H ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ ΔΙΑΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ
Της ΕΥΡΥΔΙΚΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑ-ΝΤΟΥΚΑ
Γεννημένη από τους θεούς και κυκλωμένη από τη θάλασσα η Κεφαλλονιά λειτουργούσε ως γέφυρα επικοινωνίας, κι έχοντας ήπιες κλιματολογικές συνθήκες, είναι απόλυτα βέβαιο πως είχε αναπτύξει πρώϊμο πολιτισμό. Από την Εποχή του λίθου ανιχνεύονται ίχνη ανθρώπινης δραστηριότητας στο νησί. Τα ανασκαφικά τεκμήρια που βρέθηκαν στο χωριό Χαλιωτάτα -θέση Σπήλιος- και στη χερσόνησο του Φουρνιά (γύρω στο 50.000 π.Χ.) στο Φισκάρδο, αλλά και τα μεταγενέστερης περιόδου ευρήματα που ήλθαν πρόσφατα στο φως στο σπήλαιο της Δράκαινας στον Πόρο (Ύστερης και Τελικής Νεολιθικής περιόδου, δηλ. στο χρονικό διάστημα περίπου μεταξύ του 5600/5500 και του 3700 π.Χ.) οδηγούν στην βεβαιότητα της πρώιμης κατοίκησης.
Κατά τη Μυκηναϊκή περίοδο συναντάμε την πρώτη πραγματική μεγάλη ακμή στο νησί -το οποίο έχει άρρηκτα συνδεθεί με την Οδύσσεια (1184-1174 π.Χ.)-. Μάλιστα, ο πλούτος των ευρημάτων ανάγκασε τον Ακαδημαϊκό Σπύρο Μαρινάτο να πει πως εάν τα ευρήματα της Κεφαλληνίας είχαν έλθει ενωρίτερα στο φως από αυτά των Μυκηνών, ολόκληρος ο Πολιτισμός θα αποκαλείτο Κεφαλληνιακός και όχι Μυκηναϊκός.
Δωρικοί ναοί του 7ου και 6ου αιώνα π.Χ. μαρτυρούν το επίπεδο του ακμάσαντος πολιτισμού. Πάλη, Σάμη, Κράνη και Πρόννοι ήταν οι τέσσαρες αυτόνομες και με πολιτεύματα δημοκρατικά Πόλεις –Κράτη που απάρτιζαν την Τετράπολη. Χρόνια μετά, επίθεση που δέχθηκε το νησί από τον Φίλιππο της Μακεδονίας δεν είχε θετικά αποτελέσματα γι’ αυτόν. Δεν μπορούμε όμως να πούμε το ίδιο και για την επίθεση των Ρωμαίων οι οποίοι κατέκτησαν ολοκληρωτικά το νησί το 188 π.Χ. αφού ηττήθηκαν οι ηρωϊκοί Σαμαίοι.
Την πτώση της Ρώμης ακολούθησε η άνοδος του Βυζαντίου. Στο διάστημα αυτό και σύμφωνα με απόλυτα νεώτερες έρευνες, μαρτυρείται η παρουσία του Αποστόλου Παύλου στην Κεφαλλονιά κατά το ταξίδι του προς την Ρώμη. Στα χρόνια τα Βυζαντινά το νησί ανήκε στην επαρχία Αχαϊας και αργότερα, από σειρά τιτλούχων (Πατρίκιοι, Στρατηγοί, Σπαθάριοι, Χαρτουλάριοι Κεφαλληνίας) μέσα από σφραγιστικά μνημεία (αρχές του 9ου αιώνα έως και τον 11ο αιώνα) βεβαιώνεται η ύπαρξη Ναυτικού Βυζαντινού Θέματος Κεφαλληνίας που δρούσε ως τείχος ενάντια στις συχνές βαρβαρικές επιδρομές.
Τα χρόνια της Φραγκοκρατίας άφησαν έντονα τα ίχνη τους στην τοπική ιστορία. Οι νορμανδικές επιδρομές απογύμνωσαν τις βυζαντινές κτήσεις. Πρόσκαιρη κατοχή είχε ο Robert Guiscard, ο Ρογήρος II ο Σικελός, και –κατά την 4η επιδρομή- ο ναύαρχος Μαργαριτώνης σήμανε το τέλος του «πλόιμου» Κεφαλληνίας και την οριστική αποκοπή του από τον βυζαντινό κορμό.
Τέλη του 12ου αι. την ηγεμονία του νησιού ανέλαβε ο παλατινάτος οίκος των τυχοδιωκτών Orsini για να την παραδώσει στους D’ Anjou, και τα μέσα του 14ου αι. στους Tocchi. Οι δυο συντομότατες χρονικά τουρκικές κατοχές έληξαν με την κατάκτηση της πρωτεύουσας του νησιού, του Κάστρου του Αγίου Γεωργίου, από τους Ενετούς και Ισπανούς το 1500.
Το φεουδαλικό-ολιγαρχικό σύστημα στο οποίο στηριζόταν για χρόνια η νησιωτική κοινωνία, απετέλεσε –με κάποιες διαφοροποιήσεις- το πλαίσιο εντός του οποίου κινήθηκαν οι Βενετοί. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία εφάρμοσε δυο βασικούς τρόπους διοίκησης: από τη μιά τον συγκεντρωτισμό –με όλες τις γνωστές πολιτικο-κοινωνικο-οικονομικές επιπτώσεις του- και από την άλλη την αναγνώριση «σχετικής αυτονομίας». Παράλληλα βέβαια οι Καθολικοί Βενετοί ήταν διαλλακτικοί –λόγω οικονομικών συμφερόντων και μόνον- απέναντι στην Ορθοδοξία-. Η Κεφαλλονιά δεν είχε καμμιά διαφορετική τύχη, παρά να ακολουθήσει εκών-άκων την αρχή –και την ιστορική μοίρα- της Κυριάρχου –Dominante-.
Επί Βενετών πρωτεύουσα του νησιού έγινε το παραθαλάσσιο και ασφαλές –λόγω κλειστού λιμένος- Αργοστόλι. Το ίδιο πάλι διάστημα το νησί δέχθηκε την θετική πολιτισμική επίδραση της Κρήτης. Αρχικά, πολλοί Κεφαλλονίτες συνέδραμαν εθελοντικά στην εικοσπεντάχρονη (1645-1669) πολιορκία της. Στη συνέχεια, η τραγική άλωση του Χάνδακα σηματοδότησε για το νησί μας –αλλά και για την Βενετία και για την Ευρώπη- μια άλλη εποχή. Εκτός από την πληθυσμιακή ενδυνάμωση της Κεφαλλονίτικης κοινωνίας, άλλο δείγμα θετικής προσφοράς των Κρητών συναντάμε στον γραπτό λόγο, στις εκκλησιές, και στην τέχνη ευρύτερα.
Αναφέρθηκα προηγουμένως σε «ιστορική μοίρα» Κυριάρχου-Κεφαλλονιάς γιατί με την πτώση της Βενετίας στις στρατιές του Μ. Ναπολέοντα, το νησί μας αποδέχθηκε την Γαλλική κυριαρχία. Νέο πολιτικό σκηνικό. Αφυπνίσθηκαν οι μάζες και επιταχύνθηκαν οι πολιτικές εξελίξεις. Η Γαλλική Επανάσταση γέννησε τον δημοκρατικό πατριωτισμό και οι ιδέες της θεμελίωσαν το πολιτικό ιδεώδες της δημοκρατικής ισοπολιτείας στην ελληνική -άρτι μορφούμενη- εθνική συνείδηση. Ο παλιός κόσμος της υποταγής άλλαζε και μπορούσαν να γίνουν πατρίδες ελεύθερες. Έτσι, οι Κεφαλλονίτες βρέθηκαν το 1797 να καίνε συμβολικά το Libro d’ Oro. Ο ισχυρός πόθος ελευθερίας ταρακούνησε την εδραιωμένη για αιώνες συντήρηση και ορθωνόταν πλέον ένας νέος κόσμος. Εξεδόθηκαν προκηρύξεις με επαναστατικές ιδέες και ξεχωριστή αρχή αυτή της Λαϊκής κυριαρχίας. Με κέντρο το Αργοστόλι το 1798 ιδρύθηκε και λειτούργησε ο πλέον ριζοσπαστικότερος σύλλογος, ο «Συνταγματικός Σύλλογος», που οργανώθηκε από Κεφαλλονίτες και ανάμεσα στα μέτρα που πρότεινε ήταν και η ανασύσταση των Ολυμπιακών Αγώνων.
Συνολικά, η πρώτη αυτή Γαλλική κατοχή κράτησε δυο χρόνια στη διάρκεια των οποίων συντελέσθηκε η διάδοση των επαναστατικών πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών θεωριών της Γαλλικής επανάστασης και ταυτόχρονα οι Κεφαλλονίτες διοργάνωσαν και λειτούργησαν την νέα κοινωνική και πολιτική τους ζωή με βάση αυτές τις θεωρίες, απότοκος των οποίων υπήρξε το Ριζοσπαστικό κίνημα στα χρόνια του αγγλικού προτεκτοράτου και ο πρωτοσοσιαλισμός που ακολούθησε.
Το 1798 οι συμμαχικοί στόλοι Ρωσίας-Τουρκίας υποδαύλισαν επανάσταση κατά των Γάλλων και στις 21 Μαρτίου 1800, με την συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, σχηματίστηκε η Πολιτεία των Επτά Ενωμένων Νησιών, το πρώτο ενιαίο, ανεξάρτητο ελληνικό κρατικό μόρφωμα με επίσημη την Ελληνική γλώσσα και την Ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, που θα το κυβερνούσαν οι επιφανείς του τόπου και θα συμπλήρωνε επτά περίπου χρόνια ζωής μέσα σε συνθήκες εκρηκτικές και μεταβατικές.
Στις 8 Ιουλίου 1807 υπεγράφη η συνθήκη του Τίλσιτ. Το δεύτερο μυστικό άρθρο περιείχε όρο με τον οποίο ο Ναπολέων θα κατείχε τα Επτάνησα. Την 1η Σεπτεμβρίου 1807 ανηγγέλθη από τον Γάλλο διοικητή των Ιονίων η κατάλυση της Επτανήσου Πολιτείας και οκτώ ημέρες μετά δημοσιεύθηκε διάταγμα που καθόριζε την νέα οργάνωση των νησιών. Στη δεύτερη Γαλλική κατοχή επικράτησε η Ελληνική γλώσσα, όχι μόνο στα δημόσια έγγραφα αλλά και στις συναναστροφές των «ευγενών», ενώ στηρίχθηκε η Ορθόδοξη θρησκεία. Οι δημοκρατικές διακηρύξεις της Γαλλικής Επανάστασης και ο Ευρωπαϊκός διαφωτισμός πρωτοστάτησαν μέσα από τα Ιόνια στην αναγέννηση της νέας Ελλάδας, αυτής που έμελλε να ξεκινήσει λίγα χρόνια μετά, την δική της Επανάσταση.
Αυτή όμως η σύντομη Γαλλική κατοχή (1807-1809) διακόπηκε τον Σεπτέμβρη του 1809 όταν αγγλικά πλοία αποβιβάστηκαν στην Ζάκυνθο και λίγο μετά μπήκαν στον κόλπο του Αργοστολίου. Ο στρατηγός J. Oswald φρόντισε αμέσως μετά την κατάληψη από τους Άγγλους να δημοσιεύσει προκήρυξη στην οποία περιλαμβάνονταν και τα εξής: «...εγγυούμενοι προς τους εγκατοίκους την ελευθέραν εξάσκησιν της θρησκείας των … ασφαλίζοντες όλα τα δικαιώματα αυτών... όπως από κοινού συνεργασθώσι μετ’ αυτών εις την ένδοξον ελευθέρωσιν της πατρίδος εκ των χειρών του κοινού εχθρού... Ημείς οι Άγγλοι δεν παρεστάμεθα υμίν ως εχθροί άπληστοι κατακτήσεων, αλλ’ ως σύμμαχοι πρόθυμοι τού να χορηγήσωμεν τοις λαοίς του Ιονίου την προστασίαν της Μεγάλης Βρετανίας, και μετ’ αυτής την ελευθερίαν...».
Τελικά, η αλήθεια απείχε παρασάγγας από αυτήν την διακήρυξη. Οι Άγγλοι αμέσως διαψεύσθηκαν. Ξέχασαν τις υποσχέσεις και συγκέντρωσαν όλες τις εξουσίες στα χέρια τους. Οι στόχοι της «αποικιακής» πολιτικής τους στα Επτάνησα περιγράφονται απόλυτα μέσα σε λίγες γραμμές από τον Καποδίστρια: «διωγμός και κατασυκοφάντησις …, διαστρέβλωσις και εκρίζωσις εκ της καρδίας των Επτανησίων παντός εθνικού και πατριωτικού αισθήματος διά της απομονώσεώς των από των λοιπών γειτονευόντων Ελλήνων... με σκοπόν τοιουτοτρόπως να σβεσθούν οι αληθείς ούτοι πυρσοί του πατριωτισμού και της ισχύος των Ελλήνων». Aυτές οι αυθαίρετες ενέργειες και τα σκληρά μέτρα και στις δυο περιόδους αγγλικής διακυβέρνησης (ως Βρετανική Προστασία (1809 – 1817) και ως Ηνωμένα Κράτη των Ιονίων Νήσων – Ιόνιο Κράτος (1817-1864) προκάλεσαν το μίσος των κατοίκων και οδήγησαν σε λαϊκές εξεγέρσεις και στην γέννηση και σταδιακή άνδρωση του Ριζοσπαστικού κινήματος.
Σε αυτά τα χρόνια της Βρετανικής κατοχής, ξεχώρισαν δυο μεγάλες μορφές που η παρουσία τους και η δράση τους αναμόρφωσε και διαμόρφωσε μια νέα Κεφαλλονιά. Ο Charles James Napier και ο Charles Philippe de Bosset. Και οι δυο υπήρξαν λαμπροί κυβερνήτες του νησιού και τα έργα τους καθόρισαν την όλη αναπτυξιακή πορεία και προοπτική του (δρόμοι, κτίρια, τρόπος διακυβέρνησης, ανοχή απέναντι στην συμμετοχή των Κεφαλλήνων στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα των Ελλήνων κ.α.).
Το 1844 επί J. Calborne-Seaton (1843-1849) τα Ιόνια γεύτηκαν μεταρρυθμίσεις. Μια από τις σημαντικές παραχωρήσεις του ήταν η ίδρυση λεσχών και η χορήγηση ελεύθερης εκλογής βουλευτών και δημοτικών αρχόντων. Αργότερα ήλθε η Ελληνική γλώσσα και η Ελευθεροτυπία που οδήγησε στην επαναστατική δημοσιογραφία, γεγονός που συνέβαλε στην ταχύτερη διάδοση των εθνικοαπελευθερωτικών ιδεών. Η ελευθεροτυπία διέγειρε πολιτικά τον λαό, κινητοποίησε τις αστικές –κυρίως- δυνάμεις που επεδίωκαν δικαιότερο κοινωνικό μετασχηματισμό κι έδωσε τη δυνατότητα να εκφραστεί η ριζοσπαστική παράταξη –που με τον χρόνο εξελίχθηκε σε επαναστατικό λαϊκό ριζοσπαστικό κόμμα-, η μεταρρυθμιστική και κυβερνητική παράταξη και να υπάρξει φανερός διαχωρισμός με τους καταχθόνιους, την φατρία που πολεμούσε κάθε πρόοδο και νεωτεριστική ιδέα, που εξέφραζε τον συντηρητισμό και που την απάρτιζαν το αγγλοϊόνιο κατεστημένο: δημόσιοι υπάλληλοι του ανελεύθερου συστήματος διακυβέρνησης και μέλη του αρχοντολογίου που ήταν αρεστά στην Προστασία.
Ακολούθησαν δυο μεγάλες εξεγέρσεις: η του Σταυρού (14/26 Σεπτεμβρίου 1848) και η της Σκάλας (15/27 Αυγούστου 1849) όπου κορυφώθηκε η λαϊκή δυσαρέσκεια κατά των Άγγλων.
Τον χειμώνα 1863-1864 στο Λονδίνο έγιναν διαπραγματεύσεις σχετικά με την Ένωση, και την υπεράσπιση των ελληνικών συμφερόντων η κυβέρνηση είχε εμπιστευθεί στο Χαρίλαο Τρικούπη ο οποίος χειρίστηκε το ζήτημα με δεξιότητα και περίσκεψη. Το θέμα της εξαίρεσης της Κέρκυρας κατά την Ένωση, που οι ίδιοι οι Άγγλοι είχαν ζητήσει –διχοτομικό σχέδιο Sir John Young (1857)-, οριστικά καταρρίφθηκε, και στις 10 Δεκεμβρίου 1862 ανακοινώθηκε επίσημα στον Τρικούπη η απόφαση της Αγγλίας να παραιτηθεί από την Προστασία των Ιονίων. Τελικά, στις 21 Μαΐου 1864 τα νησιά παραδόθηκαν από τους ξένους κατακτητές σε Ελληνική αντιπροσωπεία υπό τον Θρασύβουλο Ζαΐμη. Έτσι, τα Ιόνια εντάχθηκαν στο ιστορικό πλέγμα της Ελλάδας και παρακολούθησαν τις περιπέτειές της ακολουθώντας την μοίρα της.
Οι πρώτες βουλευτικές εκλογές μετά την Ένωση έγιναν το 1865. Τα Επτάνησα είχαν ήδη Βουλή, την Ιόνιο Βουλή, είχαν διαμορφωμένο κόμμα, το Ριζοσπαστικό και οι περισσότεροι Επτανήσιοι βουλευτές, που ήταν επιφανείς, είχαν αγωνιστεί για την ανεξαρτησία και την Ένωση. Το ιδεολογικό μπόλιασμα από τους πρωτοπόρους σοσιαλιστές ταρακούνησε τους καταπιεσμένους και το 1894 ιδρύθηκε ο Εργατικός Σύνδεσμος Αργοστολίου «Αλληλοβοήθεια» και αμέσως μετά η «Αδελφοποίησις» στο Ληξούρι. Το 1904 ιδρύθηκε στο Αργοστόλι το Λαϊκό Αναγνωστήριο «Η Ισότης» του αγροτικού επαναστάτη του Θεσσαλικού κάμπου Μαρίνου Αντύπα που έπαιξε καταλυτικό ρόλο στα γεγονότα.
Καθ’ όλο τον 19ο αι. αρκετοί Κεφαλλονίτες έχοντας «την ισχυράν τάσιν προς χρηματισμόν εν τη ξένη», αλλά και λόγω των σκληρών συνθηκών διαβίωσης, μετανάστευσαν κυρίως στη Νότια Ρωσία και στην παραδουνάβια και παρευξείνεια περιοχή και ριζοβόλησαν εκεί, και ως μικρέμποροι, αλλά και ως μεγάλοι επιχειρηματίες και εφοπλιστές. Πληθυσμιακές στατιστικές των ετών καταδεικνύουν ότι το 1/3 των «εγγεγραμμένων δημοτών του Αργοστολίου» και το ¼ των δημοτών της Λειβαθώς «διατρίβουν εκτός της χώρας».
Ο 20ος αι. επεφύλαξε για την Κεφαλλονιά ό,τι και για την υπόλοιπη Ελλάδα. Ιδιαίτερα όμως οι Ιταλοί (το 1940) διεκδίκησαν τα Ιόνια με το επιχείρημα ότι κάποτε ανήκαν στη Βενετία και αντιμετωπίστηκαν ως «Ιταλική προσάρτηση», θεωρούσαν -και έκαμαν- το νησί μας στρατηγικό σημείο. Στη διάρκεια της φασιστικής κατοχής της Κεφαλλονιάς, πέρα από την όποια οικονομική εξαθλίωση, προκλήθηκαν και αιματηρά επεισόδια. Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος κάνοντας έκκληση στον Πρόεδρο της Κυβέρνησης αναφέρεται σε «απέραντο δράμα του Επτανησιακού λαού… σε απογύμνωση… σε ιδιότυπο και πρωτοφανές οικονομικό καθεστώς…σε τρομοκρατία...».
Το 1943 κατεγράφη ένα από τα πλέον δραματικά γεγονότα του Β΄ Π.Π.: το νησί έγινε τόπος μάχης και εξόντωσης εχθρών του. Η σφαγή της κατακτητικής της Κεφαλλονιάς ιταλικής Μεραρχίας Acqui από τους Γερμανούς απετέλεσε άλλο ένα τερατώδες μαζικό έγκλημα. Οι φιλελεύθεροι Κεφαλλονίτες και οι Ιταλοί αντιφασίστες της Μεραρχίας, καθοδηγούμενοι από τους ηγέτες των αντιστασιακών οργανώσεων που ήδη δρούσαν στο νησί, συγκρότησαν κοινό αντιφασιστικό-αντιναζιστικό μέτωπο. Ο αριθμός των νεκρών Ιταλών στις μάχες και στις εν ψυχρώ δολοφονίες στην Κεφαλλονιά τρομάζει. Οι πηγές δεν συγκλίνουν αριθμητικά, όμως συμφωνούν πως το σύνολο των νεκρών υπερβαίνει τις 9.000 ψυχές. Ο απλός λαός, ο πολιτικά ανέντακτος, και οι ντόπιες αντιστασιακές οργανώσεις, με δυναμικές ενέργειες, συμπαραστάθηκαν με τρόπο συγκινητικό στο δράμα των Ιταλών φροντίζοντας για την σίτισή τους, φυγαδεύοντάς τους παντοιοτρόπως, κρύβοντάς τους με κίνδυνο της ζωής τους –αρκετοί άλλωστε πλήρωσαν γι’ αυτό-.
Οι Γερμανοί έδειξαν άμα τη αφίξει τις προθέσεις τους στους Κεφαλλονίτες. Όχι μόνον καταγράφηκαν πολλές μεμονωμένες περιπτώσεις ηρώων, αντιστασιακών και μη, αλλά και ολόκληρα χωριά παραδόθηκαν στην κοινότοπη τακτική του χιτλερισμού: μαζικές συλλήψεις, εν ψυχρώ εκτελέσεις, πρωτοφανείς λυσσώδεις λεηλασίες, πυρπολήσεις. Τότε ακριβώς, η Αντίσταση έγραψε –με κάθε τίμημα- τις δικές της ηρωικές και τραγικές σελίδες.
Τελικά, έφυγαν οι Γερμανοί. Κι η Κατοχή άφησε πίσω της ερείπια, πόνο κι οργή. Τα ερείπια αποκαταστάθηκαν. Ο πόνος όμως κι η οργή ζητούσαν να εκτονωθούν. Ένθεν κακείθεν. Αλυσίδα. Οι αιματηρές εκδικήσεις κι αντεκδικήσεις πήραν τη μορφή εκκαθαρίσεων. Και μέσα από αυτήν την αιματηρή σύγκρουση, σε βάθος χρόνου κι οδύνης, πραγματοποιήθηκε η κάθαρση.
Τα προβλήματα της Κεφαλλονιάς που προπολεμικά ακόμα, ήταν αρκετά σημαντικά, επιδεινώθηκαν μετά τον πόλεμο και την διπλή Κατοχή. Το νησί υπέστη πολλά δεινά. Εκτός από τους βομβαρδισμούς, τις ανθρώπινες απώλειες, τις υλικές καταστροφές πάσης φύσεως, είχε το βάρος της διατροφής δυσανάλογου ποσοστού στρατευμάτων κατοχής και πλήρωσε τα μέγιστα κατά τον αποκλεισμό της χώρας και τη διακοπή εισροής εμβασμάτων. Παράλληλα ο πληθωρισμός είχε φθάσει σε δυσθεώρητα ύψη. Έτσι, από την άποψη του συνολικού κοινωνικού εισοδήματος η Κεφαλλονιά είχε τη μεγαλύτερη ζημιά και πτώχευση από όλες τις περιοχές της χώρας.
Μεταπολεμικά, η κατάσταση άρχισε να βελτιώνεται ταχύτερα από ότι στην υπόλοιπη Ελλάδα γιατί εισέρρευσαν πόροι από μεταναστευτικό και ναυτιλιακό συνάλλαγμα. Όμως, η ανάρρωση αυτή δεν συνεχίστηκε ικανοποιητικά, κυρίως γιατί δεν έγιναν έργα πνοής στο νησί. Η Κεφαλλονιά είχε το ατύχημα να μην έχει σημαντικούς πλουτοπαραγωγικούς πόρους ώστε να αποτελούσε αντικείμενο φροντίδας στο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας που άρχισε να εφαρμόζεται κατά το 1948-1949. Μάλιστα, δεν διατέθηκαν ικανά κεφάλαια ούτε και για την αλιεία.
Η μεγάλη σεισμική καταστροφή των νησιών μας σταμάτησε προσωρινά την ανάπτυξη ολόκληρης της Ελλάδας. Οι σεισμοί του ’53, που άρχισαν από τις 9 Αυγούστου, κορυφώθηκαν στις 12 και έληξαν μέρες μετά, παραμόρφωσαν τα πάντα: τη γη, τα κτίσματα, τον πολιτισμό, τους ανθρώπους. Ό,τι η καλλιτεχνική ιδιοφυία είχε γεννήσει, ό,τι μάζεψε ο μόχθος τόσων γενεών, μετατράπηκαν σε ερείπια κι ανάμεσά τους νεκροί και τραυματίες.
Στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας οι καταστροφές που προκλήθηκαν από τον σεισμό του ’53 ήταν μεγαλύτερες από κάθε άλλη περίπτωση γιατί, για πρώτη φορά, μια τόσο μεγάλη περιοχή, και στα αστικά και στα αγροτικά της κέντρα, καταστράφηκε ολοκληρωτικά.
Το έργο της αποκατάστασης των σεισμοπλήκτων ήταν μεγάλο και πολυσχιδές. Μπορεί οι βαθιές πληγές του σεισμού να έσβησαν πολύ αργότερα και να μην έφυγαν ποτέ από τη μνήμη όσων τον βίωσαν, όμως η μάχη κερδίσθηκε. Η επιμονή και η αγάπη για τον τόπο επανέφερε σιγά-σιγά την δράση, την εμπορική δραστηριότητα. Για άλλη μια φορά οι νησιώτες είχαν θαυματουργήσει.
Σήμερα η Κεφαλληνία, ενδυναμωμένη όσο ποτέ άλλοτε, παρουσιάζει ένα ισχυρό πρόσωπο τόσο στα αναπτυξιακά έργα, όσο και στα πολιτιστικά δρώμενα και στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Οι προοπτικές αειφόρου ανάπτυξης, που είναι και το ζητούμενο, είναι πλέον ante portas.
Εισήγηση σε ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ
Αργοστόλι, 19 – 20 Ιουνίου 2009
Πηγή: http://www.e-istoria.com/



