Γαλάτες
Δημοσιεύτηκε: Κυρ 03 Αύγ 2008, 12:21
ΓΑΛΑΤΕΣ
Οι Γαλάτες υπήρξαν ο σημαντικότερος αρχαίος λαός της Ευρώπης μετά τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Η θαυμαστική εξάπλωσή τους ορίζεται από περιοχές ή λαούς που φέρουν το όνομά τους στα τέσσερα ακραία γεωγραφικά σημεία της μέγιστης επέκτασής τους: στα βορειοανατολικά, η σύγχρονη Γαλλία (Galicja, «Γαλατία»), διαμοιρασμένη μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας. Στα νοτιοανατολικά, η γνωστή αρχαία Γαλατία περί την τουρκική πρωτεύουσα Άγκυρα. Στα νοτιοδυτικά, η σύγχρονη Πορτογαλία (Πορτο-γαλατία) και η ισπανική Γαλικία. Τέλος, στα βορειοδυτικά, οι μεσαιωνικές πηγές αναφέρουν τους Γαλάτες (Βρετανούς του παλαιού βασιλείου Στράθκλαϊντ) ως ένα από τα τέσσερα έθνη της Αλμπαν (Σκωτία). Περί το 200 π.Χ., οι Γαλάτες - Κέλτες αριθμούσαν άνω των 10.000.000 ατόμων, αποτελώντας έναν από τους πολυπληθέστερους λαούς του κόσμου. Ο Γαλάτης μπορούσε να είναι ικανότατος έμπορος, μεταλλουργός, δρυίδης ή τεχνίτης και ταυτόχρονα ένας άγριος, θηριώδης, ακαταμάχητος και ακατάβλητος πολεμιστής, ένας μισθοφόρος, επιδρομέας ή πειρατής που αποκτούσε με το ξίφος ό,τι ποθούσε. Αυτός είναι ο Κέλτης όλων των εποχών της τρισχιλιετούς Ιστορίας του.
Οι δρυίδες, λόγιοι και ιερείς των Γαλατών, είχαν καθιερώσει την ιερή απαγόρευση του λαού τους. Η φιλοσοφία, οι μύθοι, η Ιστορία, το Δίκαιο, η γενεαλογία και οι επιστημονικές γνώσεις των Κελτών δεν καταγράφηκαν ποτέ. Πέρασαν ως προφορική παράδοση, από στόμα σε στόμα, από γενεά σε γενεά, έως ότου το μεγαλύτερο μέρος τους χάθηκε κατά την Χριστιανική περίοδο. Γι' αυτούς τους λόγους, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τους Κέλτες αναλφάβητους βαρβάρους, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Ο Καίσαρ αναφέρει ότι ο απλός λαός χρησιμοποιούσε για τις καθημερινές εμπορικές ιδιωτικές κ.ά. ανάγκες του το ελληνικό αλφάβητο. Η εν λόγω απαγόρευση των δρυίδων είναι η βασική αιτία της δυσκολίας να ανασυντεθεί η Ιστορία των Γαλατών. Οι αποσπασματικές αναφορές των αρχαίων συγγραφέων δεν είναι αρκετές και, παρά το γεγονός ότι η αρχαιολογία, η γλωσσολογία, η γενετική και άλλες επιστήμες κάλυψαν αρκετά κενά, είναι σίγουρο ότι ένα μεγάλο μέρος της συναρπαστικής (με βεβαιότητα) γαλατικής Ιστορίας θα μείνει για πάντα άγνωστο στον σύγχρονο κόσμο.
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ
Οι Γαλάτες ή Κέλτες αναφέρονται για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. ως «Κελτοί». Αργότερα, ο Πολύβιος προτιμούσε το εθνωνύμιο «Γαλάτες» το οποίο είχε επικρατήσει κατά την εποχή του. Αντίστοιχα, οι Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρονταν στον ίδιο λαό ως Celtae (Κέλτες) Galli (Γάλλοι) και Galatae (Γαλάτες). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης θεωρούσε τα εθνικά «Κέλτες» και «Γαλάτες» συνώνυμα, όπως και οι συγγραφείς Στράβων και Παυσανίας. Το ίδιο υπονοεί και ο μεγάλος Ρωμαίος στρατηγός και συγγραφέας Ιούλιος Καίσαρ, ο οποίος ενδεχομένως μελέτησε τους Γαλάτες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Σήμερα, είναι γενικά αποδεκτό ότι τα προαναφερόμενα εθνωνύμια είναι συνώνυμα, προερχόμενα από μια αρχική ρίζα Cel-/Cal-/Gal-. Φαίνεται ότι αποτελούν την απόδοση ενός κοινού αρχικού εθνωνυμίου σε δύο διαφορετικές κελτικές διαλέκτους. Ο Τίμαιος και ο Πολύβιος αποκαλούσαν Γαλάτες ειδικά τους κελτικούς πληθυσμούς του άνω ρου του Δούναβη και τους εποίκους τους στη Βόρεια Ιταλία και τη Μ. Ασία, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το εθνικό «Γαλάτες» προέρχεται ειδικά από τη δουναβική κελτική διάλεκτο, τη γλώσσα των αρχικών φορέων του πολιτισμού Χάλστατ (Halstatt). Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος ονόμαζε Κελτούς ειδικά τους λαούς βορείως της Μασσαλίας, μεταξύ Πυρηναίων και Άλπεων, ενώ απέδιδε το εθνωνύμιο «Γαλάτες» στα άλλα κελτικά φύλα, από τον Ατλαντικό έως τη Σκυθία (σημ. Ουκρανία). Ο Καίσαρ ανέφερε ότι οι σύγχρονοί του Γαλάτες αυτοαποκαλούντο «Κέλτες». Φαίνεται ότι η ονομασία «Κέλτες» πηγάζει από την κελτική διάλεκτο μεταξύ Πυρηναίων και Άλπεων και, λόγω της παλαιότητάς της συγκριτικά με τον εθνικό όρο «Γαλάτες», προέρχεται ενδεχομένως από τον αρχαιότερο του Χάλστατ πολιτισμό των «Πεδίων των Τεφροδόχων Υδρίων» (Urnfields).[...]
ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ
Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις πολιτισμικές καταβολές και την εθνογένεση των Γαλατών. Σήμερα, δύο είναι οι επικρατέστερες: η άποψη που ταυτίζει την εμφάνισή τους με την γένεση και την επέκταση των πολιτισμών Urnfield και Χάλστατ, και η θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η γλώσσα και ο πολιτισμός των Κελτών προέρχονται από τη Νεολιθική Περίοδο.
[...] Η παλαιότερη θεωρία σχετικά με τη γαλατική εθνογένεση τη συνδέει με το σύνολο ή (σύμφωνα με μια παραλλαγή αυτής της άποψης) με τη νότια περιοχή του πολιτισμικού συμπλέγματος Urnfield (13ος - 8ος αιώνας π.Χ.). Ο πολιτισμός Urnfield έχει χαρακτηρισθεί πρωτοκελτικός, επειδή τα κλασικά χαρακτηριστικά της κελτικής-γαλατικής ενότητας δεν διαμορφώθηκαν οριστικά κατά τη διάρκειά του. Οι Πρωτοκέλτες των Urnfield ήταν κυρίως γεωργοί, μέλη μικρών κοινοτήτων, επιδέξιοι στην κατασκευή εργαλείων, όπλων, κοσμημάτων κ.ά. από ορείχαλκο και αργότερα («Ύστερη φάση Urnfield») από σίδηρο. Κατασκεύαζαν φρούρια σε κορυφές λόφων και αποτέφρωναν τους νεκρούς τους. Τοποθετούσαν την στάχτη και τα κόκκαλα σε ειδικές υδρίες τις οποίες έθαβαν με προσωπικά αντικείμενα, σε ειδικά πεδία (νεκροταφεία). Από αυτή την ταφική πρακτική έλαβε την αρχαιολογική ονομασία του (Urnfield) ο πολιτισμός τους. Κοιτίδα του υπήρξε η παραδουνάβια περιοχή βορείως των Άλπεων.
[...] Οι αρχικοί φορείς του είχαν ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά αλπικού τύπου ή τύπου Μπ. Μπήκερ (B. Beaker Folk) (βραχυκεφαλία, πλατυπροσωπία κ.ά.). Στην πορεία τους αφομοίωναν πληθυσμούς αλπικού, νορδικού (Βορείου) κ.ά. τύπων, με νεολιθικό πολιτισμικό επίπεδο.
Ο νέος πολιτισμός ονομάσθηκε Χάλστατ (7ος - 6ος αιώνες π.Χ.) από το ομώνυμο αυστριακό χωριό όπου ανασκάφηκε ένα νεκροταφείο με εντυπωσιακά ευρήματά τους. Εξίσου σημαντικά είναι τα μεταλλικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στην Τσεχία, τη νότια Γερμανία και τη βορειοανατολική Γαλλία σε χαρακτηριστικούς θαλαμωτούς τάφους τύπου Χάλστατ. Περιλαμβάνουν άμαξες με τέσσερις τροχούς, ιπποσκευές, ζυγούς, όπλα, κοσμήματα κ.ά. Οι τάφοι ανήκαν σε ευγενείς από ισχυρά γένη με απεριόριστο πλούτο και πολιτική δύναμη, οι οποίοι αγόραζαν ελληνικά και ετρουσκικά προϊόντα μεταλλοτεχνίας, κεραμικής, κτλ. Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν τον πολιτισμό Χάλστατ κελτικό, με φορείς Κέλτες, Παννονούς και Ιλλυριούς. Μια μερίδα ερευνητών υποστηρίζει ότι επρόκειτο για πρωτοϊλλυρικό πολιτισμό που υιοθετήθηκε ραγδαία από τους Κέλτες. Η κοιτίδα, όμως, του πολιτισμού βρίσκεται σε περιοχή τοπωνυμίων κελτικής προέλευσης. Τα τοπωνύμια Χάλστατ, Χάλαϊγκ (του γειτονικού χωριού) κ.ά. είναι κελτικά, προερχόμενα από τη λέξη για το αλάτι. Το τελευταίο στοιχείο, όπως και η ύπαρξη ορυχείων αλατιού στα γειτονικά όρη Σάλτσμπουργκ, δείχνουν ότι το εμπόριο αυτού του προϊόντος υπήρξε βασικός παράγοντας της γένεσης του πολιτισμού Χάλστατ. Άλλος παράγοντας ήταν η εγκατάσταση μιας φυλής νομάδων της ευρασιατικής στέπας στην περιοχή Ουγγαρίας-Αυστρίας περί το 700 π.Χ. Μερικοί ιστορικοί θεωρούν ότι επρόκειτο για Κιμμέριους πρόσφυγες, καταδιωγμένους από τους Σκύθες εισβολείς που κατέκτησαν τη χώρα τους - τη σημερινή Ουκρανία - εξοντώνοντας ένα σημαντικό μέρος τους (Ηρόδοτος). Η πλειοψηφία των Κιμμερίων κινήθηκε προς τη Μ. Ασία αλλά ένας κλάδος τους κατέφυγε στην Κεντρική Ευρώπη.
[...] Αν η διαμόρφωση των χαρακτηριστικών κελτικής-γαλατικής ενότητας δεν ολοκληρώθηκε με τον πολιτισμό Χάλστατ, αυτό επιτεύχθηκε ασφαλώς με την εμφάνιση του πολιτισμού Λα Τεν (La Tene, 5ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.) ο οποίος έλαβε την ονομασία του από την ελβετική τοποθεσία που ανασκάφηκαν πάμπολλα κτερίσματά του, κυρίως μεταλλικά. Βασικό χαρακτηριστικά του είναι η χρήση των περίφημων επιμήκων σιδηρών ξιφών, τα νέα ταφικά έθιμα, η αντικατάσταση του τετράτροχου άρματος τύπου Χάλστατ από τα νέα δίτροχα πολεμικά άρματα, οι νέοι τύποι πόρπης και η κατασκευή αγγείων για κρασί από τοπικά εργαστήρια αντί τις εισαγωγής τους από τον μεσογειακό κόσμο. Στη μεταλλοτεχνία ξεχωρίζουν οι ορειχάλκινες ανθρωπόμορφες πόρπες. Ο πολιτισμός Λα Τεν περιοριζόταν αρχικά στις περιοχές της Ελβετίας, της Ρηνανίας και της γαλλικής Καμπανίας αλλά από τον 4ο αιώνα π.Χ. η επέκτασή του υπήρξε ραγδαία.
Οι Γαλάτες υπήρξαν ο σημαντικότερος αρχαίος λαός της Ευρώπης μετά τους Έλληνες και τους Ρωμαίους. Η θαυμαστική εξάπλωσή τους ορίζεται από περιοχές ή λαούς που φέρουν το όνομά τους στα τέσσερα ακραία γεωγραφικά σημεία της μέγιστης επέκτασής τους: στα βορειοανατολικά, η σύγχρονη Γαλλία (Galicja, «Γαλατία»), διαμοιρασμένη μεταξύ Πολωνίας και Ουκρανίας. Στα νοτιοανατολικά, η γνωστή αρχαία Γαλατία περί την τουρκική πρωτεύουσα Άγκυρα. Στα νοτιοδυτικά, η σύγχρονη Πορτογαλία (Πορτο-γαλατία) και η ισπανική Γαλικία. Τέλος, στα βορειοδυτικά, οι μεσαιωνικές πηγές αναφέρουν τους Γαλάτες (Βρετανούς του παλαιού βασιλείου Στράθκλαϊντ) ως ένα από τα τέσσερα έθνη της Αλμπαν (Σκωτία). Περί το 200 π.Χ., οι Γαλάτες - Κέλτες αριθμούσαν άνω των 10.000.000 ατόμων, αποτελώντας έναν από τους πολυπληθέστερους λαούς του κόσμου. Ο Γαλάτης μπορούσε να είναι ικανότατος έμπορος, μεταλλουργός, δρυίδης ή τεχνίτης και ταυτόχρονα ένας άγριος, θηριώδης, ακαταμάχητος και ακατάβλητος πολεμιστής, ένας μισθοφόρος, επιδρομέας ή πειρατής που αποκτούσε με το ξίφος ό,τι ποθούσε. Αυτός είναι ο Κέλτης όλων των εποχών της τρισχιλιετούς Ιστορίας του.
Οι δρυίδες, λόγιοι και ιερείς των Γαλατών, είχαν καθιερώσει την ιερή απαγόρευση του λαού τους. Η φιλοσοφία, οι μύθοι, η Ιστορία, το Δίκαιο, η γενεαλογία και οι επιστημονικές γνώσεις των Κελτών δεν καταγράφηκαν ποτέ. Πέρασαν ως προφορική παράδοση, από στόμα σε στόμα, από γενεά σε γενεά, έως ότου το μεγαλύτερο μέρος τους χάθηκε κατά την Χριστιανική περίοδο. Γι' αυτούς τους λόγους, οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι θεωρούσαν τους Κέλτες αναλφάβητους βαρβάρους, κάτι το οποίο δεν ισχύει. Ο Καίσαρ αναφέρει ότι ο απλός λαός χρησιμοποιούσε για τις καθημερινές εμπορικές ιδιωτικές κ.ά. ανάγκες του το ελληνικό αλφάβητο. Η εν λόγω απαγόρευση των δρυίδων είναι η βασική αιτία της δυσκολίας να ανασυντεθεί η Ιστορία των Γαλατών. Οι αποσπασματικές αναφορές των αρχαίων συγγραφέων δεν είναι αρκετές και, παρά το γεγονός ότι η αρχαιολογία, η γλωσσολογία, η γενετική και άλλες επιστήμες κάλυψαν αρκετά κενά, είναι σίγουρο ότι ένα μεγάλο μέρος της συναρπαστικής (με βεβαιότητα) γαλατικής Ιστορίας θα μείνει για πάντα άγνωστο στον σύγχρονο κόσμο.
Η ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ
Οι Γαλάτες ή Κέλτες αναφέρονται για πρώτη φορά από τους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς του 6ου και του 5ου αιώνα π.Χ. ως «Κελτοί». Αργότερα, ο Πολύβιος προτιμούσε το εθνωνύμιο «Γαλάτες» το οποίο είχε επικρατήσει κατά την εποχή του. Αντίστοιχα, οι Ρωμαίοι συγγραφείς αναφέρονταν στον ίδιο λαό ως Celtae (Κέλτες) Galli (Γάλλοι) και Galatae (Γαλάτες). Ο Διόδωρος ο Σικελιώτης θεωρούσε τα εθνικά «Κέλτες» και «Γαλάτες» συνώνυμα, όπως και οι συγγραφείς Στράβων και Παυσανίας. Το ίδιο υπονοεί και ο μεγάλος Ρωμαίος στρατηγός και συγγραφέας Ιούλιος Καίσαρ, ο οποίος ενδεχομένως μελέτησε τους Γαλάτες περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον. Σήμερα, είναι γενικά αποδεκτό ότι τα προαναφερόμενα εθνωνύμια είναι συνώνυμα, προερχόμενα από μια αρχική ρίζα Cel-/Cal-/Gal-. Φαίνεται ότι αποτελούν την απόδοση ενός κοινού αρχικού εθνωνυμίου σε δύο διαφορετικές κελτικές διαλέκτους. Ο Τίμαιος και ο Πολύβιος αποκαλούσαν Γαλάτες ειδικά τους κελτικούς πληθυσμούς του άνω ρου του Δούναβη και τους εποίκους τους στη Βόρεια Ιταλία και τη Μ. Ασία, οπότε μπορεί να θεωρηθεί ότι το εθνικό «Γαλάτες» προέρχεται ειδικά από τη δουναβική κελτική διάλεκτο, τη γλώσσα των αρχικών φορέων του πολιτισμού Χάλστατ (Halstatt). Από την άλλη πλευρά, ο Διόδωρος ονόμαζε Κελτούς ειδικά τους λαούς βορείως της Μασσαλίας, μεταξύ Πυρηναίων και Άλπεων, ενώ απέδιδε το εθνωνύμιο «Γαλάτες» στα άλλα κελτικά φύλα, από τον Ατλαντικό έως τη Σκυθία (σημ. Ουκρανία). Ο Καίσαρ ανέφερε ότι οι σύγχρονοί του Γαλάτες αυτοαποκαλούντο «Κέλτες». Φαίνεται ότι η ονομασία «Κέλτες» πηγάζει από την κελτική διάλεκτο μεταξύ Πυρηναίων και Άλπεων και, λόγω της παλαιότητάς της συγκριτικά με τον εθνικό όρο «Γαλάτες», προέρχεται ενδεχομένως από τον αρχαιότερο του Χάλστατ πολιτισμό των «Πεδίων των Τεφροδόχων Υδρίων» (Urnfields).[...]
ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΑΛΑΤΩΝ
Υπάρχουν αρκετές θεωρίες σχετικά με τις πολιτισμικές καταβολές και την εθνογένεση των Γαλατών. Σήμερα, δύο είναι οι επικρατέστερες: η άποψη που ταυτίζει την εμφάνισή τους με την γένεση και την επέκταση των πολιτισμών Urnfield και Χάλστατ, και η θεωρία η οποία υποστηρίζει ότι η γλώσσα και ο πολιτισμός των Κελτών προέρχονται από τη Νεολιθική Περίοδο.
[...] Η παλαιότερη θεωρία σχετικά με τη γαλατική εθνογένεση τη συνδέει με το σύνολο ή (σύμφωνα με μια παραλλαγή αυτής της άποψης) με τη νότια περιοχή του πολιτισμικού συμπλέγματος Urnfield (13ος - 8ος αιώνας π.Χ.). Ο πολιτισμός Urnfield έχει χαρακτηρισθεί πρωτοκελτικός, επειδή τα κλασικά χαρακτηριστικά της κελτικής-γαλατικής ενότητας δεν διαμορφώθηκαν οριστικά κατά τη διάρκειά του. Οι Πρωτοκέλτες των Urnfield ήταν κυρίως γεωργοί, μέλη μικρών κοινοτήτων, επιδέξιοι στην κατασκευή εργαλείων, όπλων, κοσμημάτων κ.ά. από ορείχαλκο και αργότερα («Ύστερη φάση Urnfield») από σίδηρο. Κατασκεύαζαν φρούρια σε κορυφές λόφων και αποτέφρωναν τους νεκρούς τους. Τοποθετούσαν την στάχτη και τα κόκκαλα σε ειδικές υδρίες τις οποίες έθαβαν με προσωπικά αντικείμενα, σε ειδικά πεδία (νεκροταφεία). Από αυτή την ταφική πρακτική έλαβε την αρχαιολογική ονομασία του (Urnfield) ο πολιτισμός τους. Κοιτίδα του υπήρξε η παραδουνάβια περιοχή βορείως των Άλπεων.
[...] Οι αρχικοί φορείς του είχαν ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά αλπικού τύπου ή τύπου Μπ. Μπήκερ (B. Beaker Folk) (βραχυκεφαλία, πλατυπροσωπία κ.ά.). Στην πορεία τους αφομοίωναν πληθυσμούς αλπικού, νορδικού (Βορείου) κ.ά. τύπων, με νεολιθικό πολιτισμικό επίπεδο.
Ο νέος πολιτισμός ονομάσθηκε Χάλστατ (7ος - 6ος αιώνες π.Χ.) από το ομώνυμο αυστριακό χωριό όπου ανασκάφηκε ένα νεκροταφείο με εντυπωσιακά ευρήματά τους. Εξίσου σημαντικά είναι τα μεταλλικά ευρήματα που αποκαλύφθηκαν στην Τσεχία, τη νότια Γερμανία και τη βορειοανατολική Γαλλία σε χαρακτηριστικούς θαλαμωτούς τάφους τύπου Χάλστατ. Περιλαμβάνουν άμαξες με τέσσερις τροχούς, ιπποσκευές, ζυγούς, όπλα, κοσμήματα κ.ά. Οι τάφοι ανήκαν σε ευγενείς από ισχυρά γένη με απεριόριστο πλούτο και πολιτική δύναμη, οι οποίοι αγόραζαν ελληνικά και ετρουσκικά προϊόντα μεταλλοτεχνίας, κεραμικής, κτλ. Οι περισσότεροι μελετητές θεωρούν τον πολιτισμό Χάλστατ κελτικό, με φορείς Κέλτες, Παννονούς και Ιλλυριούς. Μια μερίδα ερευνητών υποστηρίζει ότι επρόκειτο για πρωτοϊλλυρικό πολιτισμό που υιοθετήθηκε ραγδαία από τους Κέλτες. Η κοιτίδα, όμως, του πολιτισμού βρίσκεται σε περιοχή τοπωνυμίων κελτικής προέλευσης. Τα τοπωνύμια Χάλστατ, Χάλαϊγκ (του γειτονικού χωριού) κ.ά. είναι κελτικά, προερχόμενα από τη λέξη για το αλάτι. Το τελευταίο στοιχείο, όπως και η ύπαρξη ορυχείων αλατιού στα γειτονικά όρη Σάλτσμπουργκ, δείχνουν ότι το εμπόριο αυτού του προϊόντος υπήρξε βασικός παράγοντας της γένεσης του πολιτισμού Χάλστατ. Άλλος παράγοντας ήταν η εγκατάσταση μιας φυλής νομάδων της ευρασιατικής στέπας στην περιοχή Ουγγαρίας-Αυστρίας περί το 700 π.Χ. Μερικοί ιστορικοί θεωρούν ότι επρόκειτο για Κιμμέριους πρόσφυγες, καταδιωγμένους από τους Σκύθες εισβολείς που κατέκτησαν τη χώρα τους - τη σημερινή Ουκρανία - εξοντώνοντας ένα σημαντικό μέρος τους (Ηρόδοτος). Η πλειοψηφία των Κιμμερίων κινήθηκε προς τη Μ. Ασία αλλά ένας κλάδος τους κατέφυγε στην Κεντρική Ευρώπη.
[...] Αν η διαμόρφωση των χαρακτηριστικών κελτικής-γαλατικής ενότητας δεν ολοκληρώθηκε με τον πολιτισμό Χάλστατ, αυτό επιτεύχθηκε ασφαλώς με την εμφάνιση του πολιτισμού Λα Τεν (La Tene, 5ος αι. π.Χ. - 1ος αι. μ.Χ.) ο οποίος έλαβε την ονομασία του από την ελβετική τοποθεσία που ανασκάφηκαν πάμπολλα κτερίσματά του, κυρίως μεταλλικά. Βασικό χαρακτηριστικά του είναι η χρήση των περίφημων επιμήκων σιδηρών ξιφών, τα νέα ταφικά έθιμα, η αντικατάσταση του τετράτροχου άρματος τύπου Χάλστατ από τα νέα δίτροχα πολεμικά άρματα, οι νέοι τύποι πόρπης και η κατασκευή αγγείων για κρασί από τοπικά εργαστήρια αντί τις εισαγωγής τους από τον μεσογειακό κόσμο. Στη μεταλλοτεχνία ξεχωρίζουν οι ορειχάλκινες ανθρωπόμορφες πόρπες. Ο πολιτισμός Λα Τεν περιοριζόταν αρχικά στις περιοχές της Ελβετίας, της Ρηνανίας και της γαλλικής Καμπανίας αλλά από τον 4ο αιώνα π.Χ. η επέκτασή του υπήρξε ραγδαία.