Πλήθος λέξεων
Δημοσιεύτηκε: Κυρ 24 Φεβ 2008, 19:37
Πλήθος λέξεων εις την αρχαίαν Ελλάδα, είχαν εν τελώς διαφορετικόν νόημα, από αυτό που έχουν σήμερον. Θα παραθέσω κάποιες λέξεις, των οποίων το νόημα θα μας βοηθήσει να κατανοήσομε καλλίτερα τα αρχαία κείμενα, ώστε να τ’ αποδώσομε ορθότερα στην νεοελληνικήν.
Η λέξις «αγγαρεία», η οποία σήμερον έχει ταυτιστεί με τα μερεμέτια και τις πρόχειρες εργασίες, είχε επί αρχαιότητος διαφορετικήν σημασίαν. Η λέξις «αγγαρεία» σήμαινε άγγελμα, είδησιν. Υπήρχε και ο κατάλληλος άνθρωπος, ο άγγαρος (περσική λέξις), ο οποίος ήτο έφιππος ταχυδρόμος (τοιούτοι υπήρχον εγκατεστημένοι εις ωρισμένους σταθμούς καθ’ όλην την Περσίαν διά την μεταφοράν των βασιλικών παραγγελιών).
Η λέξις «άγιος» σήμερον σημαίνει θείος, υπερφυσικός. Προέρχεται από την λέξιν άγος. Σήμαινε αφοσιωμένος, ο καθιερωμένος εις τους θεούς. Εν τη παλαιοτέρα αττική μετεχειρίζοντο το αγνός αντί του άγιος.
Μία λέξις την οποίαν αποστρέφεται ο νέο-ελληνικός λαός, είναι η «αγλαΐα» (εκ του αγλαός), που μας θυμίζει κάτι το άσχημον, το μονόχνοτον και το βρώμικον. Ουδώλως! Οι αρχαίοι Έλληνες λέγοντας αγλαόν εννοούσαν τον λαμπρόν, τον μεγαλοπρεπή. Αγλαΐα σήμαινε καλλονή, λαμπρότης, πομπώδης. Σύνθετες λέξεις (εκ του αγλαΐα, αγλαός) ήσαν οι παρακάτω:
Αγλαΐζω, καθιστώ λαμπρόν, στιλπνόν, λαμπρύνω, στολίζω.
Αγλάισμα, το στόλισμα, το σέμνωμα, το κόσμημα. Πρβλ. άγαλμα.
Αγλαϊσμός, καλλωπισμός.
Αγλαόβοτρυς, (αγλαός + βότρυς) ο έχων λαμπρούς βότρυς(=σταφυλή, «τσαμπί σταφυλιού»)
Αγλαόθυμος, (αγλαός + θυμός), ο έχων ευγενή ψυχήν.
Αγλαόπαις, (αγλαός + παις), ο έχων όμορφα, λαμπρά τέκνα.
Αγλαόμητις, (αγλαός + μήτις), ο έχων λαμπράν σοφίαν.
Και πολλές άλλες σύνθετες λέξεις.
Άγριος, εκ του αγρός, ήτο ο ζων εις τους αγρούς, ζων αγρίως. Εν ηθικήν έννοιαν ο άγριος, ήτο ο τραχύς, ο κακός, ο χαλεπός. Το αντίθετον του αγρίου ήτο η λέξις «αστείος» (= ο άνθρωπος εκ του αστέως, εκ του άστυ που σήμαινε πόλις).
Η γνωστή λέξις «αγχίαλος» είναι σύνθετη εκ του άγχι, του τοπ. επιρρήματος εγγύς, που σημαίνει πολύ κοντά, πλησίον. Αγχίαλος, ο πλησίον της θαλάσσης (επί πόλεων) αλλ’ επί νήσων σημαίνει ουσιαστικώς γύρωθεν περιβαλλόμενη υπό θαλάσσης, τρόπον τινά αμφίαλος.
Εταίρα-ος, όχι όμως, υπό την έννοιαν της κοινής πόρνης. Σήμαινε ο σύντροφος, ο φίλος, ο συμπολεμιστής, συνοδός, σύντροφος εν όπλοις. Εξ ου και το συνέταιρος, εταιρεία κ.ά. Εν τη αττική σήμαινε η παλλακίς, αντίθ. της νομίμου συζύγου. Πολλάκις εσήμαινε και αρωγός (=βοηθός), φιλικός.
Η λέξις «σχάρα», έχει αρχαίες ρίζες. Προφέρετο εσχάρα, εις την Ιωνίαν εσχάρη. Ήτο η εστία ή πυροστιά. Εις τους σλαβόφωνους λαούς προφέρεται Is-khra. Εις τα λατινικά scintillia (σπινθήρ). Εκ της εσχάρας παράγεται η λέξις εσχάριον, το πύραυνον («μαγκάλι»), γενικά η βάσις της εσχάρας.
Έπεται συνέχεια
Η λέξις «αγγαρεία», η οποία σήμερον έχει ταυτιστεί με τα μερεμέτια και τις πρόχειρες εργασίες, είχε επί αρχαιότητος διαφορετικήν σημασίαν. Η λέξις «αγγαρεία» σήμαινε άγγελμα, είδησιν. Υπήρχε και ο κατάλληλος άνθρωπος, ο άγγαρος (περσική λέξις), ο οποίος ήτο έφιππος ταχυδρόμος (τοιούτοι υπήρχον εγκατεστημένοι εις ωρισμένους σταθμούς καθ’ όλην την Περσίαν διά την μεταφοράν των βασιλικών παραγγελιών).
Η λέξις «άγιος» σήμερον σημαίνει θείος, υπερφυσικός. Προέρχεται από την λέξιν άγος. Σήμαινε αφοσιωμένος, ο καθιερωμένος εις τους θεούς. Εν τη παλαιοτέρα αττική μετεχειρίζοντο το αγνός αντί του άγιος.
Μία λέξις την οποίαν αποστρέφεται ο νέο-ελληνικός λαός, είναι η «αγλαΐα» (εκ του αγλαός), που μας θυμίζει κάτι το άσχημον, το μονόχνοτον και το βρώμικον. Ουδώλως! Οι αρχαίοι Έλληνες λέγοντας αγλαόν εννοούσαν τον λαμπρόν, τον μεγαλοπρεπή. Αγλαΐα σήμαινε καλλονή, λαμπρότης, πομπώδης. Σύνθετες λέξεις (εκ του αγλαΐα, αγλαός) ήσαν οι παρακάτω:
Αγλαΐζω, καθιστώ λαμπρόν, στιλπνόν, λαμπρύνω, στολίζω.
Αγλάισμα, το στόλισμα, το σέμνωμα, το κόσμημα. Πρβλ. άγαλμα.
Αγλαϊσμός, καλλωπισμός.
Αγλαόβοτρυς, (αγλαός + βότρυς) ο έχων λαμπρούς βότρυς(=σταφυλή, «τσαμπί σταφυλιού»)
Αγλαόθυμος, (αγλαός + θυμός), ο έχων ευγενή ψυχήν.
Αγλαόπαις, (αγλαός + παις), ο έχων όμορφα, λαμπρά τέκνα.
Αγλαόμητις, (αγλαός + μήτις), ο έχων λαμπράν σοφίαν.
Και πολλές άλλες σύνθετες λέξεις.
Άγριος, εκ του αγρός, ήτο ο ζων εις τους αγρούς, ζων αγρίως. Εν ηθικήν έννοιαν ο άγριος, ήτο ο τραχύς, ο κακός, ο χαλεπός. Το αντίθετον του αγρίου ήτο η λέξις «αστείος» (= ο άνθρωπος εκ του αστέως, εκ του άστυ που σήμαινε πόλις).
Η γνωστή λέξις «αγχίαλος» είναι σύνθετη εκ του άγχι, του τοπ. επιρρήματος εγγύς, που σημαίνει πολύ κοντά, πλησίον. Αγχίαλος, ο πλησίον της θαλάσσης (επί πόλεων) αλλ’ επί νήσων σημαίνει ουσιαστικώς γύρωθεν περιβαλλόμενη υπό θαλάσσης, τρόπον τινά αμφίαλος.
Εταίρα-ος, όχι όμως, υπό την έννοιαν της κοινής πόρνης. Σήμαινε ο σύντροφος, ο φίλος, ο συμπολεμιστής, συνοδός, σύντροφος εν όπλοις. Εξ ου και το συνέταιρος, εταιρεία κ.ά. Εν τη αττική σήμαινε η παλλακίς, αντίθ. της νομίμου συζύγου. Πολλάκις εσήμαινε και αρωγός (=βοηθός), φιλικός.
Η λέξις «σχάρα», έχει αρχαίες ρίζες. Προφέρετο εσχάρα, εις την Ιωνίαν εσχάρη. Ήτο η εστία ή πυροστιά. Εις τους σλαβόφωνους λαούς προφέρεται Is-khra. Εις τα λατινικά scintillia (σπινθήρ). Εκ της εσχάρας παράγεται η λέξις εσχάριον, το πύραυνον («μαγκάλι»), γενικά η βάσις της εσχάρας.
Έπεται συνέχεια