Οι μάρτυρες του Χεϊμάρκετ
Δημοσιεύτηκε: Τετ 30 Απρ 2008, 13:26
Πριν ένα χρόνο είχα γράψει ένα δικό μου κείμενο στο παλιό φόρουμ για τους ήρωες του Χέιμαρκετ και την πρωτομαγιά. Δυστυχώς δεν το βρήκα, αλλά επειδή βαριόμουν να γράψω κάποιο άλλο θα παρουσιάσω δύο αφιερώματα. Το πρώτο είναι από την Ελευθεροτυπία.
http://www.enet.gr/online/online_text/c ... 10.05.2005
119 χρόνια αγώνων περίμεναν μια... κυβέρνηση Ν.Δ.
Του ΝΙΚΟΥ ΡΑΠΤΗ
Η μη μετάθεση της ημέρας εορτασμού της Εργατικής Πρωτομαγιάς αποτελεί μια μάλλον αστεία υπόθεση. Οπως αστεία είναι κάθε εξουσία (εάν της αφαιρεθεί το μονοπώλιο της βίας, π.χ. Μπους, Μπλερ, Μπερλουσκόνι και λοιποί παρ' ημίν ηγέτες).
Το μνημείο των μαρτύρων στη Haymarket. Στη βάση του μνημείου υπάρχουν τα λόγια του August Spies πριν από την εκτέλεσή του: «Θα έρθει καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που εσείς στραγγαλίζετε σήμερα». Η φωτογραφία είναι από εκδήλωση του 1971. Βρίσκεται στο νεκροταφείο Waldheim, στο Σικάγο, από το 1893. Είναι ίσως το σημαντικότερο μνημείο στην παγκόσμια ιστορία της Αριστεράς.
Το καλό (και σοβαρό) είναι ότι η μη μετάθεση δίνει την ευκαιρία να έρθει στο προσκήνιο η Πρωτομαγιά και να γίνει συζήτηση γι' αυτήν. Μια προσπάθεια συμβολής σ' αυτήν τη συζήτηση αποτελεί το παρόν κείμενο (και οι φωτογραφίες που το συνοδεύουν).
Ο αγώνας για το 8ωρο είχε αρχίσει ήδη από το 1836, επί Κολοκοτρώνη (!), όταν το αμερικανικό εργατικό έντυπο «National Laborer» έγραφε: «Οκτώ ώρες καθημερινής δουλειάς είναι πάνω από αρκετές για να κάνει ένας άνθρωπος». Η απαίτηση αυτή συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες και το 1863 το Συνδικάτο Μηχανουργών και Σιδηρουργών μαζί με τη Συνέλευση Τεχνιτών της Βοστώνης μάζεψαν 800 δολάρια και ανέθεσαν σε ένα νεαρό μηχανουργό, τον Ira Steward, να προωθήσει το θέμα. Ο νεαρός μηχανουργός αφιέρωσε τη ζωή του στο να δώσει στους εργάτες περισσότερο ελεύθερο χρόνο, ώστε να τους «ελευθερώσει από τη σκλαβιά, την άγνοια και τις κακίες της φτώχειας».
Το 1868, έξι αμερικανικές πολιτείες και αρκετές πόλεις υιοθετούν το 8ωρο. Το ίδιο κάνει με νόμο το αμερικανικό Κογκρέσο για τους δικούς του υπαλλήλους. Ομως, οι διατάξεις έχουν τόσα «παραθυράκια», ώστε είναι σχεδόν άχρηστες.
Τέλος, το 1886 στο Σικάγο, όπου υπάρχει μια αρκετά δυνατή συνδικαλιστική κίνηση, με ψυχή αυτής της κίνησης τους αναρχοσυνδικαλιστές, η Αμερικανική Συνομοσπονδία Εργατών αποφασίζει: «Από και μετά την 1η Μαΐου 1886 οι οκτώ ώρες αποτελούν τη νόμιμη εργασία για μια μέρα». Από τη μέρα αυτή ξεκινάει στο Σικάγο γενική απεργία.
Το τι επακολούθησε στο Σικάγο είναι λίγο ώς πολύ γνωστό. Εντούτοις, παραθέτουμε ένα σύντομο ιστορικό, γιατί νομίζουμε ότι υπάρχουν μάλλον άγνωστες λεπτομέρειες που, όμως, είναι σημαντικές.
Το πρωί της 1ης Μαΐου 1886, της ημέρας που θα γινόταν μια παρέλαση για το ξεκίνημα του αγώνα για το 8ωρο, η εφημερίδα «Mail» του Σικάγου προετοίμαζε το έδαφος γι' αυτά που θα ακολουθούσαν. Στο κύριο άρθρο της έγραφε:
«Σημαδέψτε τους»
«Υπάρχουν δύο παλιάνθρωποι που είναι ελεύθεροι στην πόλη· δύο ύπουλοι άνανδροι που προσπαθούν να δημιουργήσουν φασαρίες. Ο ένας από αυτούς ονομάζεται Parsons· ο άλλος ονομάζεται Spies... Σημαδέψτε τους για τα σημερινά... Κάντε τους παράδειγμα, εάν δημιουργηθεί φασαρία...».
Και ο Parsons και ο Spies κρεμάστηκαν, με τη βοήθεια και των δημοσιογράφων, γιατί τόλμησαν να ζητήσουν 8 ώρες δουλειά αντί για 12. Το πόσο παλιάνθρωποι ήταν ο Parsons και ο Spies φαίνεται από τα σύντομα βιογραφικά στοιχεία που δίνουμε κάτω από τις φωτογραφίες τους στο παρόν άρθρο.
Η 1η Μαΐου 1886 ήταν μια ηλιόλουστη σαββατιάτικη ημέρα. Ο Parsons πήρε τη γυναίκα του Lucy (βλέπε φωτογραφία) και τα δύο μικρά παιδιά τους και πήγαν στην παρέλαση για το 8ωρο. Η παρέλαση ήταν ειρηνική και ο κόσμος στο τέλος πήγε ήσυχα στο σπίτι του. Δηλαδή, η πρώτη Εργατική Πρωτομαγιά στην Ιστορία είχε τελειώσει με ειρηνικό τρόπο.
Ομως, τους προύχοντες (μη παλιανθρώπους) του Σικάγου, δηλαδή τους εργολάβους, τους εργοστασιάρχες, τους εμπόρους κ.λπ., τους είχε πιάσει πανικός με το φάσμα της επερχόμενης απεργίας. Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να συσκέπτονται στο ξενοδοχείο «Sherman» και αλλού για να σχεδιάσουν τη στρατηγική τους για αντεπίθεση.
Συγχρόνως, οι ως άνω προύχοντες είχαν φροντίσει να υπάρχουν εκατοντάδες αστυνομικοί, pinkertons (ιδιωτικοί αστυνομικοί), και ακόμη 1.350 στρατιώτες της Εθνοφρουράς για ώρα ανάγκης. Μάλιστα, η «Εμπορική Λέσχη» του Σικάγου είχε δωρίσει 2.000 δολάρια (μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 1886) για την αγορά νέων «φανταχτερών» πολυβόλων τύπου Gatling.
Επειτα από τρεις ημέρες, στις 3 Μαΐου, ο Spies (ο δεύτερος «παλιάνθρωπος») βγάζει λόγο σε 6.000 απεργούς. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα γίνεται ένα επεισόδιο με απεργούς και απεργοσπάστες. Ξαφνικά παρουσιάζονται 200 αστυνομικοί και αρχίζουν να πυροβολούν στο ψαχνό. Σκοτώνονται 4 ή 6 εργάτες (έχει μείνει άγνωστο μέχρι σήμερα).
Την επόμενη ημέρα, 4 Μαΐου, στις 9 το πρωί, συντάσσεται μια προκήρυξη (βλέπε φωτογραφία) που καλεί τους εργάτες σε συγκέντρωση στις 7.30 το βράδυ στην πλατεία της Haymarket. Παρουσιάζονται μόνο 800 έως 1.000 εργάτες. Μιλάει ο Spies για μισή ώρα και μετά ο Parsons, ο οποίος έχει έρθει πάλι με τη γυναίκα του Lucy και τα δύο παιδιά τους, μια και δεν περίμεναν φασαρίες. Ο Parsons αποχωρεί και οι ομιλίες συνεχίζονται ενώ οι περισσότεροι εργάτες αποχωρούν, γιατί έχει αρχίσει να βρέχει, και παραμένουν καμιά 200αριά. Ο δήμαρχος του Σικάγου Harrison, που παρακολουθεί τη συγκέντρωση, λέει στον επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος της περιοχής, τον γνωστό για τη βαρβαρότητά του John Bonfield, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για επεισόδια και να αποσύρει τους άνδρες του, και στη συνέχεια αποχωρεί και πάει σπίτι του.
Ξαφνικά μια βόμβα
Αρχίζει να μιλάει ο τελευταίος ομιλητής, ο Sam Fielden, οπότε, μετά την αποχώρηση του δημάρχου, ο Bonfield πηγαίνει με 180 αστυνομικούς και διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Ξαφνικά ρίχνεται μια βόμβα ανάμεσα στους αστυνομικούς.
Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ποιος πέταξε τη βόμβα. Οι επικρατούσες απόψεις είναι: είτε ότι ήταν προβοκάτσια της ίδιας της αστυνομίας ή ότι ρίχτηκε από ένα άτομο, για προσωπική εκδίκηση κατά των αστυνομικών.
Σκοτώθηκε ένας αστυνομικός επιτόπου και 6 πέθαναν αργότερα, οι περισσότεροι από σφαίρες των ίδιων των συναδέλφων τους. Ο αριθμός των εργατών που σκοτώθηκαν από τους αστυνομικούς παραμένει άγνωστος.
Την επομένη ακολουθεί πογκρόμ κατά των εργατών με προτροπή του εισαγγελέα Julius Grinnel (βλέπε γκραβούρα) ο οποίος λέει: «Κάντε πρώτα τις επιδρομές για σύλληψη και κατόπιν εξετάστε το νόμο».
Από τους συλληφθέντες δικάζονται οκτώ: ο Spies, ο Parsons, ο Fielden και άλλοι πέντε αναρχικοί ακτιβιστές.
Στις 11 Νοεμβρίου 1887 εκτελούνται δι' απαγχονισμού ο Parson, ο Spies, ο Engel και ο Fischer. Ο Lingg αυτοκτονεί στο κελί του. Οι Schwab και Fielden καταδικάζονται σε ισόβια και ο Neebe σε 15 χρόνια. Στην κηδεία των «μαρτύρων της Haymarket» (όπως αποκαλούνται από τότε) συμμετέχουν 600.000 άνθρωποι. Στις 25 Ιουνίου 1893 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του μνημείου των αναρχικών μαρτύρων στο νεκροταφείο Waldheim, κοντά στο Σικάγο (βλέπε φωτογραφία). Την επομένη, ο κυβερνήτης του Ιλινόις, ο John Ρ. Altgeld, αποφυλακίζει τους 3 φυλακισμένους, δηλώνοντας ότι ήταν αθώοι και θύματα μια στημένης δίκης. Αυτή η πράξη σήμανε, εν επιγνώσει του, τον πολιτικό θάνατο του Altgeld.
Ομως, μνημείο έστησαν και οι προύχοντες του Σικάγου στους αστυνομικούς, διαθέτοντας 10.000 δολάρια. Το άγαλμα φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη John Gelert (βλέπε φωτογραφία του μνημείου), ο οποίος διάλεξε για μοντέλο τον «τέλειο αστυνομικό», τον Ιρλανδοαμερικανό Thomas F. Birmingham. Ο Birmingham, αργότερα, εκδιώχθηκε από την αστυνομία ως κλεπταποδόχος και συνεργάτης εγκληματιών. Πέθανε από το ποτό σαν μικροκλέφτης σε μια κακόφημη συνοικία.
Το άγαλμα του αστυνομικού, από μια εκδήλωση του 1969 για την επέτειο της Haymarket. Υστερα από λίγο καιρό το άγαλμα ανατινάχτηκε.
Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος έγιναν το 1889. Παρόντες ήταν 2.000 άνθρωποι. Στις 24 Μαΐου 1890 έγινε αποτυχημένη προσπάθεια ανατίναξης του αγάλματος. Το Μάιο του 1903 ξηλώθηκαν οι μπρούντζινες επιγραφές του. Το 1927, στην 41η επέτειο της Haymarket, ένας οδηγός τραμ, ονόματι Ο' Neil εκτροχίασε επίτηδες το βαγόνι του τραμ που οδηγούσε και το έριξε πάνω στο μνημείο, γκρεμίζοντας το άγαλμα του αστυνομικού. Στις 4 Μαΐου 1968, το άγαλμα μπουγελώθηκε με μαύρη μπογιά, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Στις 6 Οκτωβρίου του 1969 το άγαλμα ανατινάχτηκε. Ανατινάχτηκε πάλι στις 6 Οκτωβρίου 1970. Ο δήμαρχος έβαλε φρουρά επί 24 ώρες το 24ωρο, που κόστιζε 67.440 δολάρια το χρόνο. Τέλος, το 1976 το άγαλμα του αστυνομικού μεταφέρθηκε μέσα στον κήπο της Ακαδημίας της Αστυνομίας (για προστασία). Το 1889, λόγω εγκληματικών δραστηριοτήτων, είχε απομακρυνθεί από την αστυνομία ο κύριος υπεύθυνος της σφαγής, ο αστυνομικός John Bonfield, μαζί με δύο άλλους ανώτερους αξιωματικούς της αστυνομίας.
«Ο κύβος ερρίφθη...»
Πριν από την παρέλαση της 1ης Μαΐου 1886 είχε κυκλοφορήσει το φύλλο της εργατικής εφημερίδας «Die Arbeiter Zeitung», αρχισυντάκτης της οποίας ήταν ο Spies, στο οποίο αυτός έγραφε: «Ο κύβος ερρίφθη. Η πρώτη του Μάη, της οποίας η ιστορική σημασία θα κατανοηθεί και θα εκτιμηθεί μόνο όταν περάσουν τα χρόνια, έχει ήδη φτάσει».
Ετσι, για παράδειγμα, στην Ιαπωνία, το 1911, εκτελείται ο Shusui Kotoku και άλλοι 11 σύντροφοί του, που συνέχιζαν τον αγώνα που ξεκίνησε στη Haymarket. Ετσι αναχαιτίζεται η πορεία της Αριστεράς στην Ιαπωνία.
Στη μόνη χώρα που δεν γιορτάζεται η Εργατική Πρωτομαγιά είναι οι ΗΠΑ! Πράγμα που ωθεί κάποιον να μπει στον πειρασμό να σκεφτεί μήπως οι παρ' ημίν προστάτες της εξουσίας, με τα τωρινά ευτράπελα περί μη μετάθεσης, στοχεύουν να κερδίσουν «πόντους» από τη «μητέρα» ΗΠΑ...
August Spies (1855-1887)
Γεννήθηκε στη Γερμανία. Πήγε στις ΗΠΑ ως μετανάστης το 1872. Δεινός συγγραφέας και στα γερμανικά και στα αγγλικά.
Αρχισυντάκτης της αναρχικής ημερήσιας εφημερίδας «Arbeiter-Zeitung». Ο Spies όταν διάβασε ένα γαλλικό άρθρο με τίτλο «Η επόμενη ημέρα μετά την επανάσταση» ρώτησε ένα σύντροφό του τι θα έκανε την επόμενη ημέρα. Ο σύντροφος απάντησε: «Θα σε έβαζα φυλακή μέχρις ότου καταλαγιάσουν όλα, γιατί ο συναισθηματισμός σου θα μας εμπόδιζε να εφαρμόσουμε δραστικές μεθόδους».
Πριν τον κρεμάσουν, μέσα από την κουκούλα που του είχαν φορέσει έκανε μια σύντομη δήλωση:
«Θα έρθει καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που εσείς στραγγαλίζετε σήμερα».
Lucy Parsons (1853-1942)
Η Lucy Parsons ήταν γυναίκα, μαύρη (με ινδιάνικο αίμα μέσα της), αναρχική και αγνώστων γονέων. Συνεπώς, έπρεπε να σβηστεί από την Ιστορία. Για το σκοπό αυτό, όπως λέει η ιστορικός Carolyn Ashbaugh, «οι δυνάμεις του "νόμου και της τάξης" άρπαξαν τα προσωπικά της έγγραφα μόλις πέθανε».
Η Lucy Parsons πολύ πριν από τη σφαγή της Haymarket ήταν μια ηγετική μορφή στο συνδικαλιστικό κίνημα της Αμερικής. Το συγγραφικό και το ακτιβιστικό έργο της την κατατάσσει στις πιο σημαντικές (και πιο αγνοημένες) προσωπικότητες της παγκόσμιας Αριστεράς.
Δεν είναι υπερβολή ότι η αναγνώριση και η διατήρηση της Εργατικής Πρωτομαγιάς οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες αυτής της γυναίκας, η οποία για 55 χρόνια μετά την εκτέλεση του συζύγου της, του Albert R. Parsons, αφιέρωσε τη ζωή της στο σκοπό αυτό και στον αγώνα υπέρ των απλών ανθρώπων. Ο γράφων αφιερώνει το παρόν άρθρο στη μνήμη της Lucy Parsons.
Albert R. Parsons (1848-1887)
Εμεινε ορφανός στα πέντε του και στάλθηκε να ζήσει στο σπίτι του μεγαλύτερου αδελφού του. Τον μεγάλωσε μια μαύρη σκλάβα, η θεία Esther. Στον εμφύλιο πολέμησε με τους Νότιους κατά της κατάργησης των σκλάβων. Οταν επέστρεψε, ντρεπόταν να κοιτάξει τη μαύρη θεία Esther, που ήταν ουσιαστικά η μητέρα του. Επειτα από μια μακρά συζήτηση μαζί της άλλαξε ριζικά η ζωή του. Πολιτικοιποιήθηκε, έγινε δεινός ρήτορας και αρχισυντάκτης της αγγλόφωνης αναρχικής εφημερίδας «Alarm». Παντρεύτηκε τη Lucy Gathings και έκανε δύο παιδιά μαζί της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Ας ακουστεί η φωνή του λαού».
Nina Van Zandt Spies
Κόρη πάμπλουτης οικογένειας του Σικάγου. Οπως ήταν η μόδα, πήγε με τη μητέρα της να παρακολουθήσει τη δίκη των αναρχικών της Haymarket «για να σπάσει πλάκα». Ομως εκεί άνοιξε ένας καινούργιος κόσμος γι' αυτήν. Αρχισε να επισκέπτεται τους κρατούμενους στη φυλακή και όταν της απαγορεύτηκαν οι επισκέψεις παντρεύτηκε τον Spies. Μπήκε στο κίνημα της Αριστεράς και πέθανε το 1936 σε απόλυτη φτώχεια, αφού μια θεία της την είχε αποκλη- ρώσει από μια κληρονομιά μισού εκατομμυρίου δολαρίων (του 1886).
Η προκήρυξη της 4ης Μαΐου 1886
Αυτή είναι η πιο σημαντική προκήρυξη στο παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα. Η προτελευταία φράση (στο αγγλικό και στο γερμανικό κείμενο) λέει:
«Εργαζόμενοι, οπλιστείτε...» για την εκδήλωση στη Haymarket. Πολύ λίγες προκηρύξεις κυκλοφόρησαν με αυτή τη φράση, γιατί όταν ο Spies είδε την προκήρυξη επέμεινε να σβηστεί η φράση, πράγμα που έγινε.
Ο εισαγγελέας Julius Grinnel
Πρώτα δέρνεις και μετά εξετάζεις τον νόμο. Αυτή ήταν η νομική του «φιλοσοφία».
http://www.enet.gr/online/online_text/c ... 10.05.2005
119 χρόνια αγώνων περίμεναν μια... κυβέρνηση Ν.Δ.
Του ΝΙΚΟΥ ΡΑΠΤΗ
Η μη μετάθεση της ημέρας εορτασμού της Εργατικής Πρωτομαγιάς αποτελεί μια μάλλον αστεία υπόθεση. Οπως αστεία είναι κάθε εξουσία (εάν της αφαιρεθεί το μονοπώλιο της βίας, π.χ. Μπους, Μπλερ, Μπερλουσκόνι και λοιποί παρ' ημίν ηγέτες).
Το μνημείο των μαρτύρων στη Haymarket. Στη βάση του μνημείου υπάρχουν τα λόγια του August Spies πριν από την εκτέλεσή του: «Θα έρθει καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που εσείς στραγγαλίζετε σήμερα». Η φωτογραφία είναι από εκδήλωση του 1971. Βρίσκεται στο νεκροταφείο Waldheim, στο Σικάγο, από το 1893. Είναι ίσως το σημαντικότερο μνημείο στην παγκόσμια ιστορία της Αριστεράς.
Το καλό (και σοβαρό) είναι ότι η μη μετάθεση δίνει την ευκαιρία να έρθει στο προσκήνιο η Πρωτομαγιά και να γίνει συζήτηση γι' αυτήν. Μια προσπάθεια συμβολής σ' αυτήν τη συζήτηση αποτελεί το παρόν κείμενο (και οι φωτογραφίες που το συνοδεύουν).
Ο αγώνας για το 8ωρο είχε αρχίσει ήδη από το 1836, επί Κολοκοτρώνη (!), όταν το αμερικανικό εργατικό έντυπο «National Laborer» έγραφε: «Οκτώ ώρες καθημερινής δουλειάς είναι πάνω από αρκετές για να κάνει ένας άνθρωπος». Η απαίτηση αυτή συνεχίστηκε τις επόμενες δεκαετίες και το 1863 το Συνδικάτο Μηχανουργών και Σιδηρουργών μαζί με τη Συνέλευση Τεχνιτών της Βοστώνης μάζεψαν 800 δολάρια και ανέθεσαν σε ένα νεαρό μηχανουργό, τον Ira Steward, να προωθήσει το θέμα. Ο νεαρός μηχανουργός αφιέρωσε τη ζωή του στο να δώσει στους εργάτες περισσότερο ελεύθερο χρόνο, ώστε να τους «ελευθερώσει από τη σκλαβιά, την άγνοια και τις κακίες της φτώχειας».
Το 1868, έξι αμερικανικές πολιτείες και αρκετές πόλεις υιοθετούν το 8ωρο. Το ίδιο κάνει με νόμο το αμερικανικό Κογκρέσο για τους δικούς του υπαλλήλους. Ομως, οι διατάξεις έχουν τόσα «παραθυράκια», ώστε είναι σχεδόν άχρηστες.
Τέλος, το 1886 στο Σικάγο, όπου υπάρχει μια αρκετά δυνατή συνδικαλιστική κίνηση, με ψυχή αυτής της κίνησης τους αναρχοσυνδικαλιστές, η Αμερικανική Συνομοσπονδία Εργατών αποφασίζει: «Από και μετά την 1η Μαΐου 1886 οι οκτώ ώρες αποτελούν τη νόμιμη εργασία για μια μέρα». Από τη μέρα αυτή ξεκινάει στο Σικάγο γενική απεργία.
Το τι επακολούθησε στο Σικάγο είναι λίγο ώς πολύ γνωστό. Εντούτοις, παραθέτουμε ένα σύντομο ιστορικό, γιατί νομίζουμε ότι υπάρχουν μάλλον άγνωστες λεπτομέρειες που, όμως, είναι σημαντικές.
Το πρωί της 1ης Μαΐου 1886, της ημέρας που θα γινόταν μια παρέλαση για το ξεκίνημα του αγώνα για το 8ωρο, η εφημερίδα «Mail» του Σικάγου προετοίμαζε το έδαφος γι' αυτά που θα ακολουθούσαν. Στο κύριο άρθρο της έγραφε:
«Σημαδέψτε τους»
«Υπάρχουν δύο παλιάνθρωποι που είναι ελεύθεροι στην πόλη· δύο ύπουλοι άνανδροι που προσπαθούν να δημιουργήσουν φασαρίες. Ο ένας από αυτούς ονομάζεται Parsons· ο άλλος ονομάζεται Spies... Σημαδέψτε τους για τα σημερινά... Κάντε τους παράδειγμα, εάν δημιουργηθεί φασαρία...».
Και ο Parsons και ο Spies κρεμάστηκαν, με τη βοήθεια και των δημοσιογράφων, γιατί τόλμησαν να ζητήσουν 8 ώρες δουλειά αντί για 12. Το πόσο παλιάνθρωποι ήταν ο Parsons και ο Spies φαίνεται από τα σύντομα βιογραφικά στοιχεία που δίνουμε κάτω από τις φωτογραφίες τους στο παρόν άρθρο.
Η 1η Μαΐου 1886 ήταν μια ηλιόλουστη σαββατιάτικη ημέρα. Ο Parsons πήρε τη γυναίκα του Lucy (βλέπε φωτογραφία) και τα δύο μικρά παιδιά τους και πήγαν στην παρέλαση για το 8ωρο. Η παρέλαση ήταν ειρηνική και ο κόσμος στο τέλος πήγε ήσυχα στο σπίτι του. Δηλαδή, η πρώτη Εργατική Πρωτομαγιά στην Ιστορία είχε τελειώσει με ειρηνικό τρόπο.
Ομως, τους προύχοντες (μη παλιανθρώπους) του Σικάγου, δηλαδή τους εργολάβους, τους εργοστασιάρχες, τους εμπόρους κ.λπ., τους είχε πιάσει πανικός με το φάσμα της επερχόμενης απεργίας. Χωρίστηκαν σε ομάδες και άρχισαν να συσκέπτονται στο ξενοδοχείο «Sherman» και αλλού για να σχεδιάσουν τη στρατηγική τους για αντεπίθεση.
Συγχρόνως, οι ως άνω προύχοντες είχαν φροντίσει να υπάρχουν εκατοντάδες αστυνομικοί, pinkertons (ιδιωτικοί αστυνομικοί), και ακόμη 1.350 στρατιώτες της Εθνοφρουράς για ώρα ανάγκης. Μάλιστα, η «Εμπορική Λέσχη» του Σικάγου είχε δωρίσει 2.000 δολάρια (μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε στο 1886) για την αγορά νέων «φανταχτερών» πολυβόλων τύπου Gatling.
Επειτα από τρεις ημέρες, στις 3 Μαΐου, ο Spies (ο δεύτερος «παλιάνθρωπος») βγάζει λόγο σε 6.000 απεργούς. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα γίνεται ένα επεισόδιο με απεργούς και απεργοσπάστες. Ξαφνικά παρουσιάζονται 200 αστυνομικοί και αρχίζουν να πυροβολούν στο ψαχνό. Σκοτώνονται 4 ή 6 εργάτες (έχει μείνει άγνωστο μέχρι σήμερα).
Την επόμενη ημέρα, 4 Μαΐου, στις 9 το πρωί, συντάσσεται μια προκήρυξη (βλέπε φωτογραφία) που καλεί τους εργάτες σε συγκέντρωση στις 7.30 το βράδυ στην πλατεία της Haymarket. Παρουσιάζονται μόνο 800 έως 1.000 εργάτες. Μιλάει ο Spies για μισή ώρα και μετά ο Parsons, ο οποίος έχει έρθει πάλι με τη γυναίκα του Lucy και τα δύο παιδιά τους, μια και δεν περίμεναν φασαρίες. Ο Parsons αποχωρεί και οι ομιλίες συνεχίζονται ενώ οι περισσότεροι εργάτες αποχωρούν, γιατί έχει αρχίσει να βρέχει, και παραμένουν καμιά 200αριά. Ο δήμαρχος του Σικάγου Harrison, που παρακολουθεί τη συγκέντρωση, λέει στον επικεφαλής του αστυνομικού τμήματος της περιοχής, τον γνωστό για τη βαρβαρότητά του John Bonfield, ότι δεν υπάρχει κίνδυνος για επεισόδια και να αποσύρει τους άνδρες του, και στη συνέχεια αποχωρεί και πάει σπίτι του.
Ξαφνικά μια βόμβα
Αρχίζει να μιλάει ο τελευταίος ομιλητής, ο Sam Fielden, οπότε, μετά την αποχώρηση του δημάρχου, ο Bonfield πηγαίνει με 180 αστυνομικούς και διατάσσει να διαλυθεί η συγκέντρωση. Ξαφνικά ρίχνεται μια βόμβα ανάμεσα στους αστυνομικούς.
Μέχρι σήμερα δεν έχει βρεθεί ποιος πέταξε τη βόμβα. Οι επικρατούσες απόψεις είναι: είτε ότι ήταν προβοκάτσια της ίδιας της αστυνομίας ή ότι ρίχτηκε από ένα άτομο, για προσωπική εκδίκηση κατά των αστυνομικών.
Σκοτώθηκε ένας αστυνομικός επιτόπου και 6 πέθαναν αργότερα, οι περισσότεροι από σφαίρες των ίδιων των συναδέλφων τους. Ο αριθμός των εργατών που σκοτώθηκαν από τους αστυνομικούς παραμένει άγνωστος.
Την επομένη ακολουθεί πογκρόμ κατά των εργατών με προτροπή του εισαγγελέα Julius Grinnel (βλέπε γκραβούρα) ο οποίος λέει: «Κάντε πρώτα τις επιδρομές για σύλληψη και κατόπιν εξετάστε το νόμο».
Από τους συλληφθέντες δικάζονται οκτώ: ο Spies, ο Parsons, ο Fielden και άλλοι πέντε αναρχικοί ακτιβιστές.
Στις 11 Νοεμβρίου 1887 εκτελούνται δι' απαγχονισμού ο Parson, ο Spies, ο Engel και ο Fischer. Ο Lingg αυτοκτονεί στο κελί του. Οι Schwab και Fielden καταδικάζονται σε ισόβια και ο Neebe σε 15 χρόνια. Στην κηδεία των «μαρτύρων της Haymarket» (όπως αποκαλούνται από τότε) συμμετέχουν 600.000 άνθρωποι. Στις 25 Ιουνίου 1893 γίνονται τα αποκαλυπτήρια του μνημείου των αναρχικών μαρτύρων στο νεκροταφείο Waldheim, κοντά στο Σικάγο (βλέπε φωτογραφία). Την επομένη, ο κυβερνήτης του Ιλινόις, ο John Ρ. Altgeld, αποφυλακίζει τους 3 φυλακισμένους, δηλώνοντας ότι ήταν αθώοι και θύματα μια στημένης δίκης. Αυτή η πράξη σήμανε, εν επιγνώσει του, τον πολιτικό θάνατο του Altgeld.
Ομως, μνημείο έστησαν και οι προύχοντες του Σικάγου στους αστυνομικούς, διαθέτοντας 10.000 δολάρια. Το άγαλμα φιλοτεχνήθηκε από τον γλύπτη John Gelert (βλέπε φωτογραφία του μνημείου), ο οποίος διάλεξε για μοντέλο τον «τέλειο αστυνομικό», τον Ιρλανδοαμερικανό Thomas F. Birmingham. Ο Birmingham, αργότερα, εκδιώχθηκε από την αστυνομία ως κλεπταποδόχος και συνεργάτης εγκληματιών. Πέθανε από το ποτό σαν μικροκλέφτης σε μια κακόφημη συνοικία.
Το άγαλμα του αστυνομικού, από μια εκδήλωση του 1969 για την επέτειο της Haymarket. Υστερα από λίγο καιρό το άγαλμα ανατινάχτηκε.
Τα αποκαλυπτήρια του αγάλματος έγιναν το 1889. Παρόντες ήταν 2.000 άνθρωποι. Στις 24 Μαΐου 1890 έγινε αποτυχημένη προσπάθεια ανατίναξης του αγάλματος. Το Μάιο του 1903 ξηλώθηκαν οι μπρούντζινες επιγραφές του. Το 1927, στην 41η επέτειο της Haymarket, ένας οδηγός τραμ, ονόματι Ο' Neil εκτροχίασε επίτηδες το βαγόνι του τραμ που οδηγούσε και το έριξε πάνω στο μνημείο, γκρεμίζοντας το άγαλμα του αστυνομικού. Στις 4 Μαΐου 1968, το άγαλμα μπουγελώθηκε με μαύρη μπογιά, κατά τη διάρκεια διαμαρτυρίας κατά του πολέμου στο Βιετνάμ. Στις 6 Οκτωβρίου του 1969 το άγαλμα ανατινάχτηκε. Ανατινάχτηκε πάλι στις 6 Οκτωβρίου 1970. Ο δήμαρχος έβαλε φρουρά επί 24 ώρες το 24ωρο, που κόστιζε 67.440 δολάρια το χρόνο. Τέλος, το 1976 το άγαλμα του αστυνομικού μεταφέρθηκε μέσα στον κήπο της Ακαδημίας της Αστυνομίας (για προστασία). Το 1889, λόγω εγκληματικών δραστηριοτήτων, είχε απομακρυνθεί από την αστυνομία ο κύριος υπεύθυνος της σφαγής, ο αστυνομικός John Bonfield, μαζί με δύο άλλους ανώτερους αξιωματικούς της αστυνομίας.
«Ο κύβος ερρίφθη...»
Πριν από την παρέλαση της 1ης Μαΐου 1886 είχε κυκλοφορήσει το φύλλο της εργατικής εφημερίδας «Die Arbeiter Zeitung», αρχισυντάκτης της οποίας ήταν ο Spies, στο οποίο αυτός έγραφε: «Ο κύβος ερρίφθη. Η πρώτη του Μάη, της οποίας η ιστορική σημασία θα κατανοηθεί και θα εκτιμηθεί μόνο όταν περάσουν τα χρόνια, έχει ήδη φτάσει».
Ετσι, για παράδειγμα, στην Ιαπωνία, το 1911, εκτελείται ο Shusui Kotoku και άλλοι 11 σύντροφοί του, που συνέχιζαν τον αγώνα που ξεκίνησε στη Haymarket. Ετσι αναχαιτίζεται η πορεία της Αριστεράς στην Ιαπωνία.
Στη μόνη χώρα που δεν γιορτάζεται η Εργατική Πρωτομαγιά είναι οι ΗΠΑ! Πράγμα που ωθεί κάποιον να μπει στον πειρασμό να σκεφτεί μήπως οι παρ' ημίν προστάτες της εξουσίας, με τα τωρινά ευτράπελα περί μη μετάθεσης, στοχεύουν να κερδίσουν «πόντους» από τη «μητέρα» ΗΠΑ...
August Spies (1855-1887)
Γεννήθηκε στη Γερμανία. Πήγε στις ΗΠΑ ως μετανάστης το 1872. Δεινός συγγραφέας και στα γερμανικά και στα αγγλικά.
Αρχισυντάκτης της αναρχικής ημερήσιας εφημερίδας «Arbeiter-Zeitung». Ο Spies όταν διάβασε ένα γαλλικό άρθρο με τίτλο «Η επόμενη ημέρα μετά την επανάσταση» ρώτησε ένα σύντροφό του τι θα έκανε την επόμενη ημέρα. Ο σύντροφος απάντησε: «Θα σε έβαζα φυλακή μέχρις ότου καταλαγιάσουν όλα, γιατί ο συναισθηματισμός σου θα μας εμπόδιζε να εφαρμόσουμε δραστικές μεθόδους».
Πριν τον κρεμάσουν, μέσα από την κουκούλα που του είχαν φορέσει έκανε μια σύντομη δήλωση:
«Θα έρθει καιρός που η σιωπή μας θα είναι πιο δυνατή από τις φωνές που εσείς στραγγαλίζετε σήμερα».
Lucy Parsons (1853-1942)
Η Lucy Parsons ήταν γυναίκα, μαύρη (με ινδιάνικο αίμα μέσα της), αναρχική και αγνώστων γονέων. Συνεπώς, έπρεπε να σβηστεί από την Ιστορία. Για το σκοπό αυτό, όπως λέει η ιστορικός Carolyn Ashbaugh, «οι δυνάμεις του "νόμου και της τάξης" άρπαξαν τα προσωπικά της έγγραφα μόλις πέθανε».
Η Lucy Parsons πολύ πριν από τη σφαγή της Haymarket ήταν μια ηγετική μορφή στο συνδικαλιστικό κίνημα της Αμερικής. Το συγγραφικό και το ακτιβιστικό έργο της την κατατάσσει στις πιο σημαντικές (και πιο αγνοημένες) προσωπικότητες της παγκόσμιας Αριστεράς.
Δεν είναι υπερβολή ότι η αναγνώριση και η διατήρηση της Εργατικής Πρωτομαγιάς οφείλεται κυρίως στις προσπάθειες αυτής της γυναίκας, η οποία για 55 χρόνια μετά την εκτέλεση του συζύγου της, του Albert R. Parsons, αφιέρωσε τη ζωή της στο σκοπό αυτό και στον αγώνα υπέρ των απλών ανθρώπων. Ο γράφων αφιερώνει το παρόν άρθρο στη μνήμη της Lucy Parsons.
Albert R. Parsons (1848-1887)
Εμεινε ορφανός στα πέντε του και στάλθηκε να ζήσει στο σπίτι του μεγαλύτερου αδελφού του. Τον μεγάλωσε μια μαύρη σκλάβα, η θεία Esther. Στον εμφύλιο πολέμησε με τους Νότιους κατά της κατάργησης των σκλάβων. Οταν επέστρεψε, ντρεπόταν να κοιτάξει τη μαύρη θεία Esther, που ήταν ουσιαστικά η μητέρα του. Επειτα από μια μακρά συζήτηση μαζί της άλλαξε ριζικά η ζωή του. Πολιτικοιποιήθηκε, έγινε δεινός ρήτορας και αρχισυντάκτης της αγγλόφωνης αναρχικής εφημερίδας «Alarm». Παντρεύτηκε τη Lucy Gathings και έκανε δύο παιδιά μαζί της, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Τα τελευταία λόγια του ήταν: «Ας ακουστεί η φωνή του λαού».
Nina Van Zandt Spies
Κόρη πάμπλουτης οικογένειας του Σικάγου. Οπως ήταν η μόδα, πήγε με τη μητέρα της να παρακολουθήσει τη δίκη των αναρχικών της Haymarket «για να σπάσει πλάκα». Ομως εκεί άνοιξε ένας καινούργιος κόσμος γι' αυτήν. Αρχισε να επισκέπτεται τους κρατούμενους στη φυλακή και όταν της απαγορεύτηκαν οι επισκέψεις παντρεύτηκε τον Spies. Μπήκε στο κίνημα της Αριστεράς και πέθανε το 1936 σε απόλυτη φτώχεια, αφού μια θεία της την είχε αποκλη- ρώσει από μια κληρονομιά μισού εκατομμυρίου δολαρίων (του 1886).
Η προκήρυξη της 4ης Μαΐου 1886
Αυτή είναι η πιο σημαντική προκήρυξη στο παγκόσμιο συνδικαλιστικό κίνημα. Η προτελευταία φράση (στο αγγλικό και στο γερμανικό κείμενο) λέει:
«Εργαζόμενοι, οπλιστείτε...» για την εκδήλωση στη Haymarket. Πολύ λίγες προκηρύξεις κυκλοφόρησαν με αυτή τη φράση, γιατί όταν ο Spies είδε την προκήρυξη επέμεινε να σβηστεί η φράση, πράγμα που έγινε.
Ο εισαγγελέας Julius Grinnel
Πρώτα δέρνεις και μετά εξετάζεις τον νόμο. Αυτή ήταν η νομική του «φιλοσοφία».