Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΕΩΣ ΤΟ 1940

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
Dhmellhn
Επίτιμος
Επίτιμος
Δημοσιεύσεις: 4046
Εγγραφή: Τετ 18 Απρ 2007, 15:16
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: ΕΛ-ΛΑΣ
Έδωσε Likes: 27 φορές
Έλαβε Likes: 71 φορές

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΕΩΣ ΤΟ 1940

Δημοσίευση από Dhmellhn »

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟ ΕΩΣ ΤΟ 1940

Οι κύριοι άξονες της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, μετά την μικρασιατική καταστροφή περιστράφησαν κυρίως στο ζήτημα της διευθετήσεως των διαφορών με τα όμορα κράτη. Βασική επιδίωξις του Βενιζέλου, αμέσως μετά την συνθήκη της Λωζάνης το 1923, απετέλεσε ο όσο το δυνατόν προωθημένος διακανονισμός των μη επιλυθεισών διαφορών μας με την Τουρκία. Είχαμε άλλωστε πρόβλημα εδαφικών διεκδικήσεων από την Βουλγαρία και γι’ αυτό έπρεπε να περιορίζονται οι εστίες τριβών με τους άλλους γείτονες.

Ως προς τον στόχο προσεγγίσεως προς την Τουρκία επισημαίνεται σειρά ολόκληρη συμβατικών κειμένων που συνάφθησαν μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας από το 1930 έως και το 1938. Πολλά από αυτά τα κείμενα δεν έτυχαν εφαρμογής ή ερμηνεύθησαν διαφορετικά από τους συμβαλλομένους. Γεγονός όμως είναι ότι την εποχή εκείνη, ως προς την Τουρκία, διατηρήθηκε επ’ αρκετό χρονικό διάστημα κλίμα διαπραγματεύσεως και διακανονισμού.

Ο δεύτερος στόχος της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, όπως διαμορφώθηκε από τους Ελευθέριο Βενιζέλο, Γεώργιο Καφαντάρη, Αλέξανδρο Παπαναστασίου, Παναγή Τσαλδάρη και Ιωάννη Μεταξά, ήταν η επίτευξη όσο το δυνατόν στενότερης συνεργασίας μεταξύ των βαλκανικών κρατών.

Παρά ταύτα ο ερευνητής των βαλκανικών σχέσεων της εποχής δυσκολεύεται, όχι μόνον να εξαγάγει ασφαλή συμπεράσματα ως προς την αξία των ποικίλων συμβάσεων, συμφωνιών, κοινών και μονομερών δηλώσεων, υπομνημάτων και επιφυλάξεων, που διαμόρφωσαν τότε τις σχέσεις μεταξύ των κρατών της Βαλκανικής, αλλά ακόμη και να καταγράψει τι ίσχυε έναντι τίνων και σε ποιες περιπτώσεις. Αυτά ως προς τις σχέσεις μεταξύ των Βαλκανικών κρατών.

Επειδή όμως, νωρίς, μετά τον Α’ παγκόσμιο πόλεμο, οι σχέσεις της Ελλάδος με την Ιταλία, κράτος με ενεργό παρουσία στην ανατολική Μεσόγειο, εντάθηκαν για τα ζητήματα της Μικράς Ασίας και εκείνα της Δωδεκανήσου και της Βορείου Ηπείρου, οι δε σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών δοκιμάστηκαν δεινώς με το επεισόδιο της Κερκύρας το 1923, ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσπάθησε μετά το 1925, να εξασφαλίσει στο πεδίο των συνοριακών σχέσεων ουσιαστική συνεργασία και με την Ιταλία. Το σύμφωνο φιλίας το οποίο διαπραγματεύθηκε με τους Ιταλούς ο Ανδρέας Μιζαλακόπουλος («με την ευμενή ανοχή των Άγγλων», όπως αναφέρει ο χρονογράφος) υπεγράφη το 1928 και θα ίσχυε επί δεκαετία. Εξάλλου, τόσο ο Βενιζέλος, όσο και οι μετέπειτα Πρωθυπουργοί και Υπουργοί των Εξωτερικών προσπάθησαν συστηματικά να συγκρατήσουν τον ιταλικό παράγοντα εκτός των, σαθρών άλλωστε, ενδοβαλκανικών εγγυήσεων. Αυτός ο στόχος ήταν πολύ υψηλός και τελικά δεν επετεύχθη. Πρέπει δε να τονισθεί πως όταν η Ιταλία είχε δυσκολίες με την Γιουγκοσλαβία ζητούσε ενδυνάμωση των σχέσεων με την Ελλάδα και αντιστρόφως, όταν ζητήματα, όπως εκείνο του Φιούμε, ήταν σε προσωρινή ύφεση με την Γιουκοσλαβία, έβαλλε κατά της Ελλάδος. Από την πλευρά τους, οι ελληνικές κυβερνήσεις υποστήριζαν πως οποιαδήποτε συμφωνία εγγυήσεων με την Ιταλία θα έπρεπε να περιλαμβάνει και όλα τα άλλα συμβαλλόμενα βαλκανικά κράτη, πράγμα που δεν συνέφερε βεβαίως την ιταλική κυβέρνηση γιατί ήθελε να ανταλλάσσει την ένταση με την ύφεση με καθένα από τα βαλκανικά κράτη χωριστά.

Επανερχόμενοι στα ενδοβαλκανικά, θα δούμε το Βαλκανικό Σύμφωνο που υπεγράφη από Ελλάδα, Γιουγκοσλαβία, Τουρκία και Ρουμανία στην Ακαδημία Αθηνών τον Φεβρουάριο του 1934. Το εν λόγωι σύμφωνο απετέλεσε το αποκορύφωμα της συμφωνομανίας που χαρακτήρισε την βαλκανική κατά την εποχή του μεσοπολέμου. Πρωθυπουργός ήταν τότε ο Παναγής Τσαλδάρης με υπουργό εξωτερικών τον Δημήτριο Μάξιμο. Να επισημάνουμε ότι η Βουλγαρία και η Αλβανία δεν μετέσχαν σε αυτούς τους διακανονισμούς. Το σύμφωνο αποτελούσε περισσότερο επιτυχία της εξωτερικής πολιτικής της Ρουμανίας, η οποία είχε και εξακολουθεί να έχει σοβαρό πρόβλημα με την σημαντική ουγγρική μειονότητα στο έδαφός της. Με τον τρόπο αυτό ήθελε να εξασφαλίσει την εγγύηση των υπολοίπων βαλκανικών κρατών σε περίπτωση επιθέσεως της Ουγγαρίας εναντίον της. Να σημειώσουμε δε ότι το σύμφωνο κατακρίθηκε από την ελληνική αντιπολίτευση, τόσο από τον Βενιζέλο, όσο και από τον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος δύο χρόνια αργότερα εγκαθίδρυσε την 4η Αυγούστου.

Όταν ο Ιωάννης Μεταξάς ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας τον Μάϊο, και περαιτέρω τον Αύγουστο του 1936, η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε αρκετά σαφείς προσανατολισμούς και πολλές εγγενείς αδυναμίες. Πρέπει δε να τονισθεί ότι υπεράνω όλων και μάλιστα χωρίς συμβάσεις, πρωτόκολλα και συμφωνίες, η Ελλάς εστόχευε στην στήριξη αλλά και ακολουθούσε τις θεμελιώδεις επιλογές της εξωτερικής πολιτικής της Βρεταννίας στην περιοχή μας. Άλλωστε, οι δεσμοί με την Βρεταννία εχρονολογούντο από το 1914, αν όχι και πολύ νωρίτερα. Είναι γνωστό ότι ο Μεταξάς αρχικά, δηλαδή κατά τον Α’ παγκόσμιο, είχε αντιδράσει σφοδρά σε αυτές τις επιλογές, αλλά η έκβαση του πολέμου, και η καταλυτική συλλογιστική ότι το βρεταννικό ναυτικό ήλεγχε την Μεσόγειο, καθώς και άλλοι παράγοντες, όπως η παρουσία του Γεωργίου του Β’ στον ελληνικό βασιλικό θρόνο και συνακόλουθα στην πολιτική ζωή, ωδήγησαν τον Μεταξά σε μεταβολή στάσεως όταν ανέλαβε την διακυβέρνηση της χώρας.

Στα πρόθυρα λοιπόν του Β’ παγκοσμίου η ελληνική εξωτερική πολιτική λειτούργησε με τα χαρακτηριστικά ενός υποσυστήματος. Προσπαθούσε να εξασφαλίσει εγγυήσεις από την βρεταννική κυβέρνηση για την περίπτωση που θα δεχόταν επίθεση από τρίτο, μη βαλκανικό κράτος. Την εποχή εκείνη η μόνη απειλή επιθέσεως προερχόταν από την Βουλγαρία, την οποία όμως η Ελλάς μπορούσε να ελέγξει. Συγχρόνως, ο Μεταξάς, αφενός επιχειρούσε ανοίγματα προς την Γερμανία, τόσο στον οικονομικό όσο και σε άλλους τομείς για να εξασφαλίσει την ευμένειά της και αφετέρου προσπαθούσε να διατηρήσει την Ιταλία στο επίπεδο των φιλικών σχέσεων του 1928. ¨όπως είχε υποδείξει ο Βενιζέλος κατά την διαμάχη για το Βαλκανικό Σύμφωνο, ο Μεταξάς έκανε δήλωση τον Μάϊο του 1936 ότι η Ελλάς δεν θα επενέβαινε σε περίπτωση πολέμου μεταξύ τρίτου κράτους και ενός των άλλων συμβαλλομένων στο Βαλκανικό Σύμφωνο.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
Δεν έχουμε αιώνιους συμμάχους ούτε διηνεκείς εχθρούς. Τα συμφέροντά μας είναι αιώνια και διηνεκή. Αυτά έχουμε καθήκον να τα προασπίσουμε. (ΛΟΡΔΟΣ ΠΑΛΜΕΡΣΤΟΝ)
Απάντηση

Επιστροφή στο “Νεότερη Ελληνική Ιστορία”