οπού μας αναφέρει για τον ερχόμενο Μεσσία: «Συ ιερεύς εις τον αιώνα κατά την τάξιν Μελχισεδέκ». Ο Μελχισεδέκ ήταν βασιλιάς της Σαλήμ και ιερέας του υψίστου Θεού. Ο Αβραάμ επιστρέφοντας απο τη νικηφόρα μάχη κατά των βασιλέων συνάντησε τον Μελχισεδέκ, ο οποίος τον ευλόγησε. Τόσο μεγάλος ήταν ο Μελχισεδέκ, ώστε ο Αβραάμ του έδωσε το ένα δέκατο απ’ όλα του τα λάφυρα. Το όνομα Μελχισεδέκ σήμαίνει πρώτον «βασιλίας δικαιοσύνης» και δεύτερο «βασιλιάς ειρήνης». Για τον Μελχισεδέκ δεν γνωρίζει κανένας τον πατέρα ή την μητέρα του ή το γενεαλογικό του δένδρο, ούτε πότε γεννήθηκε ούτε πότε πέθανε. Παραμένει παντοτινά ιερέας και μοιάζει έτσι με τον Υίο του Θεού.
Η αρχιερωσύνη του Χριστού δεν μπορεί να συγκριθεί σύμφωνα με τους τύπους της Παλαίας Διαθήκης που χρησιμοποιούνταν για τη λατρεία του Θεού. Οι αρχιερείς της Παλαιάς Διαθήκης πρόσφεραν αιματηρές θυσίες ζώων για εξαγνισμό τόσο των δικών τους αμαρτιών όσο και για των αμαρτιών του λάου. Αντίθετα μ’ αυτούς ο Ιησούς Χριστός, βλέπουμε ότι πρόσφερε μια για πάντα τον εαυτό του ως θυσία για τη σωτηρία ολόκληρου του ανθρωπίνου γένους, το οποίο βρισκόταν κάτω από την αμαρτία. Η θυσία του Χριστού προσφέρθηκε μια για πάντα και απέδωσε πολύ περισσότερα από όσα δεν απέδωσαν όλες μαζί οι θυσίες των αρχιερέων.
Ο απόστολος Παύλος μας παρουσιάζει τον Θεό να ορκίζεται για τον Χριστό ότι θα είναι ιερέας για πάντα όπως ο Μελχισεδέκ. Έτσι ο Χριστός γίνεται εγγυητής μιας ανώτερης διαθήκης και καταργούνται οι παλιές διατάξεις του μωσαϊκού νόμου. Οι ιερείς στην Παλαία Διαθήκη γίνονταν χωρίς τέτοιον όρκο από μέρους του Θεού. Ο όρκος ο οποίος δίνεται έδω από το Θεό δεν αθετείται αλλά δίνει ένα μεγαλύτερο κύρος στο ιερατικό αξίωμα του Χριστού. Μέσα λοίπον από αυτό το αίωνιο ιερατικό αξίωμα του Χριστού φαίνεται και η ωφέλεια για έμας τους ανθρώπους. Ο Χριστός επειδή παραμένει αιώνιος, σώζει για πάντα όσους πλήσιασουν το Θεό μέσω αυτού. Ζει αιώνια για να μεσιτέυει γι’ αύτους.
Τέτοιος λοιπόν αρχιερέας μας χρειαζόταν, που να είναι όσιος, δήλαδη χωρίς αμαρτίες, να είναι αγιασμένος από το Θεό, να λείπει από αυτόν η κλήση προς την αμαρτία για να μπορέσει να σώσει τους ανθρώπους. Να είναι άκακος δήλαδη να μην έχει κακία, πονηρία και μοχθηρία. Να είναι αμίαντος χωρίς δηλάδη το μίασμα της αμαρτίας. Μέσα από αυτούς τους χαρακτηρισμούς φαίνεται η καθαρότητα της ανθρώπινης φύσεως του Χριστού. Ο νόμος που υπήρχε εγκαθιστούσε αρχιερείς ανθρώπους μς ατέλειες. Ο όρκος όμως που δόθηκε μέτα το νόμο καθιστούσε αρχιερέα τον Υίο του Θεού, ο οποίος είναι και παραμένει αίωνιος. Ο αρχιερέας αυτός ανέβηκε στα ουράνια και κάθησε στα δεξία του θρόνου της μεγαλωσύνης του Θεού. Εκεί υπηρετεί στα άγια των αγίων και στην αληθινή σκηνή του μαρτυρίου την οποία κατασκέυασε ο Θεός και όχι ο άνθρωπος.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω βλέπουμε την ανωτερότητα της αρχιερωσύνης του Χριστού, έναντι της αρχιερωσύνης που είχαν οι αρχιερείς της Παλαίας Διαθήκης, στα εξής σήμεια: α) χάρη στην αιώνια ζωή του Χριστού έναντι αυτών οι οποίοι ήταν προσωρινοί, β) χάρη στην υπόσχεση του ιδίου του Θεού οτι θα είναι αιώνια αρχιερέας, ο Χριστός, όπως ο Μελχισεδέκ, ενω οι αρχιερείς της Παλαίας Διαθήκης δεν είχαν αυτη την υπόσχεση από μέρους του Θεού, γ) χάρη στην μοναδικότητα της θυσίας του Χριστού, ο οποίος πρόσφερε τη θυσία του εφάπαξ για όλους τους ανθρώπους, ενω οι αρχιερείς της Παλαίας Διαθήκης πρόσφεραν καθημερινά θυσίες, δ) χάρη στο ότι ο Χριστός έγινε λειτουργός της αληθινής σκηνής που θεμελιώθηκε από τον ίδιο τον Θεό ενώ οι αρχιερείς της Παλαίας Διαθήκης ήταν λειτουργοί της σκηνής που προεικονίζει την αληθινή σκηνή και θεμελιώθηκε από τους ανθρώπους και ε) χάρη στην προσφορά του ιδίου του εαυτού του Χρίστου ως θυσίας, ενώ οι αρχιερείς της Παλαίας Διαθήκης πρόσφεραν διάφορα ζώα ως θυσίες.
Οι λόγοι του σημερινού αποστολικού αναγνώσματος αναφέρονται στην εόρτη του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου του οποίου τη μνήμη τιμά σήμερα η Εκκλησία μας. Η ζωή και το έργο το οποίο μας έχει αφήσει τόσο ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος όσο και οι άλλοι άγιοι της Εκκλησίας βλέπουμε οτι αποτελούν πιστή έφαρμογη της διδασκαλίας της Αγίας Γραφής.
Ο άγιος Ιωαννής ο Χρυσόστομος γεννήθηκε στην Αντιόχεια γύρω στο 354 μ. Χ. Ο πατέρας του όνομαζόταν Σεκούνδος και ήταν ανώτερος αξιωματικός του στρατού της Συρίας. Η μητέρα του ονομαζόταν Ανθούσα και έμηνε χήρα σε ηλικία 20 χρονών, άφου λίγο χρόνο μέτα τη γέννηση του παιδιού της πέθανε ο άντρας της. Πάρολο το νεαρό της ηλικίας της δεν σκέφτηκε να ξαναπαντρευτεί αλλά αφοσιώθηκε στην ανατροφή και τη μόρφωση του παιδιού της. Ο Ιωάννης ήταν ευφυέστατο μυαλό και σπούδασε πολλές επιστήμες στην Αντιόχεια κόντα στον διακεκριμένο διδάσκαλο Λιβάνιο. Τη μεγάλη του ευφυΐα επαινούσε και ο διδάσκαλος του ρήτορας Λιβάνιος, ο οποίος όταν ρωτήθηκε πρός τα τέλη της ζωής του ποιον θα άφηνε διάδοχό του, απάντησε: «τον Ιωάννη, αν δεν τον είχαν κλέψει οι χριστιανοί». Ακολούθως μεταβαίνει στην Αθήνα για συνέχιση των σπουδών του, όπου γνωρίζει το Μέγα Βασίλειο. Με το τέλος των σπουδών του εξασκεί για πολύ λίγο χρονικό δίαστημα το επάγγελμα του δικηγόρου ή του διδασκάλου της ρητορικής και ακολούθως αποσύρεται στην έρημο της Αντιοχείας. Εκεί ασκήτευσε για έξι χρόνια. Στην αρχή κόντα σε κάποιον γέροντα για τέσσερα χρόνια και αργότερα μόνος του σε ένα σπήλαιο για δύο χρόνια.
Εκεί αρρώστησε από κάποια ασθένεια στα νεφρά και επιστρέφει στην Αντιόχεια. Το 381 σε ηλικία 34 ετών χειροτονείται δίακονος από τον Μελέτιο Αντιοχείας. Σε ηλικία 40 ετών χειροτονείται πρεσβύτερος από τον Φλάβιανο ο οποίος διαδέχθηκε το Μελέτιο στον θρόνο της Αντιόχειας. Κατά τη διαρκεία της ιερατικής του διακονίας ανέπτυξε όλα τα ψυχικά χαρίσματα που δίεθετε. Μιλούσε στα πλήθη της Αντιόχειας με πύρινο θείο ζήλο και ευγλωττία, σείοντας και συγκινώντας τις ψυχές τους.
Την περίοδο εκείνη είχε πεθάνει ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Νεκτάριος και ο πρωθυπουργός Ευτρόπιος πείθει τον βασιλία Αρκάδιο οτι ο Χρυσόστομος είναι ο καταλλήλοτερος για να αναλάβει τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της πρωτέυουσας. Έτσι με κοινή ψήφο του βασιλία και του κλήρου χειροτονείται αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπώλεως στις 15 Δεκεμβρίου του 397. Από τη θέση του αυτή συνέχισε να ερμηνευεί την Αγία Γραφή, να είναι ασκητικός και να γυρίζει σε όλους τους ναούς της βασιλεύουσας κάνοντας ομιλίες. Ελέγχει και στηλιτεύει κάθε παρανομία και κακία χωρίς φόβο. Αυτό έγινε αιτία να δημιουργήσει αρκετούς εχθρούς, μέχρι και την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία την οποία ήλεγχε συχνά για την συμπεριφορά της. Το 403 η αυτοκράτειρα Ευδοξία συγκαλεί σύνοδο με 36 επισκόπους στο χωριό Δρυ της Χαλκηδόνας και καθαιρεί και εξορίζει τον Χρυσόστομο. Η απόφασή της αυτή εξοργίζει τα πλήθη και έτσι αναγκάζεται να τον ανακαλέσει η ίδια από την εξορία και να τον αποκαταστήσει ξανά και πάλι στον θρόνο του. Δεν πέρασε πολύς καιρός και ο Χρυσόστομος την ελέγχει και πάλι για ένα άγαλμα αργυρό που παρίστανε την Ευδοξία και στήθηκε στην πλατεία της γερουσίας απέναντι του καθεδρικού ναού. Εκεί γίνονταν πανηγύρεις που είχαν ειδωλολατρικό χαρακτήρα. Το 404 τον εξορίζει για δεύτερη φορά στο χωριό Κουκουσό που βρίσκεται στα σύνορα της Καππαδοκίας με την Αρμενία.
Από εκεί συνέχισε με επιστολές να παρηγορεί και να στηρίζει το ποίμνιο του. Από την Κουκουσό μεταφέρεται στα Κόμανα του Πόντου όπου μετά από πολλές κακουχίες και ταλαιπωρίες πεθαίνει στις 14 Σεπτεμβρίου του 407 μ.Χ. Η Εκκλησία, λόγω της μεγάλης εορτής της Υψώσεως του Τίμιου Σταυρού, μετέφερε την μνήμη του στις 13 Νοεμβρίου. Επίσης στις 27 Ιανουαρίου εορτάζουμε την ανακομιδή των λειψάνων του, ενώ στις 30 Ιανουαρίου, ο άγιος Ιωάννης εορτάζει μαζί με τους άλλους δύο μεγάλους Ιεράρχες, Μέγα Βασίλειο και Γρηγόριο Θεολόγο.
Ο ιερός Χρυσόστομος είναι από τους μεγαλύτερους, αν όχι ο μεγαλύτερος εκκλησιαστικός σύγγραφεας. Αυτό φαίνεται από δύο λόγους: α) το μεγάλο όγκο των έργων του που ευτυχώς μας έχουν διασωθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος, β) τη ποιότητα των έργων του από απόψεως γλώσσας, περιεχομένου και έκφρασης. Το μεγαλύτερο μέρος των έργων του Χρυσοστόμου αποτελείται από ομιλίες, ενω το υπόλοιπο από πραγματείες και επιστολές.
πηγη
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Άβαταρ μέλους
panta
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Ιδεογραφίτης Υψηλών Ταχυτήτων
Δημοσιεύσεις: 2062
Εγγραφή: Κυρ 22 Απρ 2007, 13:14
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΑΘΗΝΑΙ
Έδωσε Likes: 2 φορές
Έλαβε Likes: 18 φορές

Re: Ευαγγελικά και αποστολικά αναγνώσματα

Δημοσίευση από panta » Κυρ 27 Νοέμ 2016, 22:43

Κυριακή ΙΓ΄ Λουκά, Ευαγγ. Ανάγνωσμα: Λουκ. 18:18-27
«Και επηρώτησέ τις αυτόν αρχων∙ διδάσκαλε αγαθέ τι ποιήσας ζωήν αιώνιον κληρονομήσω; είπε δε αυτώ ο Ιησούς∙ τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ει μη εις Θεός. Τας εντολάς οίδας∙ μη μοιχέυσεις, μη φονεύσης, μη κλέψεις, μη ψευδομαρτυρήσης, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου. ο δε είπε ∙ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητος μου. Ακούσας δε ταύτα ο Ιησούς είπεν αυτώ∙ έτι εν σοι λείπει∙ πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και εξείς θησαύρον εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι. Ο δε ακούσας ταύτα περίλυπος εγένετο∙ ην γαρ πλούσιος σφόδρα. Ιδών δε αυτόν ο Ιησούς περίλυπον γενόμενον είπε. Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν του Θεού! Ευκοπώτερον γαρ εστί κάμηλον δια τρυμαλίας ραφίδος εισελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν. Είπον δε οι ακούσαντες∙ και τις δύναται σωθήναι; ο δε είπε∙ τα αδύνατα παρά ανθρώποις δυνατά παρά τω Θεώ εστί».

Νεοελληνική Απόδοση
«Κάποιος άρχοντας τον ρώτησε: «Αγαθέ Διδάσκαλε, τι να κάνω για να κληρονομήσω την αιώνια ζωή;» Ο Ιησούς του απάντησε: «Γιατί με αποκαλείς «αγαθό»; Κανένας δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας: ο Θεός. Τις εντολές τις ξέρεις: μη μοιχέυσεις, μη σκοτώσεις, μην κλέψεις, μην ψευδομαρτυρήσεις, τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου». Κι εκείνος του είπε: Όλα αυτά τα τηρώ από τα νιάτα μου». Όταν το άκουσε ο Ιησούς του είπε: «Ένα ακόμα σου λείπει: πούλησε όλα όσα έχεις και δώσε τα χρήματα στους φτωχούς, κι έτσι θα έχεις θησαυρό κοντά στο Θεό∙ και έλα να με ακολουθήσεις». Μόλις εκείνος τ’ άκουσε αυτά, πολύ στεναχωρήθηκε, γιατί ήταν πάμπλουτος. Όταν ο Ιησούς τον είδε πολύ στεναχωρημένο, είπε: «Πόσο δύσκολά αυτοί που έχουν χρήματα θα μπούν στη βασιλεία του Θεού! Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα μέσα από βελονότρυπα, παρά να μπεί ο πλούσιος στη βασιλεία του Θεού». Όσοι τον άκουσαν είπαν: «Τότε ποιος μπορεί να σωθεί; Κι εκείνος τους απάντησε: «Αυτά που για τους ανθρώπους είναι αδύνατα, για το Θεό είναι δυνατά».

Σχολιασμός
«Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των Ουρανών»
Στη σημερινή ευαγγελική περικοπή, ο Ευαγγελιστής Λουκάς, μέσα από το διάλογο του Χριστού και του πλούσιου νέου, προβάλλει αφ’ ενός μεν τη σύγκριση μεταξύ παλαιού Νόμου και του Νόμου του Ευαγγελίου, αφ΄ ετέρου δε τη διδασκαλία του Χριστού για τον πλούτο.
Το χρήμα, ο πλούτος και γενικά η ιδιοκτησία είναι έννοιες που για την κατάκτηση τους γίνεται πολύς αγώνας. Ο άνθρωπος ανέκαθεν επιθυμούσε το χρήμα γιατί του εξασφαλίζει τις ανέσεις και τις χαρές της ζωής. Ο Χριστός δεν στρέφεται αδιάκριτα εναντίον του πλούτου ή των υλικών αγαθών, αλλά καυτηριάζει την λανθασμένη σχέση του ανθρώπου με αυτά. Με λίγα λόγια ο Κύριος θέλει να τονίσει ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να είναι σκλάβος του χρήματος, όπως ο νέος του ευαγγελίου.
Ο νέος αυτός πλησίασε το Χριστό και τον ρώτησε πώς θα μπορέσει να κληρονομήσει την αιώνια ζωή. Ασφαλώς πρόκειται για ένα ερώτημα με πνευματικό περιεχόμενο και που αναφέρεται στον κεντρικό άξονα της διδασκαλίας του Χριστού, που είναι η αγγελία της βασιλείας του Θεού, η κληρονομιά της αιώνιας ζωής. Εξάλλου ο Κύριος μας δίδαξε, στην Κυριακή Προσευχή ( το γνωστό «Πάτερ ημών…»), να ζητούμε την έλευση της βασιλείας του Θεού («ελθέτω η βασιλεία σου»). Η αιώνια ζωή, την οποία αναζητεί ο πλούσιος της ευαγγελικής περικοπής, είναι έννοια συνώνυμη με τη «βασιλεία του Θεού». Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός, ότι ο συνομιλητής του Χριστού ζητά να πληροφορηθεί πως θα κληρονομήσει την αιώνια ζωή, εφ όσον ο Χριστός κατ’ επανάληψη μίλησε για το θέμα αυτό.
Ο Κύριος αρχικά του υπενθυμίζει τις δέκα εντολές, προβάλλοντας έτσι το μωσαϊκό νόμο ως βάση. Στην απάντηση του νέου ότι «ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητος μου», ο Χριστός του απαντά: «Έτι εν σοι λείπει∙ πάντα όσα έχεις πώλησον και διάδος πτωχοίς, και εξείς θησαύρον εν ουρανώ, και δεύρο ακολούθει μοι», για να δώσει με τα λόγια αυτά τη διάσταση της βασιλείας του Θεού και του νέου νόμου του Ευαγγελίου. Ωστόσο ο νέος, ακούγοντας αυτή την προτροπή και κατανοώντας τις συνέπειες που θα είχε το να δώσει όλη την περιουσία του στους πτωχούς και το να ακολουθήσει το Χριστό, «περίλυπος γενόμενος» όπως μας λέει ο Ευαγγελιστής, διότι είχε τεράστια περιουσία, έφυγε από το Χριστό και πήγε στα πλούτη του. Έτσι ο Χριστός είπε ότι είναι πολύ δύσκολο πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού. Δεν είπε ότι είναι αδύνατο, τόνισε όμως πόσο δύσκολο είναι οι πλούσιοι να αποκοπούν από τα πλούτη τους, πόσο δύσκολη είναι η απεξάρτηση από τις απολαύσεις των υλικών αγαθών.
Ίσως γεννάται το ερώτημα, μήπως το Ευαγγέλιο κι η Εκκλησία του Χριστού είναι αντίθετη στον πλούτο και την ιδιοκτησία του ανθρώπου; Όπως είπαμε και πιο πάνω, ο Χριστός δεν καταδικάζει αυτό καθ΄ εαυτό το χρήμα και την ιδιοκτησία. Όμως για τους πλουσίους μιλά συχνά με σκληρά λόγια: «ουαί υμίν τοις πλουσιοίς, ότι απέχετε την παράκλησιν υμών» (Λουκ.6, 24). Όχι γιατί ο πλούτος είναι από μόνος του κακός, αλλά γιατί οι πλούσιοι εύκολα γίνονται δούλοι του χρήματος και ξεχνούν το Θεό.
Από την αντίδραση του πλούσιου νέου διαπιστώνουμε ότι βρίσκεται σε σοβαρή εσωτερική σύγκρουση αρχών και αξιών. Από τη μια είναι ο πλούτος του και από την άλλη η επιθυμία του να σωθεί και να κατακτήσει την αιώνια ζωή. Ωστόσο αν εξετάσουμε τις υποδείξεις του Χριστού προς τον πλούσιο νέο, βλέπουμε ότι θέλει να τον οδηγήσει στην αρετή και στην άσκηση. Επομένως η πρόταση της χριστιανικής ηθικής διδασκαλίας απέναντι στον πλούτο, είναι ότι ο άνθρωπος μέσω της άσκησης και της επιδίωξης της αρετής δύναται να μπορέσει να απαλλαγεί από το πάθος της πλεονεξίας. Η ηθική του χριστιανισμού έναντι του πλούτου δεν έχει μόνο προσωπικές διαστάσεις, αλλά αποσκοπεί και στη φιλανθρωπική διάσταση της χρήσεως του πλούτου και των υλικών αγαθών. Ο Χριστός υπέδειξε στον πλούσιο νέο να πωλήσει τα υπάρχοντα του και να δώσει τα εισοδήματα του στους πτωχούς. Πτωχοί είναι όσοι θέτουν τους εαυτούς τους και τη δύναμη τους στη διακονία του Θεού και των συνανθρώπων τους. Δεν σημαίνει ότι ο Χριστός θέλει να οδηγηθούν οι άνθρωποι στη μιζέρια, αλλά να τους προφυλάξει από την υποδούλωση στον πλούτο. Από την άλλη η πτωχεία από μόνη της δεν σώζει τον άνθρωπο, παρ΄ όλο που ο Χριστός μακαρίζει τους πτωχούς με τα λόγια «μακάριοι οι πτωχοί, ότι υμετέρα εστίν η βασιλεία των ουρανών» (Λουκ.6, 20). Όμως αν οι πτωχοί δεν είναι ενωμένοι με την πίστη του Χριστού, δεν μπορούν να σωθούν. Απλά έχουν περισσότερες πιθανότητες σωτηρίας, γιατί δεν είναι δεσμευμένοι με βιοτικά αγαθά.
Ωστόσο ο πλούτος και η φτώχεια, αν χρησιμοποιηθούν σωστά από τον άνθρωπο μπορούν να τον οδηγήσουν στη βασιλεία των ουρανών. Άρα ο Κύριος δεν απορρίπτει την ιδιοκτησία, αλλά επισημαίνει τους κινδύνους που έχει ο πλούτος για την πνευματική ζωή του ανθρώπου. Ο πλούτος κάνει τον άνθρωπο δούλο του χρήματος. Κι ενώ ο χριστιανός πλούσιος πρέπει να είναι δούλος του Χριστού, κινδυνεύει να γίνει δούλος του χρήματος. Μπορεί να τον ρίξει στην αμαρτία. Γιατί το χρήμα είναι σαν το νερό. Όταν είναι ήρεμο δροσίζει και ζωογονεί τον άνθρωπο, όταν όμως είναι ορμητικό πνίγει και καταστρέφει ότι βλέπει στο δρόμο του. Έτσι και το χρήμα όταν διαχειρίζεται σωστά από τον άνθρωπο τον δροσίζει πνευματικά, ενώ όταν ο άνθρωπος κατακυριεύεται απ΄ αυτό, τότε τον ρίχνει στην αδικία και στην αμαρτία. Όσοι κυνηγούν το χρήμα εύκολα αδικούν τον πλησίον τους, εύκολα πέφτουν σε παράνομες ενέργειες ή αμαρτάνουν ποικιλώνυμα τυφλωμένοι από τη λάμψη του χρυσού. Κι όμως ο Χριστός δεν αρνείται στους πλούσιους τη βασιλεία του αρκεί αυτοί να χρησιμοποιούν σωστά το χρήμα, διακονώντας τους συνανθρώπους τους.
Επομένως, ο Κύριος μας βεβαίωσε πως είναι αρκετά δύσκολο να μπει στη βασιλεία του Θεού ένας άνθρωπος φιλοχρήματος και φιλάργυρος. Πολλοί πλούσιοι λάτρευαν τον πλούτο τους και ήταν απολύτα προσκολλημένοι σε αυτόν. Ξαφνικά όμως έχασαν όλα τα πλούτη τους και έμειναν στο δρόμο. Αυτό το κατάντημα το θυμόμαστε στην Εκκλησία όταν ψάλλουμε «πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν οι δε εκζητούντες το Κύριον ουκ ελαττωθησονται παντός αγαθού». Έτσι κι εμείς από τώρα πρέπει να προσέξουμε να μην είμαστε φιλάργυροι και φιλοχρήματοι. Να συνηθίσουμε να προσφέρουμε με αγάπη στους άλλους από αυτά που κι εμείς έχουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να μοιάσουμε στο Θεό. Πρέπει να νοιώσουμε πραγματικά ότι γύρω μας υπάρχουν φτωχοί με πραγματικές ανάγκες που δεν έχουν χρήματα να αγοράσουν τις βασικές καθημερινές ανάγκες για να μπορέσουν να επιβιώσουν . Έτσι διακονώντας τους πτωχούς αδελφούς μας, θα μπορέσουμε να ξεπεράσουμε το μεγάλο κίνδυνο του εγωισμού και της φιλαργυρίας. Τότε μπορούμε να ζητάμε τη βοήθεια και το έλεος του Θεού για να μας αξιώσει και εμάς να βρεθούμε στη βασιλεία των Ουρανών.
http://www.imconstantias.org.cy/4016-2/
------------------

Κυριακή ΚΓ΄ Επιστολών, Εφεσ. 2, 4 -10


4 Ο δε Θεός πλούσιος ών εν ελέει, διά την πολλήν αγάπην αυτού ήν ηγάπησεν ημάς, 5 και όντας ημάς νεκρούς τοις παραπτώμασι συνεζωοποίησε τω Χριστώ· χάριτί εστε σεσωσμένοι· 6 και συνήγειρε και συνεκάθισεν εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ Ιησού, 7 ίνα ενδείξηται εν τοις αιώσι τοις επερχομένοις τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού εν χρηστότητι εφ’ ημάς εν Χριστώ Ιησού. 8 τη γαρ χάριτί εστε σεσωσμένοι διά της πίστεως· και τούτο ούκ εξ υμών, Θεού το δώρον, 9 ούκ εξ έργων, ίνα μή τις καυχήσηται. 10 αυτού γαρ εσμέν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού επί έργοις αγαθοίς, οίς προητοίμασεν ο Θεός ίνα εν αυτοίς περιπατήσωμεν.

Νεοελληνική Απόδοση
Ο Θεός όμως μας αγάπησε, γιατί είναι πλούσιος σε έλεος και έχει απέραντη αγάπη. Κι ενώ ήμασταν πνευματικά νεκροί εξαιτίας των παραπτωμάτων μας, μας ξανάδωσε ζωή μαζί με το Χριστό. Με τη χάρη του έχετε σωθεί. Μας ανέστησε μαζί με τον Ιησού Χριστό και μας έβαλε να καθήσουμε μαζί μ’ αυτόν στα ουράνια. Κι έτσι, με την αγάπη που μας έδειξε διά του Ιησού Χριστού, φανερώνει στις μελλοντικές γενιές πόσο υπερβολικά γενναιόδωρη είναι η χάρη του. Πραγματικά, με τη χάρη του σωθήκατε διά της πίστεως. Και αυτό δεν είναι δικό σας κατόρθωμα αλλά δώρο Θεού. Δε σωθήκατε με τα δικά σας έργα κι έτσι κανείς δεν μπορεί να καυχηθεί γι’ αυτό. Γιατί είμαστε δημιούργημα του Θεού, ο οποίος διά του Ιησού Χριστού μας έκανε καινούριους ανθρώπους, για να μπορούμε να κάνουμε καλά έργα, που τα προετοίμασε ο Θεός, για να είναι μ’ αυτά γεμάτη η ζωή μας.

Σχολιασμός
Το σημερινό αποστολικό ανάγνωσμα είναι παρμένο από την προς Εφεσίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου. Η Έφεσος ήταν η πρωτεύουσα της Ιωνίας και μια απ’ τις πολυπληθέστερες και λαμπρότερες πόλεις της Ανατολικής Μεσογείου. Κεντρική θέση στη ζωή αυτής της μεγαλούπολης κατείχε η λατρεία της θεάς Αρτέμιδος. Ο Απόστολος των Εθνών επισκέφθηκε την Έφεσο κατά τη δεύτερη αποστολική περιοδεία για μικρό χρονικό διάστημα, ενώ κατά τη διάρκεια της τρίτης του περιοδείας έμεινε στην πόλη για σχεδόν τρία χρόνια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εκεί μια εύρωστη χριστιανική κοινότητα που η δράση των μελών της ξεπερνούσε τα όρια της Εφέσου.
Η επιστολή αυτή γράφτηκε γύρω στο 63 μ.Χ., κατά την πρώτη φυλάκιση του Αποστόλου Παύλου στη Ρώμη. Κεντρικό θέμα της επιστολής είναι η ενότητα και η δόξα της Εκκλησίας, κεφαλή της οποίας είναι ο αναστημένος Ιησούς Χριστός και δια του οποίου όλοι που εγκεντρίζονται στο σώμα Του μπορούν να μετέχουν της νέας πραγματικότητας των δωρεών του Θεού.
Μέσα από τη συγκεκριμένη αποστολική περικοπή ο Απόστολος Παύλος τονίζει πως η σωτηρία δεν είναι αποτέλεσμα ανθρώπινων προσπαθειών, αλλά της χάριτος του Θεού: ούτε οι αρετές ως ανθρώπινα επιτεύγματα, τις οποίες υπερτόνιζαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, ούτε ο Νόμος, στον οποίο προσκολλούνταν οι Ιουδαίοι, μπορούν να σώσουν τον άνθρωπο.
Ήδη από την αρχή του δεύτερου κεφαλαίου της επιστολής, ο Απόστολος υπογραμμίζει την κατάσταση των Εφεσίων πριν πιστέψουν στο Χριστό: ήταν πνευματικά νεκροί εξαιτίας των παραπτωμάτων και των αμαρτιών τους, έχοντας αιχμάλωτη την ύπαρξή τους στα πάθη τους. Αντί όμως να εκδηλωθεί σ’ αυτούς η δικαιολογημένη θεία οργή εξαιτίας αυτής τους της κατάστασης, εκχέεται σ’ αυτούς το έλεος και η αγάπη του Θεού: «Ο δε Θεός πλούσιος ών εν ελέει, διά την πολλήν αγάπην αυτού ήν ηγάπησεν ημάς…». Ο θείος Απόστολος, ξεχειλίζοντας από ευγνωμοσύνη προς το Θεό, χρησιμοποιεί κατά σειρά συνώνυμες λέξεις (έλεος, αγάπη ην ηγάπησεν), για να γίνει όσο το δυνατόν καλύτερα αισθητό στους αναγνώστες το μέγεθος της δωρεάς του Θεού προς αυτούς. Πρέπει βέβαια να τονισθεί πως οι λέξεις αυτές δεν δηλώνουν αφηρημένες έννοιες, αλλά συγκεκριμένες ιστορικές ενέργειες του Θεού μέσα στην ανθρωπότητα.
Η αμαρτία είχε ως αποτέλεσμα την πνευματική νέκρωση, αλλά ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, αφού αναστήθηκε από τους νεκρούς και νίκησε το θάνατο, μετέβαλε τη νεκρότητά μας σε ζωή. Μας μετάγγισε το πλήρωμα της δικής Του ζωής «ίνα ζήσωμεν δι’ αυτού» (Α΄ Ιω. 4,9).
Η νέα ελπιζόμενη κατάσταση των χριστιανών ταυτίζεται με αυτή του αναστημένου Χριστού: επειδή η κεφαλή αναστήθηκε, ταυτόχρονα και ολόκληρο το σώμα ζωοποιείται και δοξάζεται. Ο θείος Απόστολος, παραθέτοντας αλλεπάλληλα τρία συνώνυμα ρήματα (συνεζωοποίησε, συνήγειρε, συνεκάθισε) σε χρόνο αόριστο, διακηρύσσει την πραγματικότητα της σωτηρίας, ότι δηλαδή έχει ήδη συντελεστεί και αυτό που απομένει είναι να την οικειωθεί προσωπικά ο καθένας μας.
Βέβαια, όσο διαρκεί η παρούσα ζωή έχουμε απλώς «τον αρραβώνα της κληρονομίας ημών» (Εφ. 1, 14), αφού η σωτηρία θα γίνει κτήμα μας με τη Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου και την κοινή εξανάσταση. Τότε θα μπορούμε να γευόμαστε ολοκληρωμένα «τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού». Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφέρει: «Πραγματικά, υπερβολικός πλούτος! Όντως αξεπέραστο το μέγεθος της δύναμής του, να καθίσει κάποιος μαζί με το Χριστό! Και χίλιες ζωές ακόμη αν είχες, δεν θα τις θυσίαζες γι’ αυτό; Κατάλαβες πού εκείνος κάθισε; Πάνω από κάθε αρχή και εξουσία. Και με ποιόν κάθεσαι μαζί; Μ’ Εκείνον!».
Στο στίχο 8 ο Απόστολος Παύλος επαναλαμβάνει μια πρόταση που έγραψε στο στίχο 5: «χάριτι εστέ σεσωσμένοι». Συμπληρώνει βέβαια εδώ και τον τρόπο που όλοι εμείς μπορούμε να οικειωθούμε αυτή τη σωτηρία που προσφέρει κατά χάρη ο Θεός εν Χριστώ. Ο τρόπος αυτός δεν είναι άλλος από την πίστη στις αλήθειες του Ευαγγελίου και ο οποίος αποτελεί ανταπόκριση του αυτεξουσίου μας προς εκείνα που πλουσιοπάροχα μας προσφέρει ο Θεός.
Ο Απόστολος των Εθνών, θέλοντας να ξεκαθαρίσει στους Εφεσίους τη θέση και το ρόλο των «αγαθών έργων» στη ζωή τους –και γενικά στη ζωή όλων των πιστών- γράφει τους δύο τελευταίους στίχους της περικοπής: «ούκ εξ έργων, ίνα μή τις καυχήσηται. αυτού γαρ εσμέν ποίημα, κτισθέντες εν Χριστώ Ιησού επί έργοις αγαθοίς…». Ο σύνδεσμος «ίνα» στο στ.9 δηλώνει την έκβαση των γεγονότων: ενώ τα έργα των ανθρώπων ήταν πονηρά, ο Θεός δια της χάριτός του τους έσωσε, χωρίς να αφήνονται περιθώρια σε κάποιο να καυχηθεί. Εντούτοις, ο Θεός δημιουργεί και αναδημιουργεί εν Χριστώ τον άνθρωπο «επί έργοις αγαθοίς», δηλαδή για να εργάζεται το αγαθό. Ο σύγχρονος ερμηνευτής Καραβιδόπουλος αναφέρει: «Γίναμε καινούρια κτίση όχι με τα έργα που κάναμε, αλλά για να κάνουμε καλά έργα, με τα οποία φανερώνεται η ανακαίνισή μας. Αποτέλεσμα λοιπόν της σωτηρίας είναι τα καλά έργα και όχι προϋπόθεση».
Η αναφορά στη χάρη που εκπήγασε και εκπηγάζει από το απολυτρωτικό έργο του Ιησού Χριστού και δια της οποίας οι πιστοί σώζονται και απολαμβάνουν πλουσιοπάροχα τα αιώνια αγαθά, είναι ένα από τα πιο αγαπητά και προσφιλή θέματα του αποστόλου Παύλου. Παραδείγματος χάριν, στην προς Ρωμαίους επιστολή τονίζει εμφατικά: «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεάν τη αυτού χάριτι διά της απολυτρώσεως εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. 3, 23-24). Στην προς Τίτον επιστολή ο απόστολος αναφέρει: «Ότε η χρηστότης και η φιλανθρωπία επεφάνη του σωτήρος ημών Θεού, κατά τον αυτού έλεον έσωσεν ημάς» (Τιτ. 3, 4-5) και συνεχίζει στο μεθεπόμενο στίχο: «ίνα δικαιωθέντες τη εκείνου χάριτι κληρονόμοι γενώμεθα κατ’ ελπίδα ζωής αιωνίου» (Τιτ. 3, 7).
Το βαρυσήμαντο ρόλο της θείας χάριτος στη θέωση του ανθρώπου περιγράφει εύστοχα και ένας σύγχρονος άγιος, ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης, στο λόγο του «Η Χάρη»: «Δεν έφερα τίποτε μαζί μου στο Μοναστήρι, εκτός από τις αμαρτίες μου, και δεν ξέρω γιατί ο Κύριος μου έδωσε, ενώ ήμουν ακόμη νεαρός υποτακτικός, τόση χάρη του Αγίου Πνεύματος, που γέμισαν από χάρη η ψυχή μου και το σώμα μου.{…} Ο Κύριος μας αγαπά περισσότερο απ’ όσο η μητέρα τα παιδιά της και μας δίνει δωρεάν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.{…} Χωρίς τη χάρη του Θεού είμαστε όμοιοι με τα ζώα, αλλά με τη χάρη ο άνθρωπος είναι μέγας κοντά στο Θεό».
Εμείς, που με το βάπτισμά μας γίναμε μέλη του σώματος του Κυρίου, δεν πρέπει να χάνουμε αυτό που πραγματικά μας αξίζει. Ας δεχτούμε το δώρο του Θεού, ας γευτούμε δια της πίστεως «τον υπερβάλλοντα πλούτον της χάριτος αυτού» και ας αφήσουμε την δωρεάν θεία χάρη να μας περιβάλει, να μας ανακαινίσει, να μας θεώσει.
http://www.imconstantias.org.cy/4017/
όποιος μου πειράξει πατρίδα και θρησκεία και θα μιλήσω και θα πράξω και ας μου κάνει ό,τι καταλαβαίνει.

ΞΥΠΝΗΣΤΕΕΕΕΕΕΕ
Απάντηση

Επιστροφή στο “Χριστιανισμός”