Στις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού I. Μεταξά προς ιδιοκτήτες και αρχισυντάκτες του αθηναϊκού τύπου την 30η Οκτωβρίου 1940, μεταξύ άλλων, εξήγησε και γιατί είπε το ΟΧΙ:
(διαβάζω στο "Στη κορυφή της Δόξας" του Γ. Κωστή, Εκδ. Δρόμων)
"... Μετά τον τορπιλισμό της "Έλλης" στις 15 Αυγούστου, διέταξα να βολιδοσκοπηθή το Βερολίνο. Μου διεμηνύθη εκ μέρους του Χίτλερ η σύστασις να αποφύγω οιονδήποτε μέτρον δυνάμενον να θεωρηθή από την Ιταλίαν πρόκλησις. Έκανα το παν.
Εις σχετικός βολιδοσκοπήσεις προς την κατεύθυνση του Άξονος μου εδόθη να εννοήσω σαφώς ότι η μόνη λύσις θα ημπορούσε να είναι μία εκούσια παραχώρησις της Ελλάδος εις την "Νέαν Τάξιν"...
Όταν επέμεινα να κατατοπισθώ ποία θα είναι η παραχώρηση, μου εδόθη να καταλάβω, ότι τούτο συνίστατο εις μερικάς ικανοποιήσεις προς την Ιταλίαν δυτικώς μέχρι Πρεβέζης, ίσως και προς την Βουλγαρία ανατολικώς μέχρι Δεδεαγάτς (Αλεξανδρούπολις).
Δηλαδή δια να αποφύγωμεν τον πόλεμον να γίνωμεν εθελονταί δούλοι και να πληρώσωμεν αυτήν την τιμήν με το άπλωμα του δεξιού χεριού της Ελλάδος προς ακρωτηριασμόν από την Ιταλίαν και του αριστερού από την Βουλγαρίαν.
Φυσικά δεν ήτο δύσκολον να πρόβλεψη κανείς ότι εις μίαν τοιαύτην περίπτωσιν οι Άγγλοι θα έκοβαν και αυτοί τα πόδια της Ελλάδος...
Αυτή η δήθεν προφύλαξις θα ήτο δια την τύχην της εις το μέλλον Ελληνικής φυλής πλέον ολέθρια και από τας χειροτέρας έστω συνεπείας οποιουδήποτε πολέμου. Το δίκαιον λοιπόν δεν θα ήτο με το μέρος της Κυβερνήσεως των Αθηνών, εάν η τελευταία ενήργει κατά τας υποδείξεις του Βερολίνου, που ανέφερα. Το δίκαιον θα ήτο με το μέρος του Ελληνικού Λαού, ο οποίος δικαίως θα κατεδίκαζεν αυτήν και των Άγγλων οι οποίοι, υπερασπίζοντες την ύπαρξίν των, επίσης δικαίως θα ελάμβαναν τα μέτρα που εφέροντο έχοντες μελετήσει, εισακούοντες άλλωστε τας δικαίας αιτιάσεις των Ελλήνων, οίαι θα προέκυπταν εν καιρώ, αν εδίδετο η εύλογος αυτή αφορμή.
Θα εδημιουργούντο έτσι όχι δύο, όπως το 1916, αλλά τρεις αυτήν την φοράν Ελλάδες.
Πρώτη θα ήτο η "επίσημος των Αθηνών", η οποία θα είχε φθάσει εις την πόρωσιν και το κατάντημα, δια να αποφυγή τον πόλεμον, να δεχθή να γίνη εθελοντής δούλος πληρώνουσα μάλιστα την τιμήν αυτήν και με την συγκατάθεσίν της να αυτοακρωτηριασθή τραγικώτατα, παραδίδουσα εις την δουλείαν πληθυσμούς αμιγώς Ελληνικούς και μάλιστα δύναμαι να είπω τους Ελληνικωτέρους των Ελληνικών τοιούτους.
Δευτέρα θα ήτο η πραγματική Ελλάς. Δηλαδή η παμψηφία της κοινής γνώμης του Εθνους, το οποίον ποτέ δεν θα απεδέχετο την εκουσίαν του υποδούλωσιν πληρωνομένην μάλιστα με εθνικόν ακρωτηριασμόν αφόρητον και ισοδυναμούσαν με την οριστικήν ατίμωσιν και μελλοντικήν βεβαί-αν εκμηδένισιν του Ελληνισμού ως εννοίας και οντότητος, εκμηδέ-νισιν πρώτον ηθικήν, και δεύτερον, εν συνεχεία της ηθικής και υλικήν. Το Έθνος ουδέποτε θα συνεχώρει εις τον Βασιλέα και την Εθνικήν Κυβέρνησιν της 4ης Αυγούστου τοιαύτην πολιτικήν.
Τρίτη, τέλος, θα προέκυπτε μία ακόμη Ελλάς, η Ελλάς την οποίαν δεν θα παρέλειπαν να δημιουργήσουν, φυσικά με την επίκλησιν του δημοκρατισμού, οι δημοκρατικοί Έλληνες υπό την κάλυψιν του βρεττανικού στόλου εις τας νήσους Κρήτην και τας άλλας. Η τρίτη Ελλάς, η "δημοκρατική", θα είχε με το μέρος της όχι μόνον την πρόθυμον υποστήριξιν της Αγγλίας, εις την οποίαν θα έδιδε το δικαίωμα να καλύψη τας νήσους μας, καλυπτόμενη και η ίδια εις την Βόρειον Αφρικήν, αλλά θα είχε με το μέρος της και το Εθνικόν δίκαιον. Η ηθική της δύναμις λοιπόν θα απερρόφα μοιραίως την επίσημον Ελλάδα, διότι θα διέθετεν η τρίτη αυτή Ελλάς την ανεπιφύλακτον έγκρισιν και ενίσχυσιν της ανεπισήμου, της "Δευτέρας Ελλάδος", της Εθνικής δημοσίας γνώμης εν τη παμψηφία της.
Έζησα, κύριοι, την περίοδον του Εθνικού Διχασμού, που εδημιουργήθη το 1916, όταν από την κατάστασιν εκείνην προέκυψαν δύο Ελλάδες, η των Αθηνών, και η της Θεσσαλονίκης. Τον κίνδυνον απο μίαν διαίρεσιν της Ελλάδος προκύπτουσαν συνεπεία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όπως η διαίρεσις του 1916 προέκυψε συνεπεία του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, μίαν νέαν διαίρεσιν μάλιστα πολύ τραγικωτέραν, διότι όπως την εσκιαγράφησα δεν θα ήτο καν διχασμός αλλά τριχοτομισμός, τον κίνδυνον αυτόν θεωρώ, κύριοι, δια το Έθνος και το μέλλον του ασυγκρίτωςχειρότερον από τον πόλεμον, έστω και αυτόν τον πόλεμον από τον οποίον είναι δυνατόν και δουλωμένη να βγη προσωρινώς η Ελλάς. Λέγω, προσωρινώς, διότι πιστεύω ακράδαντα, ότι τελικώς η νίκη θα είναι με το μέρος μας.
Γιατί οι Γερμανοί δεν θα νικήσουν. Δεν μπορούν να νικήσουν. Υπάρχουν πολλά εμπόδια.
Η Ελλάς είναι αποφασισμένη να μη προκαλέση μεν με κανένα τρόπο κανένα, αλλά και με κανένα τρόπο να μην υποκύψη. Προπαντός είναι αποφασισμένη να υπεράσπιση τα εδάφη της, έστω και αν πρόκειται να πέση. Ήδη δε η απόφασίς της αυτή και η πολιτική της αυτή, χάρις εις την οποίαν απρόκλητα προσεβλήθη, χάρισαν εις τον τόπον και τον Λαόν μας το πλέον ανεκτίμητον των αγαθών και το μεγαλύτερον στοιχείον της δυνάμεως του. Αυτή η πολιτική έδωσεν εις τον Λαόν την απόλυτη ψυχική και πανεθνική ένωση του.
Σήμερα όμως επί πλέον υπάρχουν και μερικοί άλλοι παράγοντες που προδικάζουν την τελική μας νίκη. Η Τουρκία δεν είναι όπως το 1916 σύμμαχος των Γερμανών, είναι σύμμαχος των Άγγλων. Η Βουλγαρία βέβαια ενεδρεύει και τώρα όπως και τότε, αλλά εν πάση περιπτώσει, αυτήν την εποχήν, τουλάχιστον προς το παρόν, δεν τολμά. Ο καιρός όμως δεν δουλεύει δια τον Άξονα. Δουλεύει για τους αντιπάλους του. Τέλος, δια την Γερμανίαν η νίκη θα ήτο εν πάση περιπτώσει δυνατή μόνον με κοσμοκρατορίαν.
Αλλά η κοσμοκρατορία δια την Γερμανίαν κατέστη οριστικά αδύνατος στην Δουγκέρκη. Ο πόλεμος δια τον Άξονα έχει χαθή από την στιγμήν που η Αγγλία διεκήρυξε: "θα πολεμήσωμεν έστω και μόνοι εις το νησί μας και πέραν των θαλασσών, θα πολεμήσωμεν μέχρι της νίκης".
Αλλά επί πλέον και ημείς οι Ελληνες πρέπει να γνωρίζωμεν ότι δεν πολεμούμεν μόνον δια την νίκην, αλλά και δια την δόξαν.
Λοιπόν ακούστε για να συνεννοηθούμε. Εγώ, κύριοι, όπως επαρκώς σας εξήγησα, ετήρησα μέχρι σήμερον την πολιτικήν του αειμνήστου Βασιλέως Κωνσταντίνου, δηλαδή την πολιτικήν της αυστηράς ουδετερότητος.
Έκανα το παν δια να κρατήσω την Ελλάδα μακράν της συγκρούσεως των μεγάλων κολοσσών.
Ήδη, μετά την άδικον επίθεσιν της Ιταλίας η πολιτική την οποίαν ακολουθώ είναι η πολιτική του αειμνήστου Βενιζέλου. Διότι είναι η πολιτική τού συνταυτισμού της Ελλάδος με την τύχην της Δυνάμεως δια την οποίαν η θάλασσα είναι ανέκαθεν όπως είναι και δια την Ελλάδα, όχι το εμπόδιον που χωρίζει αλλά η υγρά λεωφόρος που συνδέει.
Βέβαια εις την ιστορίαν μας την νεωτέραν δεν είχαμεν μόνον ευγνωμοσύνης λόγους και αφορμάς δια την Αγγλίαν, της οποίας άλλωστε η μεταπολεμική πολιτική των τελευταίων ιδίως ετών είναι πολιτική μεγίστων και ιστορικών Αγγλικών ευθυνών. Αλλά τας ευθύνας της τας αποδίδει η Αγγλία σήμερον με την υπερήφανον αποφασιστικότητα λαού μεγάλου, σώζοντος την ελευθερίαν του κόσμου και του πολιτισμού. Δια την Ελλάδα η Αγγλία είναι η φυσική φίλη και επανειλημμένα εδείχθη προστάτρια, ενίοτε δε η μόνη προστάτρια. Η νίκη θα είναι και δεν μπορεί παρά να είναι δική της. Θα είναι νίκη του Αγγλοσαξονικού κόσμου, απέναντι του οποίου η Γερμανία, αφού έως τώρα δεν ηδυνήθη να επιτυχή οριστικόν αποτέλεσμα, είναι καταδικασμένη να συντριβή. Διότι από τώρα και πλέον ο ορίζων δεν πρέπει να θεωρήται δια τον Αξονα ανέφελος ούτε προς ανατολάς και η Ανατολή είναι πάντοτε μυστηριώδης. Πάντοτε ήτο, αλλά σήμερον υπέρ ποτέ είναι γεμάτη απρόοπτα και μυστήρια. Τελικώς λοιπόν θα νικήσωμεν. Και θέλω, φεύγοντας από την αίθουσαν αυτήν, να πάρετε μαζί σας όλην την δική μου απόλυτη βεβαιότητα ότι θα νικήσωμεν. Εν τούτοις πρέπει να σας επαναλάβω ότι επισημότερον διεκήρυξα από την πρώτην στιγμήν: Η Ελλάς δεν πολεμά δια την νίκην. Πολεμά δια την Δόξαν. Και δια την τιμήν της.
Έχει υποχρέωσιν προς τον εαυτόν της να μείνη αξία της Ιστορίας της.
Η Ιταλία είναι μεγάλη δύναμις. Όταν δε προχθές έγινεν η πρώτη αεροπορική επιδρομή, ομολογώ ότι με έκπληξιν ήκουσα, εις σχετικήν ερώτησίν μου, την απάντησιν ότι τα επιδραμόντα αεροπλάνα ήσαν μόνον Ιταλικά. Αυτό φθάνει να σας δώση να καταλάβετε με ποιες ιδέες μπήκα στον πόλεμο.
Αλλά υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες ένας λαός οφείλει, αν θέλη να μείνη μεγάλος να είναι ικανός να πολεμήση έστω και χωρίς καμιάν ελπίδα νίκης. Μόνον διότι πρέπει. Γνωρίζω ότι ο Ελληνικός Λαός δεν θα ήτο δυνατόν να δεχθή άλλο τι αυτήν την στιγμήν. Διότι είναι ελεύθερος και απερίσπαστος εις την φυσικήν ευθυκρισίαν και υπερηφάνειαν, εφ' όσον δεν εδόθη ευκαιρία να θολωθή η κρίσις του δι' αγοραίων θορύβων και παραπλανητικών εκστρατειών. Εκάμαμε ό,τι ήτο δυνατόν, δια να μη έχωμεν το παραμικρόν άδικον. Και θα εξακολουθήσω μεν την ιδίαν τακτικήν μέχρι τέλους. Σας έχω στο τραπέζι μερικά έγγραφα. Είναι όλαι αι αποδείξεις της Ιταλικής ενέδρας, εκ προμελέτης. Όταν τελειώσω, μπορείτε να τα δείτε. Περιττόν να πάρετε σημειώσεις. Συντομώτατα θα δημοσιευθούν εις την Λευκήν Βίβλον, η οποία διέταξα να εκδοθή το ταχύτερον.
Δεν σας κρύβω, κύριοι, ότι η κατάστασις είναι εξαιρετικά δύσκολη. Μας περιμένουν μάλιστα δοκιμασίαι μεγάλαι. Δια να μη δώσω ευκαιρίαν προς την επιζητουμένην δια παντός τρόπου αφορμήν κατασυκοφαντήσεώς μας ευρέθην υποχρεωμένος να πάρω μίαν απόφασιν εξόχως σοβαράν. Να μη κάνω την επιστράτευσιν, όταν προ καιρού την έζητησε και εξακολούθησεν επανειλημμένως να μου την ζητά το Επιτελείον.
Ο ιταλικός όγκος λοιπόν ευρήκεν απέναντι του δυνάμεις πολύ ασθενείς τουλάχιστον δια την κρούσιν των πρώτων ημερών. Ο ρόλος σας είναι σήμερον μεγάλος και επισημότατος. Μη χάνετε το θάρρος σας, οτιδήποτε και αν γίνη. Διότι άλλως είναι αδύνατον να φανήτε άξιοι του λαού σας και του καθήκοντος σας, το οποίον είναι να συντηρήσετε την ιερή φλόγα του Ελληνικού Λαού, να βοηθήσητε τον μαχόμενον στρατόν, να υπάρξητε συνεργάται της Κυβερνήσεως ό, τι και αν αισθάνεσθε δι' αυτήν. Πρέπει να πιστεύσητε 'σείς για να μπορέσητε να μεταδώσητε την πίστιν εις το κοινόν σας, μολονότι αυτήν την φοράν έχομεν όλοι μας να πάρωμεν από τον Ελληνικόν Λαόν, από το απερίγραπτον θάρρος του, και όχι να του δώσωμεν.
Θέλω ακόμη να σας ειπώ κάτι. Ξέρω με βεβαιότητα ότι από την φοβεράν αυτήν δοκιμασίαν η Ελλάς θα υποφέρη. Ξέρω όμως επίσης με βεβαιότητα ότι τελικώς θα εξέλθη όχι μόνον ένδοξος αλλά και μεγαλύτερη. Θα προσέξατε το τηλεγράφημα του κ. Τσώρτσιλ το οποίον εδημοσιεύθη σήμερον εις τας εφημερίδας, ανακοινωθέν από το Υπουργείον των Εξωτερικών. Λοιπόν επιθυμώ να σας τονίσω τούτο: Εκείνοι οι οποίοι εις το τηλεγράφημα αυτό δεν βλέπουν γραπτήν την επιβεβαίωσιν άγραφου συμφωνίας δια τα Δωδεκάνησα, δεν ξέρουν να διαβάζουν μέσα από τις γραμμές. Και κάτι άλλο ακόμη. Τα Δωδεκάνησα προδικάζουν..."
http://skinious.blogspot.com/