Ενας καλός Ελλην «πατριώτης»
Δημοσιεύτηκε: Τρί 19 Φεβ 2008, 14:18
O Ξενοφών Γιοσμάς γεννήθηκε το 1906 στο Κιρκαγάτς του Πόντου και μετά την μικρασιατική καταστροφή εγκαταστάθηκε η οικογένεια του στην Κατερίνη. Ασχολήθηκε με την δημοσιογραφία εκδίδοντας δύο τοπικές εφημερίδες και συνδέθηκε αρχικά με το Αγροτικό κόμμα, ενώ επί Μεταξά οργάνωσε την τοπική φάλαγγα της ΕΟΝ.
Σφοδρός αντικομμουνιστής το 1943 ίδρυσε με την βοήθεια των Γερμανών την «Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωση Κατερίνης», η οποία ανάλαβε την καταδίωξη των αντιστασιακών της περιοχής. Τελικά ο ΕΛΑΣ του διέλυσε τη συμμορία και ο Γιοσμάς το καλοκαίρι του 44 κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνδέθηκε με τον δοσιλογικό ΕΕΣ του Κυριάκου Παπαδόπουλου και στη συνέχεια ανέλαβε ως ανθυπολοχαγός την διεύθυνση του λόχου προπαγάνδας στο εθελοντικό τάγμα του Πούλου, το οποίο ακολούθησε τους Γερμανούς στην αποχώρηση τους από την Ελλάδα. Αυτή η επιλογή πιθανότητα του έσωσε την ζωή, γιατί το Νοέμβριο του 1945 καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το δικαστήριο για προδοσία.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1947 και πέρασε από Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο τον καταδίκασε εκ νέου σε θάνατο. Τελικά όχι μόνο δεν εκτελέστηκε, αλλά και σύντομα βρέθηκε εκτός φυλακής. Ο βασιλιάς Παύλος το 1950 του απένειμε χάρη μετατρέποντας την θανατική ποινή σε κάθειρξη 20 ετών και τελικά το 1951 ύστερα από τρία χρόνια κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.
Ο Γιοσμάς στη συνέχεια άφησε να περάσει λίγος χρόνος, ώστε να ξεχαστεί η συνεργασία του με τους Γερμανούς και οι καταδικαστικές αποφάσεις και αφού πρώτα εξέδωσε το 1958 μια μηνιαία εφημερίδα την «Εξόρμησις», το 1960 ανέλαβε δράση. Οργάνωσε το «Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως» του οποίου σκοπός ήταν σύμφωνα με το καταστατικό «η αναγνώρισις και αξιοποίησις του διεξαχθέντος κατά τη γερμανικήν κατοχήν και μετέπειτα μέχρι του 1949 αντικομμουνιστικού αγώνος». Μέλη της οργάνωσης του έγιναν παλιοί «συναγωνιστές» του από το τάγμα του Πούλου που όπως και αυτός είχαν καταφύγει στη Γερμανία και απέφυγαν τις περιπέτειες. Σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και νέα μέλη, τα οποία μπορεί να μην είχαν τις «περγαμηνές» των παλαιότερων, αλλά άνηκαν στην εθνικόφρονα παράταξη. Την ιδεολογική διαφώτιση όλων αυτών των καλών «πατριωτών» την είχε αναλάβει ο ίδιος ο Γιοσμάς, ο οποίος σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανε ομιλίες σε ένα καφενείο – στέκι τους στην Ανω Τούμπα.
Στις ταυτότητες των μελών του συνδέσμου αναγραφόταν στο πίσω μέρος…«σκοπός του συνδέσμου είναι η υπεράσπισις της Πατρίδος μας και του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού μέχρις τελευταίας πνοής και δι όλων των μέσων», υποχρέωση των μελών ήταν…«η ενίσχυσις των Σωμάτων Ασφαλείας οσάκις παρίσταται ανάγκη δια την διατήρησιν της τάξεως και της ησυχίας στον τόπο μας».
Οσον αφορά το έμβλημα ήταν ο σταυρός της Μάλτας, δηλαδή ο ίδιος με το γερμανικό σιδηρούν πολεμικό σταυρό. Για την επιλογή του αυτή αργότερα το συμβούλιο των Εφετών ανέφερε …«Μη δυνάμενος ο καλός αυτός πατριώτης να χρησιμοποιήση την προσφιλή του σβάστικαν, την οποίαν έφερε και εδόξασεν ότε ενδεδυμένος γερμανικήν στολήν υπηρετεί εις το εναγές τάγμα Πούλου, έθεσεν ως έμβλημα της εφημερίδος του και των τατυτοτήτων των μελών της οργανώσεως του το σχήμα αυτό του γερμανικού σιδηρού πολεμικού σταυρού, του μόνου παρασήμου το οποίο έφερε πάντοτε του στήθους του ο Χίτλερ».
Σύντομα ο Γιοσμάς κατάφερε και βρήκε προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό που είχε στηθεί μετά τον εμφύλιο και συνδέθηκε με την ΕΡΕ. Τα μέλη του συνδέσμου επιστρατεύτηκαν από την ασφάλεια στην επίσκεψη του Ντε Γκολ το Μάρτιο 1963 στη Θεσσαλονίκη, όταν περίπου 1.000 εθνικόφρονες πολίτες που αναγνωρίζονταν από μια καρφίτσα στο σακάκι ανέλαβαν να ενισχύσουν την αστυνομία προκειμένου να τηρήσει την τάξη. Η συνεργασία τους ήταν απόρροια δεσμών αλληλοεξάρτησης, μια και οι παρακρατικοί έπαιρναν επαγγελματικές άδειες και είχαν βοήθειες για να βρουν δουλειά, ενώ σε αντάλλαγμα συγκροτούσαν ομάδες κρούσεις για να διαλύουν εκδηλώσεις της αριστεράς ή, εργατικές συγκεντρώσεις.
Μια τέτοια δουλειά ήταν και η «υποδοχή» που θα επιφύλασσαν οι παρακρατικοί στον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μαϊο του 1963 στη Θεσσαλονίκη. Οργανώθηκε η συγκέντρωση των εθνικοφρόνων και οι ομάδες κρούσεις επιτέθηκαν στους αριστερούς, πάντα με τις πλάτες της αστυνομίας. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων το ένα μέλος του συνδέσμου του Γιοσμά ο Κοτζαμάνης κατάφερε με ρόπαλο να δολοφονήσει τον Λαμπράκη, ενώ το άλλο μέλος, ο Φωκάς τραυμάτισε σοβαρά τον βουλευτή Καβάλας Γιώργο Τσαρουχά.
Ο Κοτζαμάνης το πρωί της ίδιας μέρας είχε συνάντηση με τον Γιοσμά και όπως εκμυστηρεύτηκε σε «συναγωνιστές» του, ο αρχηγός του είχε αναθέσει μια δουλειά και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά γιατί του είχε υποχρέωση. Η υποχρέωση ήταν πως ο Γιοσμάς είχε εξαγοράσει την ποινή των 50 ημερών που είχε επιβληθεί στον Κοτζαμάνη επειδή είχε κλοτσήσει μια έγκυο, της οποίας ο σύζυγος ήταν αριστερός.
Η δολοφονία του Λαμπράκη αποτέλεσε την κορυφαία μεταεμφυλιακή στιγμή της δράσης του Γιοσμά, ο οποίος κατηγορήθηκε για ηθική αυτουργία και οδηγήθηκε στη φυλακή. Το συμβούλιο των Εφετών στο παραπεμπτικό του βούλευμα ήταν πραγματικός καταπέλτης για τη δράση του μεγάλου αυτού «πατριώτη» από την κατοχή μέχρι τότε.
«Ο κατηγορούμενος Γιοσμάς αφου εβοήθησε πάση δυνάμει τον Γερμανόν κατακτητήν εις το να εμπήξη τους ήλους εις τας σάρκας και συντρίψη τα οστά του επί τετραετίαν σχεδόν σταυρουμένου έθνους αισθανόμενος την ανάγκην κάποιας δικαιώσεως και ιλασμού δια τας πράξεις του προβάλει τον υποκριτικόν ισχυρισμόν τον οποίον απ’ αρχής προέβαλλον όλοι οι δωσίλογοι και τον οποίον μετά τον φοβερόν Δεκέμβριον 1944, πολλοί αφελείς επίστευσαν, ότι δηλαδή δεν υπηρέτησεν τους Γερμανούς κατά το διάστημα της κατοχής κινούμενος εναντίον της Πατρίδος μας, αλλά απλώς ετάχθη με τους Γερμανούς προς καταπόλεμησιν του κομμουνισμού».
Οσον αφορά την μεταεμφυλιακή του πολιτεία…
«Ο Γιοσμάς αντιληφθείς αντικομμουνιστήν ζήτησιν επ αμοιβή και οσφρανθείς πλούσιας χορηγίας επανεμφανίζεται εις το προσκήνιον ολίγα έτη μετά την εκ των φυλακών εξοδόν του και συγκροτεί τον Σύνδεσμον αγωνιστών και θυμάτων εθνικής αντιστάσεως, τιτλοφορείται αρχηγός και αυτοχειροτονείται ως οπλαρχηγός εθνικής αντιστάσεως. Αυτός, ο όχι απλός ξένος προς πάσαν εθνικήν αντίστασιν, αλλα ο πολεμήσας λυσσαλέως μετά των Γερμανών…»
Και το βούλευμα κατέληγε:
«Εδώ εν σύμφυρμα κλεπτών, βιαστών, δοσίλογων και παντός είδους κακοποιών εν τη κοινωνία ενεφανίζετο προς εθνοκαπηλείαν και ανομολογήτους ιδιοτελείς σκοπούς ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων φύλαξ των ιερών και των οσίων. Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να αναμένη τις εξ αυτού ειμη ότι θα εξελίσσετο εις κακοήθη νεοπλασίαν εν τη κοινωνία».
Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Γιοσμάς προκάλεσε αρκετές φορές με τη συμπεριφορά του. Η απογοήτευση του για την …άδικη μεταχείριση από το κράτος αποτυπώθηκε στα λόγια του…«αλλά εγώ φταίω που γύρισα από την Γερμανία δια να αποδυθώ εις εθνικούς αγώνας». Στην απολογία του ανέφερε ακόμη..«τους Γερμανούς τους αγαπούσα και αυτοί με θεωρούσαν τον υπ’ αριθμόν ένα τίμιον Ελληνα». Παρουσίασε τον εαυτό του ως άνθρωπο που εμφορείται από εθνικά ιδεώδη και ότι ο αγώνας του απέβλεπε στην προάσπιση της Ελλάδας από τους κομμουνιστές και τους Βούλγαρους.
Τελικά το δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης ενός έτους για διατάραξη κοινής ησυχίας. Μετά την έκδοση της απόφασης δεν έμεινε στη φυλακή ούτε μια μέρα γιατί η ποινή είχε υπερκαλυφθεί από το χρόνο της προφυλάκισης. Μόνο συγνώμη δεν ζήτησε το ελληνικό κράτος από αυτόν τον τίμιο «πατριώτη» για την περιπέτεια του. Ο Γιασμάς για μια ακόμη φορά βγήκε αλώβητος και ευτύχησε να δει τον αγώνα του να δικαιώνεται από τους Απριλιανούς, όταν οι διδαχές του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και οι διώξεις των αριστερών ήταν ο πυρήνας της ιδεολογίας που κατεύθυνε τη δράση των χουντικών. Πέθανε το 1975, αφού όμως πρόλαβε την κατάρρευση των υπερασπιστών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και το οικοδόμημα των καλών «πατριωτών» να γίνεται στάχτη.
Σφοδρός αντικομμουνιστής το 1943 ίδρυσε με την βοήθεια των Γερμανών την «Εθνική Αντικομμουνιστική Οργάνωση Κατερίνης», η οποία ανάλαβε την καταδίωξη των αντιστασιακών της περιοχής. Τελικά ο ΕΛΑΣ του διέλυσε τη συμμορία και ο Γιοσμάς το καλοκαίρι του 44 κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη, όπου συνδέθηκε με τον δοσιλογικό ΕΕΣ του Κυριάκου Παπαδόπουλου και στη συνέχεια ανέλαβε ως ανθυπολοχαγός την διεύθυνση του λόχου προπαγάνδας στο εθελοντικό τάγμα του Πούλου, το οποίο ακολούθησε τους Γερμανούς στην αποχώρηση τους από την Ελλάδα. Αυτή η επιλογή πιθανότητα του έσωσε την ζωή, γιατί το Νοέμβριο του 1945 καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το δικαστήριο για προδοσία.
Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1947 και πέρασε από Ειδικό Δικαστήριο, το οποίο τον καταδίκασε εκ νέου σε θάνατο. Τελικά όχι μόνο δεν εκτελέστηκε, αλλά και σύντομα βρέθηκε εκτός φυλακής. Ο βασιλιάς Παύλος το 1950 του απένειμε χάρη μετατρέποντας την θανατική ποινή σε κάθειρξη 20 ετών και τελικά το 1951 ύστερα από τρία χρόνια κράτηση αφέθηκε ελεύθερος.
Ο Γιοσμάς στη συνέχεια άφησε να περάσει λίγος χρόνος, ώστε να ξεχαστεί η συνεργασία του με τους Γερμανούς και οι καταδικαστικές αποφάσεις και αφού πρώτα εξέδωσε το 1958 μια μηνιαία εφημερίδα την «Εξόρμησις», το 1960 ανέλαβε δράση. Οργάνωσε το «Σύνδεσμο Αγωνιστών και Θυμάτων Εθνικής Αντιστάσεως» του οποίου σκοπός ήταν σύμφωνα με το καταστατικό «η αναγνώρισις και αξιοποίησις του διεξαχθέντος κατά τη γερμανικήν κατοχήν και μετέπειτα μέχρι του 1949 αντικομμουνιστικού αγώνος». Μέλη της οργάνωσης του έγιναν παλιοί «συναγωνιστές» του από το τάγμα του Πούλου που όπως και αυτός είχαν καταφύγει στη Γερμανία και απέφυγαν τις περιπέτειες. Σε αυτούς ήρθαν να προστεθούν και νέα μέλη, τα οποία μπορεί να μην είχαν τις «περγαμηνές» των παλαιότερων, αλλά άνηκαν στην εθνικόφρονα παράταξη. Την ιδεολογική διαφώτιση όλων αυτών των καλών «πατριωτών» την είχε αναλάβει ο ίδιος ο Γιοσμάς, ο οποίος σε τακτά χρονικά διαστήματα έκανε ομιλίες σε ένα καφενείο – στέκι τους στην Ανω Τούμπα.
Στις ταυτότητες των μελών του συνδέσμου αναγραφόταν στο πίσω μέρος…«σκοπός του συνδέσμου είναι η υπεράσπισις της Πατρίδος μας και του Ελληνοχριστιανικού πολιτισμού μέχρις τελευταίας πνοής και δι όλων των μέσων», υποχρέωση των μελών ήταν…«η ενίσχυσις των Σωμάτων Ασφαλείας οσάκις παρίσταται ανάγκη δια την διατήρησιν της τάξεως και της ησυχίας στον τόπο μας».
Οσον αφορά το έμβλημα ήταν ο σταυρός της Μάλτας, δηλαδή ο ίδιος με το γερμανικό σιδηρούν πολεμικό σταυρό. Για την επιλογή του αυτή αργότερα το συμβούλιο των Εφετών ανέφερε …«Μη δυνάμενος ο καλός αυτός πατριώτης να χρησιμοποιήση την προσφιλή του σβάστικαν, την οποίαν έφερε και εδόξασεν ότε ενδεδυμένος γερμανικήν στολήν υπηρετεί εις το εναγές τάγμα Πούλου, έθεσεν ως έμβλημα της εφημερίδος του και των τατυτοτήτων των μελών της οργανώσεως του το σχήμα αυτό του γερμανικού σιδηρού πολεμικού σταυρού, του μόνου παρασήμου το οποίο έφερε πάντοτε του στήθους του ο Χίτλερ».
Σύντομα ο Γιοσμάς κατάφερε και βρήκε προσβάσεις στον κρατικό μηχανισμό που είχε στηθεί μετά τον εμφύλιο και συνδέθηκε με την ΕΡΕ. Τα μέλη του συνδέσμου επιστρατεύτηκαν από την ασφάλεια στην επίσκεψη του Ντε Γκολ το Μάρτιο 1963 στη Θεσσαλονίκη, όταν περίπου 1.000 εθνικόφρονες πολίτες που αναγνωρίζονταν από μια καρφίτσα στο σακάκι ανέλαβαν να ενισχύσουν την αστυνομία προκειμένου να τηρήσει την τάξη. Η συνεργασία τους ήταν απόρροια δεσμών αλληλοεξάρτησης, μια και οι παρακρατικοί έπαιρναν επαγγελματικές άδειες και είχαν βοήθειες για να βρουν δουλειά, ενώ σε αντάλλαγμα συγκροτούσαν ομάδες κρούσεις για να διαλύουν εκδηλώσεις της αριστεράς ή, εργατικές συγκεντρώσεις.
Μια τέτοια δουλειά ήταν και η «υποδοχή» που θα επιφύλασσαν οι παρακρατικοί στον βουλευτή της ΕΔΑ Γρηγόρη Λαμπράκη τον Μαϊο του 1963 στη Θεσσαλονίκη. Οργανώθηκε η συγκέντρωση των εθνικοφρόνων και οι ομάδες κρούσεις επιτέθηκαν στους αριστερούς, πάντα με τις πλάτες της αστυνομίας. Κατά τη διάρκεια των επεισοδίων το ένα μέλος του συνδέσμου του Γιοσμά ο Κοτζαμάνης κατάφερε με ρόπαλο να δολοφονήσει τον Λαμπράκη, ενώ το άλλο μέλος, ο Φωκάς τραυμάτισε σοβαρά τον βουλευτή Καβάλας Γιώργο Τσαρουχά.
Ο Κοτζαμάνης το πρωί της ίδιας μέρας είχε συνάντηση με τον Γιοσμά και όπως εκμυστηρεύτηκε σε «συναγωνιστές» του, ο αρχηγός του είχε αναθέσει μια δουλειά και δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά γιατί του είχε υποχρέωση. Η υποχρέωση ήταν πως ο Γιοσμάς είχε εξαγοράσει την ποινή των 50 ημερών που είχε επιβληθεί στον Κοτζαμάνη επειδή είχε κλοτσήσει μια έγκυο, της οποίας ο σύζυγος ήταν αριστερός.
Η δολοφονία του Λαμπράκη αποτέλεσε την κορυφαία μεταεμφυλιακή στιγμή της δράσης του Γιοσμά, ο οποίος κατηγορήθηκε για ηθική αυτουργία και οδηγήθηκε στη φυλακή. Το συμβούλιο των Εφετών στο παραπεμπτικό του βούλευμα ήταν πραγματικός καταπέλτης για τη δράση του μεγάλου αυτού «πατριώτη» από την κατοχή μέχρι τότε.
«Ο κατηγορούμενος Γιοσμάς αφου εβοήθησε πάση δυνάμει τον Γερμανόν κατακτητήν εις το να εμπήξη τους ήλους εις τας σάρκας και συντρίψη τα οστά του επί τετραετίαν σχεδόν σταυρουμένου έθνους αισθανόμενος την ανάγκην κάποιας δικαιώσεως και ιλασμού δια τας πράξεις του προβάλει τον υποκριτικόν ισχυρισμόν τον οποίον απ’ αρχής προέβαλλον όλοι οι δωσίλογοι και τον οποίον μετά τον φοβερόν Δεκέμβριον 1944, πολλοί αφελείς επίστευσαν, ότι δηλαδή δεν υπηρέτησεν τους Γερμανούς κατά το διάστημα της κατοχής κινούμενος εναντίον της Πατρίδος μας, αλλά απλώς ετάχθη με τους Γερμανούς προς καταπόλεμησιν του κομμουνισμού».
Οσον αφορά την μεταεμφυλιακή του πολιτεία…
«Ο Γιοσμάς αντιληφθείς αντικομμουνιστήν ζήτησιν επ αμοιβή και οσφρανθείς πλούσιας χορηγίας επανεμφανίζεται εις το προσκήνιον ολίγα έτη μετά την εκ των φυλακών εξοδόν του και συγκροτεί τον Σύνδεσμον αγωνιστών και θυμάτων εθνικής αντιστάσεως, τιτλοφορείται αρχηγός και αυτοχειροτονείται ως οπλαρχηγός εθνικής αντιστάσεως. Αυτός, ο όχι απλός ξένος προς πάσαν εθνικήν αντίστασιν, αλλα ο πολεμήσας λυσσαλέως μετά των Γερμανών…»
Και το βούλευμα κατέληγε:
«Εδώ εν σύμφυρμα κλεπτών, βιαστών, δοσίλογων και παντός είδους κακοποιών εν τη κοινωνία ενεφανίζετο προς εθνοκαπηλείαν και ανομολογήτους ιδιοτελείς σκοπούς ως προστάτης κοινωνικών καθεστώτων φύλαξ των ιερών και των οσίων. Κέρβερος του νόμου και της τάξης. Τι άλλο έπρεπε να αναμένη τις εξ αυτού ειμη ότι θα εξελίσσετο εις κακοήθη νεοπλασίαν εν τη κοινωνία».
Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Γιοσμάς προκάλεσε αρκετές φορές με τη συμπεριφορά του. Η απογοήτευση του για την …άδικη μεταχείριση από το κράτος αποτυπώθηκε στα λόγια του…«αλλά εγώ φταίω που γύρισα από την Γερμανία δια να αποδυθώ εις εθνικούς αγώνας». Στην απολογία του ανέφερε ακόμη..«τους Γερμανούς τους αγαπούσα και αυτοί με θεωρούσαν τον υπ’ αριθμόν ένα τίμιον Ελληνα». Παρουσίασε τον εαυτό του ως άνθρωπο που εμφορείται από εθνικά ιδεώδη και ότι ο αγώνας του απέβλεπε στην προάσπιση της Ελλάδας από τους κομμουνιστές και τους Βούλγαρους.
Τελικά το δικαστήριο του επέβαλε ποινή κάθειρξης ενός έτους για διατάραξη κοινής ησυχίας. Μετά την έκδοση της απόφασης δεν έμεινε στη φυλακή ούτε μια μέρα γιατί η ποινή είχε υπερκαλυφθεί από το χρόνο της προφυλάκισης. Μόνο συγνώμη δεν ζήτησε το ελληνικό κράτος από αυτόν τον τίμιο «πατριώτη» για την περιπέτεια του. Ο Γιασμάς για μια ακόμη φορά βγήκε αλώβητος και ευτύχησε να δει τον αγώνα του να δικαιώνεται από τους Απριλιανούς, όταν οι διδαχές του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και οι διώξεις των αριστερών ήταν ο πυρήνας της ιδεολογίας που κατεύθυνε τη δράση των χουντικών. Πέθανε το 1975, αφού όμως πρόλαβε την κατάρρευση των υπερασπιστών του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού και το οικοδόμημα των καλών «πατριωτών» να γίνεται στάχτη.