Προσωπικά Δεδομένα και Έγκλημα
Δημοσιεύτηκε: Παρ 30 Ιαν 2009, 12:57
Από τις αρχές τις δεκαετίας του 1970 παρουσιάστηκε η ανάγκη για τη θέσπιση ειδικών κανόνων διακίνησης των πληροφοριών που αφορούν τόσο την ιδιωτική ζωή όσο και την δημόσια σφαίρα του ατόμου ή αλλιώς τον "οίκο", την "αγορά" και την "εκκλησία" με την αρχαιοελληνική τους έννοια.
Η ανάγκη αυτή προέκυψε λόγω της ολοένα αυξανόμενης επέμβασης των κρατικών φορέων στις ανωτέρω σφαίρες. Η περίοδος αυτή, έως και τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 1980, συνιστά την φάση κατά την οποία οι πληροφορίες προστατεύονται και διακινούνται, θεωρούμενες ως αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τον άνθρωπο ως υποκείμενο δικαίου.
Από εκεί και πέρα, έως και σήμερα, διαπιστώνουμε την ανάπτυξη και εδραίωση του δικτυακού ή κυβερνο-καπιταλισμού, ο οποίος στηρίζεται σε δημόσια και ιδιωτικά δίκτυα επικοινωνίας και οργάνωσης. Η διακίνηση προσωπικών πληροφοριών θεωρείται πλέον ως sine qua non της σύγχρονης οικονομίας και διοίκησης. Πρόκειται για τη νέα κουλτούρα του καπιταλισμού, όπου όλη η ζωή είναι μια επί πληρωμή εμπειρία. Για το λόγο αυτό θεσπίζονται τα ακραία όρια συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών-δεδομένων, τόσο σε πανευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ταυτόχρονα, γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ δημόσιας/ιδιωτικής και ιδιωτικής/ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου.
Είναι επιτακτική πλέον η ανάγκη ρύθμισης της διακίνησης της πληροφορίας κατά τη λειτουργία της δημόσιας/δημόσιας σφαίρας, όπως στις περιπτώσεις της επαφής του ατόμου με τον σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας, που συνιστούν οι ποινικές και γενικά οι παντός είδους δίκες.
Οι "απώλειες" της ιδιωτικότητας σ' αυτό το σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως παράπλευρες, αφού καθιστούν τις ανωτέρω πληροφορίες ζωτικής σημασίας αντικείμενο των σύγχρονων δικτύων οργάνωσης και επικοινωνίας.
Στη φάση αυτή η πληροφορία αυτονομείται από το υποκείμενο και καθίσταται κεφαλαιώδους συμφέροντος για ολόκληρη την κοινωνία.
Σήμερα μπορούμε να κάνουμε λόγο πλέον για τη διακινούμενη, ως επί το πλείστον ψηφιακά, πληροφορία ως αυτοτελώς προστατευόμενο έννομο αγαθό λόγω της πολυσυλλεκτικότητάς της.
Οι πιο πάνω εξελίξεις αντανακλούν και στο νομικό εποικοδόμημα. Η οδηγία 95/46 και ο σχετικός νόμος 2472/1997 δομούνται στη βάση της κατά κανόνα απαγόρευσης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν συντρέχουν ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, υπό τον όρο πάντοτε της προηγούμενης γνωστοποίησης της ύπαρξης σετικού αρχείου επεξεργασίας στην προβλεπόμενη Ανεξάρτητη Αρχή. Για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μάλιστα, απαιτείται και προηγούμενη άδεια της ανωτέρω Αρχής.
Είναι γεγονός ότι από το 2000 και πέρα, αρχίζουν να εισάγονται νομοθετικά ολοένα και περισσότερες εξαιρέσεις από τον πιο πάνω κανόνα, λόγω του ότι όλο και περισσότερες μορφές επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων θεωρούνται ως κοινωνικά πρόσφορες και αναγκαίες ενέργειες.
Η ανάγκη αυτή προέκυψε λόγω της ολοένα αυξανόμενης επέμβασης των κρατικών φορέων στις ανωτέρω σφαίρες. Η περίοδος αυτή, έως και τα τέλη περίπου της δεκαετίας του 1980, συνιστά την φάση κατά την οποία οι πληροφορίες προστατεύονται και διακινούνται, θεωρούμενες ως αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τον άνθρωπο ως υποκείμενο δικαίου.
Από εκεί και πέρα, έως και σήμερα, διαπιστώνουμε την ανάπτυξη και εδραίωση του δικτυακού ή κυβερνο-καπιταλισμού, ο οποίος στηρίζεται σε δημόσια και ιδιωτικά δίκτυα επικοινωνίας και οργάνωσης. Η διακίνηση προσωπικών πληροφοριών θεωρείται πλέον ως sine qua non της σύγχρονης οικονομίας και διοίκησης. Πρόκειται για τη νέα κουλτούρα του καπιταλισμού, όπου όλη η ζωή είναι μια επί πληρωμή εμπειρία. Για το λόγο αυτό θεσπίζονται τα ακραία όρια συλλογής και επεξεργασίας των πληροφοριών-δεδομένων, τόσο σε πανευρωπαϊκό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο. Ταυτόχρονα, γίνονται όλο και πιο δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ δημόσιας/ιδιωτικής και ιδιωτικής/ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου.
Είναι επιτακτική πλέον η ανάγκη ρύθμισης της διακίνησης της πληροφορίας κατά τη λειτουργία της δημόσιας/δημόσιας σφαίρας, όπως στις περιπτώσεις της επαφής του ατόμου με τον σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας, που συνιστούν οι ποινικές και γενικά οι παντός είδους δίκες.
Οι "απώλειες" της ιδιωτικότητας σ' αυτό το σύγχρονο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως παράπλευρες, αφού καθιστούν τις ανωτέρω πληροφορίες ζωτικής σημασίας αντικείμενο των σύγχρονων δικτύων οργάνωσης και επικοινωνίας.
Στη φάση αυτή η πληροφορία αυτονομείται από το υποκείμενο και καθίσταται κεφαλαιώδους συμφέροντος για ολόκληρη την κοινωνία.
Σήμερα μπορούμε να κάνουμε λόγο πλέον για τη διακινούμενη, ως επί το πλείστον ψηφιακά, πληροφορία ως αυτοτελώς προστατευόμενο έννομο αγαθό λόγω της πολυσυλλεκτικότητάς της.
Οι πιο πάνω εξελίξεις αντανακλούν και στο νομικό εποικοδόμημα. Η οδηγία 95/46 και ο σχετικός νόμος 2472/1997 δομούνται στη βάση της κατά κανόνα απαγόρευσης επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, εκτός αν συντρέχουν ορισμένες ειδικές προϋποθέσεις, υπό τον όρο πάντοτε της προηγούμενης γνωστοποίησης της ύπαρξης σετικού αρχείου επεξεργασίας στην προβλεπόμενη Ανεξάρτητη Αρχή. Για τα ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα μάλιστα, απαιτείται και προηγούμενη άδεια της ανωτέρω Αρχής.
Είναι γεγονός ότι από το 2000 και πέρα, αρχίζουν να εισάγονται νομοθετικά ολοένα και περισσότερες εξαιρέσεις από τον πιο πάνω κανόνα, λόγω του ότι όλο και περισσότερες μορφές επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων θεωρούνται ως κοινωνικά πρόσφορες και αναγκαίες ενέργειες.