ΚΑΛΑΒΡΙΑ

Απάντηση
Άβαταρ μέλους
karipis
"Δεν παίζεται" Ιδεογραφίτης
"Δεν παίζεται" Ιδεογραφίτης
Δημοσιεύσεις: 3251
Εγγραφή: Σάβ 26 Ιαν 2008, 16:15
Φύλο: Άνδρας
Τοποθεσία: Θεσσαλονίκη για, μεσ' τη μέση λέμε!
Επικοινωνία:

ΚΑΛΑΒΡΙΑ

Δημοσίευση από karipis »

ΚΑΛΑΒΡΙΑ

Μια περιοχή της Μεγάλης Ελλάδος

Στήν Καλαβρία οι αρχαίες ελληνικές μνήμες είναι ακόμη ζωντανές. Αυτό τό κομμάτι τού Ιταλικού Νότου, που χωρίζεται από τήν Σικελία με μιά στενή λουρίδα θάλασσας, είναι κατάσπαρτο από τά λείψανα τής Μεγάλης ‘Ελλάδος. Παντού δεσπόζουν ονόματα ελληνικά.

ΧΩΡΙΑ κατά μήκος τής ακτής, χωριά σκαρφαλωμένα σέ λόφους:
αυτή είναι ή Καλαβρία. Μιά μακρόστενη χερσόνησος στήν ‘Ιταλική Χερσόνησο, μέ μιά μαγευτική παραλία εκατοντάδων χιλιομέτρων καί μέ μιά ενδοχώρα πού δέν τήν δάμασε ακόμη τό ανθρώπινο χέρι. Τό Τυρρηνικό Πέλαγος μέ τούς ψαράδες του, ό ουρανός μέ τό εκπληκτικό γαλάζιο, ή εκτεταμένη καί ακόμη πεντακάθαρη ακτή. Τά μεγάλα δάση τών γιγαντιαίων ελαιόδεντρων, οί πορτοκαλεώνες, τά αμπέλια, οί άνδρες καί οί γυναίκες πού δουλεύουν τήν γή. Παρέες ανδρών στίς πλατείες τών άσπρων χωριών, πού κάνουν μιά κίνησι χαιρετισμού πρός τό τραίνο πού περνά. Γυναίκες, πού ποτίζουν λουλούδια στά μπαλκόνια καί σηκώνουν τό πρόσωπο γιά νά τό κοιτάξουν εκδηλώνοντας έτσι κάποια ασυνείδητη επιθυμία φυγής. Τα χωριά διαδέχονται τό ένα τό άλλο, τό τοπίο μεταβάλλεται γοργά, τό φώς είναι αστραφτερό, εκτυφλωτικό. Στό Πίτσο καί στήν Τροπέα σού κόβεται ή ανάσα — τόσο μαγευτικό είναι τό θέαμα πού παρουσιάζει ή φύσις. ‘Εδώ, στήν Καλαβρία, οί αρχαίες ελληνικές μνήμες είναι ακόμη ζωντανές. Νά ‘μαστε τώρα στήν Σίλλα (τήν αρχαία Σκίλλα) καί αμέσως ύστερα στό Ρέτζιο (Ρήγιο), τήν πιό μοντέρνα καί γελαστή πάλι τής Καλαβρίας, τήν μοναδική πού μπορεί νά καυχιέται γιά τό μουσείο της (αντάξιο τού ονόματος), πλούσιο σέ πινακίδες, πήλινες αναθηματικές πλάκες, πού βρέθηκαν στις ανασκαφές τού Λόκρι (τών Έπιζεφυρίων Λοκρών), καί είναι σημάδι μιάς θρησκείας πού όπως θά διαπιστώσωμε, είναι ακόμη ριζωμένη στήν ψυχή τού λαού τής Καλαβρίας. ‘Αμέσως μετά τό Ρέτζιο, ή εξοχή είναι πάντα πράσινη από κήπους μέ πορτοκαλιές καί περγαμότα. Μοναδική περιοχή τού κόσμου στήν οποία ευδοκιμεί (από μιά μυστηριώδη εύνοια τής φύσεως) αυτό τό σπάνιο δένδρο, πού δίνει πλούτο καί δουλειά, όπως καί οί φυτείες τού γιασεμιού, πού καλλιεργείται κατά μήκος τής ακτής τού Ιονίου καί ιδιαίτερα ανάμεσα στό Μπρανκαλεόνε καί στό Λόκρι. Όταν τελειώνη ή εξοχική περιοχή μέ τις καλλιέργειες τού περγαμότου τό τοπίο αλλάζει απότομα καί είναι πάντα, ακόμη και για μένα, ένας αιφνιδιασμός. Οί απογυμνωμένοι καί στεγνοί άσπροι αργιλώδεις λόφοι καί τό γυμνά αντερείσματα τού Άσπρομόντε, αυλακωμένα από χειμάρρους καί ρυάκια, πού στήν μικρή πεδιάδα χάνουν τό σχήμα τους, απλώνονται, ανοίγονται καί σχηματίζουν τις περιβόητες προσχώσεις, πού κάθε χειμώνα απλώνονται όλο καί περισσότερο καταβροχθίζοντας κάμπους καί κήπους, καταστρέφοντας περιβόλια οπωροφόρων καί χωριά. Είναι τό θλιβερό θέαμα μιάς γής πού επί χιλιάδες χρόνια τήν εκμεταλλεύονται μέ τρόπο παράλογο καί πού έχει εγκαταλειφθή στήν τύχη της.
Τό αίσθημα πού μέ κυριεύει είναι πάντα καταθλιπτικό, ιδίως τόν χειμώνα, κάθε φορά πού διασχίζω κατά μήκος τήν ακτή τού ‘Ιονίου, από τό Λόκρι στό Καταντζάρο καί στό Κροτόνε (τόν αρχαίο Κρότωνα). Φαρδιές, γυμνές ακτές, χωριά παραθαλάσσια μέ σπίτια χαμηλό καί ώς επί τό πλείστον ημιτελή. Χωριά κουρνιασμένα σέ πλαγιές γυμνών βουνών ή σέ ανεμοδαρμένες κορυφές. Σπίτια στοιβαγμένο τό ένα επάνω στό άλλο, μέ τήν εκκλησία καί τό καμπαναριό στήν μέση, σάν σύμβολο μιάς κυρίαρχης καί καταθλιπτικής δυνάμεως. Τά περισσότερα από αυτά τό χωριά έχουν ύφος τρομαγμένων παιδιών, ξεκομμένα καθώς είναι από τήν εθνική ζωή καί τόν πολιτισμό.
Κάθε φορά αναρωτιέμαι: Πώς καταφέρνουν νά ζούν εκεί πάνω όλες αυτές οί ψυχές, δεμένες μεταξύ τους σέ μιά κοινή μοίρα; Πώς τρέφονται, αφού τό έδαφος γύρω (σέ αντίθεσι μέ τήν τυρρηνική ακτή) είναι ακαλλιέργητο; Μέ τί δουλειές ασχολούνται, αφού δέν υπάρχει ούτε ίχνος βιομηχανίας; Κι όμως ζούν, μισοτρώνε κιόλας. Ζούν μέ ότι καταφέρνουν νά τούς στέλνουν οί μετανάστες μήνα Παρά μήνα. Ζούν από τήν σύνταξι τών γέρων. Αυτά είναι πράγματα πού τώρα πιό συζητούνται παντού. Είναι πράγματα πού πρέπει απαραιτήτως να τό λάβωμε ύπ’ όψιν, γιά νά γράψωμε τήν πιό πρόσφατη ιστορία τής Νοτίου ‘Ιταλίας, βλέποντας την από καινούργια οπτική γωνιά. Είναι τέλος πάντων πράγματα απίστευτα. Καί χωρίς αμφιβολία, γιά ένα Μιλανέζο ή γιά ένα Γερμανό, όλα αυτά ξεπερνούν τά όρια τού πιθανού. Τά πρόβλημα είναι πολύπλοκο καί σοβαρό. Ίσως περισσότερο από ό,τι ήταν στό παρελθόν. Σκέπτομαι πώς αυτή, ή σημερινή, είναι μιά καινούργια μορφή απαθλιώσεως. Οικογένειες τριών - τεσσάρων ατόμων, συνηθισμένες καθώς είναι στήν στέρησι τών πάντων, τα βολεύουν μέ τήν σύνταξι τού παππού ή τής γιαγιάς, πού (πιό τυχερή από τήν γιαγιά τού χθές) δέν είναι υποχρεωμένη νά ζητιανέψη γιά νά ζήση. Μή ξεχνάμε, πώς άν ζούν ό παππούς καί ή γιαγιά μπαίνουν στήν οικογένεια επάνω από ογδόντα χιλιάδες λιρέττες τόν μήνα (4.000 περίπου ελληνικές δραχμές). Ζούν, λοιπόν, ζωή βαρώνων.
Στό παιδικά μου χρόνια ή ζωή ήταν πιό σκληρή καί δύσκολη. ‘Ακόμη και η πιό απλή επιθυμία ήταν δύσκολο εκπληρωθή, όπως, θυμάμαι, ή επιθυμία μου νά πάω στήν θάλασσα. ‘Η θάλασσα ασκούσε επάνω μου μιά μαγική γοητεία. Στεκόμουν απορροφημένος ώρες ολόκληρες νά τήν κοιτάζω, από οποιοδήποτε σημείο τού λόφου του χωριού μου. Μέ τούς φίλους τών παιδικών μου παιχνιδιών μιλούσαμε συχνά γι’ αυτήν. Περισσότερο όμως μιλούσα μέ τόν Βιντσέντσο, πού είχε πάει στήν θάλασσα. ‘Ήταν πιό φτωχός από μένα, αλλά ή μητέρα του υπέφερε από ρευματισμούς καί ό γιατρός τήν είχε συμβουλεύσει νά «θάβεται μέσα στήν καυτή άμμο. Και έτσι έπαιρνε μαζί της καί τόν γιό τη “Όταν ό Βιντσέντσο γύριζε από θάλασσα, μού διηγόταν, γιά ένα ολόκληρο χρόνο, τό πράγματα πού είχε δή στήν παραλία τού μεγάλου χωριού είχε δή, έλεγε, από κοντά, όχι μόνο τούς ψαράδες, αλλά καί τίς βάρκες μάλιστα τίς είχε κιόλας αγγίξει μέ το ίδιο του τό χέρι αυτές τις βάρκες είχε δή ακόμη, σέ δέκα μέτρα απόσταση από τήν ακτή, καί ένα καΐκι. Είχε δή επίσης καί τό τραίνο. Όταν μιλούσε γιά τό τραίνο, εγώ τόν άκουγα χωρίς ανάσα, γιατί διηγόταν (καί σίγουρα ήταν δική του επινόησις), πώς υπήρχαν τραίνα πού μετέφεραν εμπορεύματα καί είχαν περισσότερο από είκοσι, είχαν τριάντα, σαράντα βαγόνια, τόσο πού ή ουρά τους βρισκόταν ακόμη στήν ισόπεδη διάβασι, ενώ ή μηχανή ξεφυσούσε, ξερνώντας καπνό καί σπίθες, πέρα από τόν σταθμό, στήν άκρη σχεδόν τού χωριού. ‘Ο Βιντσέντσο δέν μού μιλούσε μόνο γιό τό τραίνο, άλλο καί γιά τήν γιορτή τού Δεκαπενταύγουστου, όταν όλο τά χωριά τού λόφου ξεχύνονταν στήν θάλασσα. Περισσότεροι από εκατό χιλιάδες περισσότεροι από ένα εκατομμύριο, περισσότεροι από εκατό εκατομμύρια, πήγαιναν στήν γιορτή τής Παναγίας, πού εκείνη τήν ημέρα μάζευε λεφτά μέ τό τσουβάλι. Μιλούσε ακόμη καί γιά δρόμους κατάμεστους από κόσμο (δέν έπεφτε βελόνα καταγής) καί γιά πάγκους φορτωμένους μέ διάφορα πράγματα καί γιά παγωτατζήδες καί γιά πωλητάς καρπουζιών καί πεπονιών. Βουνά τό καρπούζια καί τό πεπόνια, πλήθος τό παιδιά Πού τό έκλεβαν καί, μετά, έτρεχαν στόν ελαιώνα, κοντά στήν θάλασσα, γιά νά τό καταβροχθίσουν. Όσο γιά τό παιχνίδια καί γιά τις μπάλλες καλύτερα νά μή μιλήσω. “Ως καί λούνα πάρκ υπήρχε! Καί όταν τόν ρωτούσα τί ήταν αυτό τό λούνα πάρκ, ο Βιντσέντσο (άλλα πού δέν ήθελε) άρχιζε νά μού τό περιγράφη κι εγώ, στήν αρχή, νά μήν τόν πιστεύω καί μετά νά τόν πιστεύω, νά τόν θαυμάζω καί νά τόν θεωρώ ενδιαφέροντα άνθρωπο, παρ’ όλα πού τό σπίτι του ήταν πιό παλιό καί πιά μικρό από τό δικό μου. Κι ύστερα ό πατέρας του ήταν αχθοφόρος καί μπροστά στόν πατέρα μου, πού ήταν τεχνίτης, έπρεπε νά βγάζη τό καπέλλο. Ό Βιντσέντσο περηφανευόταν πώς τήν ημέρα τής γιορτής είχε δή ακόμη καί τόν ηράκλειο άνθρωπο... Τόν πιό δυνατό άνθρωπο τού κόσμου. Ήταν τόσα δυνατός, ώστε νά σπάζη μιά σιδερένια αλυσίδα. Αυτός ό άνθρωπος, λοιπόν, πετούσε πρώτα τό σακκάκι, έπειτα τύλιγε μιά αλυσίδα γύρω από τό στήθος του, έπειτα φούσκωνε... φούσκωνε συνέχεια τόν θώρακα καί ύστερα από μιά προσπάθεια, πού κρατούσε τουλάχιστον πέντε λεπτό, κράκ, έκανε ή αλυσίδα καί έπεφτε κομμένη καταγής, μπροστά στό πόδια του. Τόν είχε δή μέ τό μάτια του, όλοι τόν είχαν δή καί μάλιστα τού είχαν πετάξει καί λεφτά. Δέν ξέρω τί απέγινε ό παιδικός μου φίλος, ό Βιντσέντσο. Δέν ξέρω άν έχη πεθάνει. Μπορεί καί νά πέθανε. Ίσως νά απέκτησε αρκετά παιδιά πού καλλιεργούν τώρα χωράφια ή τρέφουν ζώα εκεί κάτω. στήν ‘Αργεντινή, όπου είχε μεταναστεύσει. Στήν θάλασσα έτυχε νά πάω αργότερα, αφού πρώτα γύρισα όλη τήν Καλαβρία καί αφού γνώρισα κι άλλες περιοχές καί έτσι ήμουν σέ θέσι να κάνω συγκρίσεις. Ή Βάλλε ντέλ Γκράτι, παραδείγματος χάριν, ή ή περιφέρεια τών Σέρρε καί τού Κιαραβέλλε Τσεντράλε δέν έχουν νά ζηλέψουν τίποτε από τήν Τοσκάνη. Καί ό όγκος τού Άσπρομόντε θά μπορούσε νά γίνη τουριστικό κέντρο, σχεδόν όπως ορισμένα ελβετικά βουνά, άν τό ανθρώπινο χέρι κατάφερνε νά δουλέψη μέ σύνεσι καί ζήλο. Πήγα στήν θάλασσα γιά ένα μήνα σχεδόν καί αυτό ήταν μιά εμπειρία πού διατηρείται ακόμη ζωντανή στήν μνήμη μου. Ήταν πολύ ωραίο νά μένης στήν ακτή καί νά νοιώθης στό πρόσωπο τήν φρέσκια ανάσα τής θάλασσας, καθώς πλησίαζε τό δειλινό. Καθόμουν στήν σκιά μιάς βάρκας καί διάβαζα. Πολλές φορές αποξεχνιόμουν νά θαυμάζω τήν ράχι τού Άσπρομόντε, πού διαγραφόταν αχνά στό γαλάζια τού ουρανού ή τό κουρνιασμένα στήν κορφή τού λόφου χωριά ή κάποιο βουνό, όπως ό υποβλητικός Τζέρατσε, πού ξεπρόβαλλε στόν ορίζοντα σάν μεγαλοπρεπής θρόνος. Ή ακτή εκείνη τήν ώρα ήταν έρημη. Κάποιος ναύτης μέ γυμνό στήθος κοιμόταν στόν ήλιο. ‘Άλλος κανείς δέν υπήρχε παρά μόνο τό σκληρό καί κατά διαστήματα εκτυφλωτικό φώς τού ήλιου. Μόλις ό ήλιος χαμήλωνε, ή ακτή άρχιζε νά παίρνη ζωή. Οί ψαράδες σηκώνονταν. Οί άλλοι, πού ήσαν στό σπίτια, ξεπρόβαλλαν μέ τεμπέλικο βήμα. Πλησίαζαν τήν σάρκα τους καί έπαιρναν μέ αργές κινήσεις τό δίχτυα πού είχαν απλώσει μέ προσοχή. ‘Εξ όψεως τούς γνώριζα όλους. Τούς έβλεπα κάθε φορά πού κατέβαινα από τό τραίνο, γιά νά ανεβώ στό χωριό. Ακόμη καί τόν χειμώνα έμεναν ξυπόλυτοι, ακουμπισμένοι στόν τοίχο κάποιου σπιτιού κοντά στήν ακτή καί κοίταζαν τήν ανταριασμένη θάλασσα. Τώρα δούλευαν. Ετοίμαζαν τήν βάρκα γιά τό νυχτερινά ψάρεμα. Μπάλωναν τά δίχτυα σιωπηλό. Όταν θύμωναν δέν βλαστημούσαν. Μπορεί νά ούρλιαζαν, νά δάγκωναν τό χέρια, αλλά δέν βλαστημούσαν. Ίσως για φοβόνταν τήν θάλασσα καί τήν νύχτα. Τούς παρατηρούσα γιά πολλή ώρα, ενώ κάθονταν καί μπάλωναν τά δίχτυα. Είχαν πρόσωπα στεγνό, μαύρο από τό γένια, μπράτσα ψημένα στόν ήλιο καί δυνατά σάν σιδερένιες βέργες. Τά μάτια τους ήσαν δυό σχισμές, σίγουρα από τήν συνεχή προσπάθεια πού κατέβαλλαν τήν νύχτα, γιά νά διακρίνουν τά διάφορα αντικείμενα.
Ήταν μιά εμπειρία πλούσια καί σπάνια τό νά πάω στήν θάλασσα τόσα χρόνια μετά τόν Βιντσέντσο. Σημείωνα στήν μνήμη μου τό καινούργια πράγματα πού ανακάλυπτα καί πού μέ συγκλόνιζαν. Τό πρωί ή παραλία παρουσίαζε ένα θέαμα ρεαλιστικά καί ζωντανό μέ όλο εκείνο τόν κόσμο, πού είχε κατεβή από τά γύρω χωριά τού λόφου. Χωρικοί, τεχνίτες, εργάτες, πήγαιναν στήν θάλασσα γιά νά γιατρέψουν κάποια μικροαρρώστια. ‘Υπήρχαν χωρικοί πού κουβαλούσαν μαζί τους ακόμη καί τά ζώα τους καί χωρικές πού έμπαιναν στήν θάλασσα μέ τό μακρύ λινό μεσοφόρι τους, πού τό είχαν υφάνει στόν αργαλειό. Καί όταν κάποτε τό μεσοφόρι βρεχόταν από τό νερό, τότε κολλούσε στό κορμί τους καί έκανε νά διαγράφωνται όλες οί καμπύλες τους. Έμεναν
μακριά από τούς πολιτισμένους.. καί κοίταζαν μέ κατάπληξι τις ..ξετσίπωτες κοκέττες.. τών πόλεων, πού δέν ντρέπονταν νά δείχνουν μπροστά στούς άνδρες γυμνές τίς πλάτες καί τίς γάμπες τους. Τσαλαβουτούσαν οί χωρικές στό νερό καί στήν άμμο, καί είχαν μοναδική σκέψι νά κρύψουν κάθε μέρος τού κορμιού τους, δείχνοντας έτσι, χωρίς νά τό βλέπουν καί χωρίς νά τό ξέρουν, εξαθλίωσι καί οπισθοδρομικότητα. Τσαλαβουτούσαν ώρες ολόκληρες γιά νά τελειώσουν γρήγορα, πολύ πιό γρήγορα από ό,τι έπρεπε, τήν θεραπεία πού τούς είχε καθορίσει ό γιατρός. Καί σκανδαλίζονταν από τήν αναίδεια τών μαθητών, πού πλησίαζαν νά τίς δούν από περιέργεια. Τότε συγκεντρώνονταν όλες μαζί, γιά νά υπερασπισθούν τόν εαυτό τους ενωμένες, μουρμουρίζοντας καί απειλώντας καί σκεπάζοντας μέ τό σεντόνι χέρια καί πόδια,
Μέ τό πέσιμο τής νύχτας οί βάρκες σπρώχνονταν σάν ήσυχα βόδια ώς τήν ακροθαλασσιά. Οί ψαράδες, αφού πρώτα διάλεγαν τά εργαλεία τους, άναβαν τό πυροφάνι, έδιναν τό τελευταίο σπρώξιμο στήν βάρκα καί σάλταραν επάνω μέ νεανική σβελτάδα. ‘Έπαιρναν τά κουπιά στό χέρια καί άρχιζαν έτσι τήν δουλειά, πού θά κρατούσε όλη τήν νύχτα. Ξανοίγονταν χωρίς νά χαιρετήσουν τίς γυναίκες τους, πού απέμεναν στήν ακρογιαλιά νά τούς κοιτάζουν• καί νά δείχνουν πώς οσμίζονταν τόν αέρα σάν πιστά σκυλιά. Οί βάρκες, ή μιά μετά τήν άλλη, απομακρύνονταν καί σχημάτιζαν μιά μακρυά γραμμή από φώτα. πού κρατούσαν ώς τό πρωί.
Ας ελπίσωμε ότι θά ψαρέψουν καλό ψάρι, εύχονταν οί λουόμενοι.
Οί χωρικοί μαζί μέ τούς εργάτες και τούς τεχνίτες κάθονταν παρέες - παρέες στήν άμμο καί μιλούσαν. Οί μικροαστοί πήγαιναν στό καφενείο νά παίξουν χαρτιά καί νά κουβεντιάσουν άσχετα πράγματα ή πήγαιναν νά χορέψουν στήν παραλία κάποιας κοντινής μικρής πόλεως. ‘Ο τρόπος πού ζούσαν καί σκέπτονταν ήταν ό ίδιας, ό συνηθισμένος σέ κάθε γωνιά τής Γής. Εμείς, αντίθετα, μέναμε πολλή ώρα στήν ακτή γιά νά απολαύσωμε τήν δροσιά τής νύχτας. Συχνά, από διπλανές παρέες, σηκωνόταν ένα σιγανά τραγούδι πού γρήγορα γινόταν ομαδικό. Τραγουδούσαν παλιά μοιρολόγιο καί λαϊκά τραγούδια, πού κλείνουν μέσα τους ένα πόνο άχρονο, τραγουδούσαν τραγούδια τού έρωτα, ενώ τό ‘Ιόνιο βρισκόταν στά πόδια μας καί έμοιαζε νά ακούη κι αυτό πράγματα, πού τά γνώριζε από καιρούς αμέτρητους καί τά χωριά στόν λόφο, φωτισμένα καθώς ήσαν, έμοιαζαν μέ κυρίους πού είχαν βγή στό μπαλκόνι. Αυτό τό αίσθημα ένοιωθα, καί σκεπτόμουν τίς ανθρώπινες συνθήκες τού κόσμου τής Καλαβρίας. Καί ήμουν όλος αυτιά, γιά νά μή χάσω ούτε μιά λέξι, ούτε μιά φράσι, ούτε μιά διήγησι από αυτές πού ακούγονταν ώς αργά τό βράδυ εκεί, επάνω στήν άμμο, μέ ανοιχτό τόν ουρανό, μέ ανοιχτή τήν καρδιά. Και ήταν μιά φυγή πρός τά πίσω, ένα ταξίδι στούς αιώνες πού πέρασαν καί μιά επιστροφή στό παρόν, γιά νά γίνη ή σύγκρισίς του μέ τό παρελθόν. Πόσα πράγματα δέν φύλαξα στις πιό κρυφές πτυχές τής μνήμης μου εκείνο τό καλοκαίρι: φλυαρίες, παροιμίες, λαϊκά γνωμικά, παραμύθια, αλλά καί ιστορίες τών ζωντανών, εκείνων πού ήσαν εκεί, καθισμένοι στήν άμμο, όπως ή Μαριαρόζα. ‘Ιστορίες πού οί θρησκευτικές ρίζες τους ανεβαίνουν ώς τόν μυθικό Θησέα.
‘Η Μαριαρόζα είχε λάβει ένα γράμμα από τόν άνδρα της, πού δούλευε στήν Γερμανία. Τής έγραφε πώς ήταν άρρωστος, πώς τρείς ημέρες βρισκόταν στό νοσοκομείο γιά εξετάσεις, πώς έκανε θεραπεία καί πώς θά τού περνούσε νά έμενε, λοιπόν, ήσυχη. Ύστερα από λίγες ημέρες θά ξανάπιανε δουλειά. Είχε ένα μικροάσθμα, τήν νύχτα τόν έπιανε βήχας. Έφταιγε τό κλίμα πού ήταν υγρό τό καλοκαίρι καί τρομερό παγωμένο τόν χειμώνα καί τό είδος τής δουλειάς πού έκανε, χωμένος μέσα στούς φούρνους τού χαλυβουργείου. Δέν έβλεπε ποτέ τόν ήλιο. Νύχτα έμπαινε στό εργοστάσιο καί νύχτα έβγαινε. Ήταν θαμμένος εκεί μέσα, “Αχ καί νά υπήρχε μιά δουλειά στόν Νότο. Μέ πόση ευχαρίστησι θά γύριζε κυρίως γιά τήν υγεία του. Πόσο θά τού άρεσε νά δουλέψη, νά ζήση στό χωράφια, νά δή τόν γαλάζια ουρανό! Τώρα πιά είχε ξεχάσει τό χρώμα τού ουρανού. Καί δέν θυμόταν πιά πώς είναι φτιαγμένη ή θάλασσα. ‘Η Μαριαρόζα (ήταν ή Μαριαρόζα πού διηγόταν μέ πνιγμένη φωνή, ενώ εμείς οί άλλοι τριγύρω ακούγαμε χωρίς νά βγάζωμε άχνα), ένοιωθε νά σφίγγεται ή καρδιά της, τής ερχόταν νά κλάψη, νά ξεφωνίση. Ήταν δυό χρόνια τώρα πού ό άνδρας της παραπονιόταν γιά τά πνευμόνια του. Παρακαλούσε τόν Κύριο νά τής τόν έχη καλά. “Αν ό άνδρας της πάθαινε κάτι, πως θά τά έφερνε βόλτα ή οικογένεια; Είχε τρία παιδιά, ο μεγαλύτερος πήγαινε στό λύκειο, τό άλλα δυό πήγαιναν καί αυτό σχολεία. Ό Θεός καί όλοι οί άγιοι έπρεπε νά τήν βοηθήσουν, έπρεπε νά τής δώσουν τό χέρι τους. ‘Έπρεπε νά κάνουν καλά τόν άνδρα της, πού ήταν ή κολόνα τού σπιτιού. ‘Η Παναγία τών Χαρίτων έπρεπε νά τήν προστατεύση. Έπρεπε νά συμπαρασταθή στήν οικογένειά της. Κι εκείνη θά πήγαινε προσφορά στήν ευλογημένη Παρθένα, τήν Μητέρα τού ‘Ιησού, τίς «μικρές παρθένες». Αμ έπος άμ έργον: ή Μαριαρόζα έκανε τό τάμα νά πάη στήν Παναγία τών Χαρίτων, πού ή εκκλησιά της βρίσκεται στήν έξοχή, δέκα «μικρές παρθένες’ τό επόμενο Σάββατο. Βγήκε καί επισκέφθηκε όλες τίς οικογένειες πού είχαν μικρά κορίτσια οκτώ έως δέκα ετών. Εκμυστηρεύθηκε στίς κουμπάρες τόν σκοπό τού τάματός της καί τίς παρακάλεσε νά τής δώσουν τίς κόρες τους νά τίς πάη δώρο στήν Παναγία. Οί κουμπάρες άπλωσαν τό χέρια καί τήν βεβαίωσαν, πώς τής έδιναν όχι μόνα τήν κόρη τους, αλλά καί τήν καρδιά τους νά τήν προσφέρη στήν Μητέρα τού Θεού, έτσι ώστε ή ευλογημένη Παναγία νά μεσολαβήση στόν γιό της, τόν Κύριό μας, νά γιατρέψη τόν κουμπάρο πού βρισκόταν μακριά, μόνος καί άρρωστος.
Κι έτσι Σάββατο απόγευμα ή Μαριαρόζα (κρυφά από τόν μεγάλο της γιό πού θά τής δημιουργούσε ίστορίες) πήγε στήν Παναγία τών Χαρίτων τίς δέκα «μικρές παρθένες», πού ήσαν ντυμένες στό άσπρα καί κρατούσαν στήν αγκαλιά τους μπουκέττα τριαντάφυλλα καί άλλα λουλούδια, Φθάνοντας στήν εκκλησία, χώρισε τις μικρές — πέντε από τήν μιά πλευρά, πέντε από τήν άλλη. ‘Εκείνη μπήκε επικεφαλής καί όλες μαζί προχώρησαν πρός τόν βωμό κάνοντας τήν προσευχή τους. Μπροστά στήν εικόνα τής Βασίλισσας τών Χαρίτων ή Μαριαρόζα έπεσε στά γόνατα καί παρακάλεσε: Μαρία, Μητέρα τού Θεού, δέξου αυτές τίς αθώες καί ωραίες μικρές παρθένες πού σού έφερα δώρα καί, σάν αντάλλαγμα, σώσε τόν άνδρα μου. Γιάτρεψέ τον, γιάτρεψέ τον, ‘Εσύ πού μπορείς...». Όσες γυναίκες Βρίσκονταν στήν εκκλησία, έσμιξαν τήν προσευχή τους στήν προσευχή της καί μέ κατάνυξι γύρεψαν κι εκείνες τήν χάρι τής Βασίλισσας τών Ουρανών. Ύστερα από μιά ώρα παρακλήσεων καί ύμνων, ή Μαριαρόζα ξαναγύρισε μέ τίς μικρές στό χωριό. Πώς πήγε στό σπίτι της καί τίς έβαλε νά φάνε (αλλιώς ή προσφορά δέν θά είχε νόημα), μοίρασε μέ απλοχεριά πορτοκαλάδες καί γκαζόζες καί οί μικρές τίς κατανάλωσαν μέ ευθυμία.
‘Η Μαριαρόζα εξακολουθούσε νά μιλά, ενώ στό μυαλό μου ερχόταν μιά θύμησι: ό Θάνατος τού παιδιού τής Πόρτσια, τής γειτόνισσάς μου. Όταν ήμουν παιδί δοκίμαζα μιά ευχαρίστησι, σχεδόν αισθησιακή, νά ακούω τίς συζητήσεις τών μεγάλων καί περισσότερα τών γυναικών. Ήμουν Ικανός νά μείνω ώρες ολόκληρες σιωπηλός, γεμάτος προσήλωσι καί νά παρακολουθώ ατέλειωτες φλυαρίες. Ήταν τόσο έντονα αυτό τό πάθος μου νά ακούω, ώστε πολλές φορές πήγαινα στό σπίτια πού είχαν πένθος, καθόμουν σέ μιά γωνιά καί αποξεχνιόμουν. Οί γυναίκες πού πενθούσαν διηγόνταν πάντα πολύ ενδιαφέρουσες ίστορίες καί ή δική μου φαντασία έμπαινε σέ κίνησι καί συνεχώς περιπλανιόταν. Μιλούσαν, όπως γίνεται σέ αυτές τίς περιπτώσεις, γιά τήν ζωή καί τόν θάνατο. Ό διάλογος μάκραινε και σιγά - σιγά γινόταν «κόρο» αι σέ αυτό τό «κόρο» έμπαιναν ιστορίες φαντασμάτων πού περιπλανιόνταν τήν νύχτα, γιατί οί συγγενείς τους δέν φρόντιζαν νά Κάνουν ελεημοσύνες γιά νά εξιλεώσουν τούς νεκρούς ή γιατί δέν ήσαν θαμμένοι όπως έπρεπε ή γιατί ό παπάς είχε κάνει τήν λειτουργία πολύ βιαστικά. Καί υπήρχαν ψυχές πού δέν έβρισκαν ησυχία, γιατί στήν ζωή ήσαν δολοφόνοι πού δέν είχαν εξομολογηθή. Διηγόνταν όνειρα, στά οποία οί πεθαμένοι εξέφραζαν τίς επιθυμίες τους. Καμμιά φορά συνέβαινε νά γυρίσω στό σπίτι γεμάτος αγωνία. Δέν τό έβαζα κάτω, όμως, τήν επομένη ξαναπήγαινα νά ακούσω κι άλλες εντυπωσιακές ιστορίες. Ίσως όμως όλα αυτά νά μήν έχουν σημασία. Έλεγα, λοιπόν, ότι ή διήγησις τής Μαριαρόζα μού είχε ξαναφέρει στήν θύμησι τόν θάνατο του παιδιού τής Πόρτσια, ίσως από κάποια θρησκευτική ομοιότητα, πού υπήρχε ανάμεσα στις δύο διηγήσεις. Αυτή είναι ή Καλαβρία καί θά άξιζε ίσως νά γίνη πιό γνωστή, νά τήν νοιώσουν πιό πολύ έτσι, παρά γιά τις ακτές της καί τα βουνά της. Μιά «δειγματοληπτική αρχαιολογική ανασκαφή» στήν καλαβρέζικη ψυχή θά ήταν τόσο ενδιαφέρουσα, όσο καί οί ανασκαφές τού Λόκρι, τού Σίμπαρι (Συβάρεως), τού Κροτόνε, ενώ συγχρόνως θά ήταν καί υποβλητική, όσο καί ό μεγαλοπρεπής θρόνος» τού Τζέρατσε καί τού Στίλο. Τό αγόρι, λοιπόν, τής Πόρτσια ήταν ετοιμοθάνατο καί τό σπίτι ήταν γεμάτο κόσμο, πού έκλαιγε, πού ικέτευε καί πού χτυπούσε τά στήθη του μέ απόγνωσι. Ξαφνικά ή Πόρτσια, στήν τρέλα τής απελπισίας της, πηδά επάνω στό κρεβάτι, κρατώντας στό χέρι όλα τό χρυσαφικά τού σπιτιού καί τό ακουμπά στό εικόνισμα τής Παναγίας τών Όρεων λέγοντάς της, μέ φωνή σπασμένη από τόν πόνο:
«Όλο τό χρυσάφι είναι δικό Σου, Πανάχραντη, αλλά σώσε τό παιδί μου. Σπλαχνίσου τήν νιότη του καί τήν καρδιά τής μάνας! Μητέρα τών Ουρανών, Μητέρα τού ‘Ελέους, αυτό τό σπίτι είναι δικό Σου• καί τό γουρουνάκι καί οί ελιές καί οι δυό αγελάδες καί ό,τι άλλο έχω, είναι δικά Σου. ‘Ακόμη καί τά μαλλιά μου τήν ημέρα τής γιορτής Σου θα Σού φέρω τις δυό πλεξούδες μου καί θά τίς κρεμάσω στό μπράτσο Σου. ‘Αλλά, Μητέρα τών Φτωχών, σώσε τό παιδί μου».
Κλαίγαμε όλοι, μεγάλοι καί μικροί — εγώ τότε δέν θά ήμουν παραπάνω από έξη ετών — καί όλοι ήμαστε σίγουροι γιά τήν χάρι Της. ‘Αλλά, στό γέρμα τού ήλιου, τό παιδί τής Πόρτσια έσβησε. Πήγαινα στό Πένθος τρείς ημέρες συνέχεια, σαν να ήταν αυτό τό επάγγελμα μου. Τά παιχνίδια δέν μέ ενδιέφεραν. Τό βράδυ τής Τρίτης ημέρας, μιά κουμπάρα είπε στήν Πόρτσια, μέ ύφος πανηγυρικό καί ευτυχισμένο, ότι είχε ονειρευθή τό πεθαμένο παιδί της. Καί τό πεθαμένο παιδί έστελνε εδοποίησι στήν μάνα του, να μήν απελπίζεται καί νά μήν κλαίη πιά, γιατί εκείνο ήταν καλά. ‘Ο Κύριος τό είχε πάρει στήν προστασία Του καί ή ψυχή του βρισκόταν κιόλας στόν Παράδεισο!
Αυτός ήταν, λοιπόν, ό λόγος πού ή Παναγία δέν τού είχε κάνει τήν χάρι νά ζήση σ’ αυτό τόν κόσμο, σχολίαζαν οί γυναίκες πού βρίσκονταν εκεί. ‘Ο Θεός τού είχε κιόλας ετοιμάσει τήν θέση του στό Βασίλειο τών Ουρανών. ‘Η Πόρτσια, τυλιγμένη στό κατάμαυρα, έκλαιγε μέ λυγμούς. Καί είμαι σίγουρος ότι αυτή τήν φορά δέν έκλαιγε από θλίψι, αλλά από χαρά. Καί, πράγματι, ακούστηκε να λέη: ‘Ευλογημένο μου παιδί, παρακάλα καί γιά τήν μητέρα σου! Βοήθησέ την εσύ πού βρίσκεσαι στόν ουρανό, μέσα στήν αγκαλιά τού Κυρίου!»,
Σαράντα χρόνια πέρασαν από τότε. Σαράντα χρόνια αναβρασμών τό οποία θάβουν τό κατάλοιπα τού παλαιού εκείνου πολιτισμού, πού δέν έχει πιά λόγους νά επιζήση.

SAVERIO STRATI

(ΠΕΡΙΟΔΙΚΌ Ιστορία τεύχ. 93 Μάρτιος 1976)
Απάντηση

Επιστροφή στο “Νεότερη Ελληνική Ιστορία”