ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
Δημοσιεύτηκε: Σάβ 31 Ιαν 2009, 14:44
Η Επιτομή Ιστορίας των Αθηνών από τον Γεώργιο Κωνσταντινίδη σε δική μου νεοελληνική απόδοση.
α. Η Χώρα και οι κάτοικοι
Εύδαιμον πτολίεθρον Αθηναίης αγελείης,
Πολλά ιδόν και πολλά παθόν και πολλά μογήσαν
Αιετός εν νεφέλησι γενήσεαι ήματα πάντα. (Βάκιδος χρησμός)
Αττική, προγενεστέρα αποκλειθήσα Ακτική, λόγω των πολλών ακτών που την περιβάλλουν. Σχηματίζει ένα ανισοσκελές τρίγωνο, το οποίο εισχωρεί μέσω των δύο κόλπων που την περιβάλλουν, του Ευβοϊκού και του Σαρωνικού, στο νησόσπαρτο και «εν μέσω της πάσης οικουμένης και θαλάσσης ιδρυμένον», κατά την έκφραση αρχαίου συγγραφέως, Αιγαίο πέλαγος. Η οξύτατη γωνία αυτού του αττικού τριγώνου αποτελεί το ακρωτήριο Σούνιο προς τα νοτιοανατολικά. Ενώ η βορειοδυτική πλευρά του καθορίζεται από τα όρη Κιθαιρώνα και Πάρνηθα. Στα πολύ παλιά χρόνια στην Αττική ανήκαν και οι βορειοδυτικώς ευρισκόμενες χώρες, τις οποίες διαβρέχει ο Ασωπός ποταμός, και των οποίων η προς τον Ωρωπό εκτεινόμενη περιοχή, εκεί που βρίσκεται τώρα η Τανάγρα, ονομαζόνταν ιδιαιτέρως Γραία ή Γραϊκή. Αυτό, διότι οι κάτοικοι αυτών των περιοχών είχαν κατά τους μυθικούς χρόνους έναν κοινό με τους υπολοίπους Αττικείς ηγεμόνα. Τον μυθολογικό Ώγυγον ή Ωγύγην, στις ημέρες του οποίου έλαβε χώρα ο κατακλυσμός που ονομάστηκε έτσι ως ο κατακλυσμός του Ωγύγου. Εκτός αυτού, όμως, υπάρχει και μία περίπτωση να ονομάστηκε Ώγυγος επειδή έφθασε από την θάλασσα στην Αττική γη (Ωγεανός-Ωκεανός). Συν τω χρόνω οι περιοχές πέρα από την Πάρνηθα και τον Κιθαιρώνα αποσπάσθηκαν από τους γειτονικούς Βοιωτούς.
Από τη θέση της η Αττική αποτελεί την μοναδική οδό μεταξύ της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου. Είναι δίπλα στην Εύβοια και κοντά στα νησιά του Αιγαίου. Έτσι, αποτέλεσε το ενδιάμεσο και το ορμητήριο επικοινωνίας του πολιτισμού της με εκείνους που αναπτύχθηκαν στην Πελοπόννησο, στη Θεσσαλία και δια μέσου των νησιών στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, στην Προποντίδα και στον Εύξεινο Πόντο. Για το λόγο αυτό έγραψε για την Αττική κάποιος αρχαίος συγγραφέας: «Ουκ αν αλόγως τις οιηθείη της Ελλάδος, και πάσης δε της οικουμένης, αμφί τα μέσα ωκίσθαι», και ευστόχως αποκλήθηκε «επίβαθρα της Ελλάδος». Έλεγαν μάλιστα οι αρχαίοι ότι: «μόνη ταύτη κατά φύσιν έστιν ηγείσθαι του γένους». Ο ίδιος ο Πλάτων θεωρούσε την τοποθεσία της αττικής ως έργο ευνοίας και προνοίας του θείου.
Αλλά και η γεωλογική, η φυσική κατασκευή, το κλίμα, τα προϊόντα και η ατμοσφαιρική διαύγεια, επηρέασαν τα μέγιστα τους κατοίκους ώστε να μηχανευτούν διάφορους τρόπους για να επινοήσουν τα προϊόντα που παρήγαν. Οι ίδιοι διακρίθηκαν και στη ναυτιλία για να αναζητήσουν όσα τους έλειπαν, ιδιαίτερα τα σιτηρά. Καθότι η Αττική παράγει μόνο κριθάρι, λάδι, σύκα και σταφύλια.
Η περιοχή της Αττικής ήταν κατάφυτη με δάση από αρχαιοτάτων χρόνων. Ήταν επίσης πλούσια σε τρεχούμενα νερά ώστε να μας πει ο Πλάτων: «ων και νυν έτι ιερά λελειμμένα εστί σημεία». Η αποψίλωση του κατάφυτου εδάφους ξεκίνησε με την εμφάνιση του ανθρώπου. Ήταν τόσο μεγάλης έκτασης (υλοτομία, πυρκαυϊές) ώστε να κηρυχθούν από τις τότε αρχές τα εναπομείναντα δάση και άλση ως ιερά και να προστατευθούν από το νόμο. Ως επακόλουθο της αποψίλωσης της περιοχής ήταν να αποφύγει η χώρα επί μακρόν τις εχθρικές εισβολές. Οι μόνοι που προσέρχονταν ήταν κάποιοι επήλυδες με σκοπό την ανταλλαγή αγαθών και το εμπόριο. Διετέλεσε λοιπόν η Αττική «επί πλείστον δια το λεπτόγειον αστασίαστος», όπως μας λέει και ο Θουκυδίδης.
Αναφορικά τώρα με την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στην περιοχή της Αττικής, αυτή ανάγεται στα πολύ αρχαία χρόνια. Αναφορές σε αυτήν έχουμε από τους Αιγυπτίους ιερείς, οι οποίοι πληροφόρησαν τον Σόλωνα ότι οι κάτοικοι της Αττικής έχουν πλούσια ιστορία που δεν την γνωρίζουν. Συγκεκριμένα, στη Σαϊδα που επισκέφτηκε οι ιερείς τον πληροφόρησαν ότι ήδη από την δεκάτη χιλιετηρίδα π.Χ στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής κατοικούσε «το κάλλιστον και άριστον γένος παρ’ ανθρώποις». Αυτοί ηγήθηκαν της συμμαχίας που έσωσε την Αφρική και την Ευρώπη από την κατακτητική επιδρομή των πολεμοχαρών Ατλάντων. Οι Άτλαντες ήταν οι κάτοικοι της μυθικής Ατλαντίδος που καταποντίστηκε στον Ατλαντικό ωκεανό. Να σημειώσουμε εδώ ότι τα παραπάνω δεν έχουν βεβαιωθεί από καμμία ελληνική πηγή στην αρχαιότητα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην Αττική οι πρώτοι κάτοικοι που εμφανίστηκαν ήταν πλανόδιοι, άνευ μόνιμης κατοικίας, όπως συνηθίζονταν σε πολλές χώρες της γης. Για το λόγο αυτό ονομάστηκαν Πελασγοί από τους μεταγενεστέρους, επειδή ακριβώς εμφανίζονται περιοδικώς όπως οι Πελαργοί. Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα σε υψώματα τα οποία οχύρωναν για τον φόβο των ληστών, «διά την ληστείαν, επί πολύ αντισχούσαν», κατά τον Θουκυδίδη. Έτσι άρχισε να λειτουργεί ο πρώτος πυρήνας πόλεως στην περιοχή. Η οργάνωση, όπως ήταν φυσικό, ήταν καθαρά πολεμική. Στην ουσία υπήρξε ένας συνασπισμός των μαχίμων ανδρών υπό την ηγεσία των διαφόρων πολεμάρχων που ονομάσθηκαν Βασιλείς. Η πορεία προς τη συγκρότηση της πόλης ακολούθησε την διαδρομή: οίκος (η διευρυμένη οικογένεια), κώμη (το μικρό χωριό) και τέλος φθάνουμε στην πόλη, η οποία είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να παρέχει αυτάρκεια στους ανθρώπους και την ευκαιρία να αναπτύξουν τις ικανότητές τους στον μεγαλύτερο βαθμό.
α. Η Χώρα και οι κάτοικοι
Εύδαιμον πτολίεθρον Αθηναίης αγελείης,
Πολλά ιδόν και πολλά παθόν και πολλά μογήσαν
Αιετός εν νεφέλησι γενήσεαι ήματα πάντα. (Βάκιδος χρησμός)
Αττική, προγενεστέρα αποκλειθήσα Ακτική, λόγω των πολλών ακτών που την περιβάλλουν. Σχηματίζει ένα ανισοσκελές τρίγωνο, το οποίο εισχωρεί μέσω των δύο κόλπων που την περιβάλλουν, του Ευβοϊκού και του Σαρωνικού, στο νησόσπαρτο και «εν μέσω της πάσης οικουμένης και θαλάσσης ιδρυμένον», κατά την έκφραση αρχαίου συγγραφέως, Αιγαίο πέλαγος. Η οξύτατη γωνία αυτού του αττικού τριγώνου αποτελεί το ακρωτήριο Σούνιο προς τα νοτιοανατολικά. Ενώ η βορειοδυτική πλευρά του καθορίζεται από τα όρη Κιθαιρώνα και Πάρνηθα. Στα πολύ παλιά χρόνια στην Αττική ανήκαν και οι βορειοδυτικώς ευρισκόμενες χώρες, τις οποίες διαβρέχει ο Ασωπός ποταμός, και των οποίων η προς τον Ωρωπό εκτεινόμενη περιοχή, εκεί που βρίσκεται τώρα η Τανάγρα, ονομαζόνταν ιδιαιτέρως Γραία ή Γραϊκή. Αυτό, διότι οι κάτοικοι αυτών των περιοχών είχαν κατά τους μυθικούς χρόνους έναν κοινό με τους υπολοίπους Αττικείς ηγεμόνα. Τον μυθολογικό Ώγυγον ή Ωγύγην, στις ημέρες του οποίου έλαβε χώρα ο κατακλυσμός που ονομάστηκε έτσι ως ο κατακλυσμός του Ωγύγου. Εκτός αυτού, όμως, υπάρχει και μία περίπτωση να ονομάστηκε Ώγυγος επειδή έφθασε από την θάλασσα στην Αττική γη (Ωγεανός-Ωκεανός). Συν τω χρόνω οι περιοχές πέρα από την Πάρνηθα και τον Κιθαιρώνα αποσπάσθηκαν από τους γειτονικούς Βοιωτούς.
Από τη θέση της η Αττική αποτελεί την μοναδική οδό μεταξύ της Ηπειρωτικής Ελλάδος και της Πελοποννήσου. Είναι δίπλα στην Εύβοια και κοντά στα νησιά του Αιγαίου. Έτσι, αποτέλεσε το ενδιάμεσο και το ορμητήριο επικοινωνίας του πολιτισμού της με εκείνους που αναπτύχθηκαν στην Πελοπόννησο, στη Θεσσαλία και δια μέσου των νησιών στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας, στην Προποντίδα και στον Εύξεινο Πόντο. Για το λόγο αυτό έγραψε για την Αττική κάποιος αρχαίος συγγραφέας: «Ουκ αν αλόγως τις οιηθείη της Ελλάδος, και πάσης δε της οικουμένης, αμφί τα μέσα ωκίσθαι», και ευστόχως αποκλήθηκε «επίβαθρα της Ελλάδος». Έλεγαν μάλιστα οι αρχαίοι ότι: «μόνη ταύτη κατά φύσιν έστιν ηγείσθαι του γένους». Ο ίδιος ο Πλάτων θεωρούσε την τοποθεσία της αττικής ως έργο ευνοίας και προνοίας του θείου.
Αλλά και η γεωλογική, η φυσική κατασκευή, το κλίμα, τα προϊόντα και η ατμοσφαιρική διαύγεια, επηρέασαν τα μέγιστα τους κατοίκους ώστε να μηχανευτούν διάφορους τρόπους για να επινοήσουν τα προϊόντα που παρήγαν. Οι ίδιοι διακρίθηκαν και στη ναυτιλία για να αναζητήσουν όσα τους έλειπαν, ιδιαίτερα τα σιτηρά. Καθότι η Αττική παράγει μόνο κριθάρι, λάδι, σύκα και σταφύλια.
Η περιοχή της Αττικής ήταν κατάφυτη με δάση από αρχαιοτάτων χρόνων. Ήταν επίσης πλούσια σε τρεχούμενα νερά ώστε να μας πει ο Πλάτων: «ων και νυν έτι ιερά λελειμμένα εστί σημεία». Η αποψίλωση του κατάφυτου εδάφους ξεκίνησε με την εμφάνιση του ανθρώπου. Ήταν τόσο μεγάλης έκτασης (υλοτομία, πυρκαυϊές) ώστε να κηρυχθούν από τις τότε αρχές τα εναπομείναντα δάση και άλση ως ιερά και να προστατευθούν από το νόμο. Ως επακόλουθο της αποψίλωσης της περιοχής ήταν να αποφύγει η χώρα επί μακρόν τις εχθρικές εισβολές. Οι μόνοι που προσέρχονταν ήταν κάποιοι επήλυδες με σκοπό την ανταλλαγή αγαθών και το εμπόριο. Διετέλεσε λοιπόν η Αττική «επί πλείστον δια το λεπτόγειον αστασίαστος», όπως μας λέει και ο Θουκυδίδης.
Αναφορικά τώρα με την πρώτη εμφάνιση του ανθρώπου στην περιοχή της Αττικής, αυτή ανάγεται στα πολύ αρχαία χρόνια. Αναφορές σε αυτήν έχουμε από τους Αιγυπτίους ιερείς, οι οποίοι πληροφόρησαν τον Σόλωνα ότι οι κάτοικοι της Αττικής έχουν πλούσια ιστορία που δεν την γνωρίζουν. Συγκεκριμένα, στη Σαϊδα που επισκέφτηκε οι ιερείς τον πληροφόρησαν ότι ήδη από την δεκάτη χιλιετηρίδα π.Χ στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής κατοικούσε «το κάλλιστον και άριστον γένος παρ’ ανθρώποις». Αυτοί ηγήθηκαν της συμμαχίας που έσωσε την Αφρική και την Ευρώπη από την κατακτητική επιδρομή των πολεμοχαρών Ατλάντων. Οι Άτλαντες ήταν οι κάτοικοι της μυθικής Ατλαντίδος που καταποντίστηκε στον Ατλαντικό ωκεανό. Να σημειώσουμε εδώ ότι τα παραπάνω δεν έχουν βεβαιωθεί από καμμία ελληνική πηγή στην αρχαιότητα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι στην Αττική οι πρώτοι κάτοικοι που εμφανίστηκαν ήταν πλανόδιοι, άνευ μόνιμης κατοικίας, όπως συνηθίζονταν σε πολλές χώρες της γης. Για το λόγο αυτό ονομάστηκαν Πελασγοί από τους μεταγενεστέρους, επειδή ακριβώς εμφανίζονται περιοδικώς όπως οι Πελαργοί. Με το πέρασμα των χρόνων, όμως, άρχισαν να εγκαθίστανται μόνιμα σε υψώματα τα οποία οχύρωναν για τον φόβο των ληστών, «διά την ληστείαν, επί πολύ αντισχούσαν», κατά τον Θουκυδίδη. Έτσι άρχισε να λειτουργεί ο πρώτος πυρήνας πόλεως στην περιοχή. Η οργάνωση, όπως ήταν φυσικό, ήταν καθαρά πολεμική. Στην ουσία υπήρξε ένας συνασπισμός των μαχίμων ανδρών υπό την ηγεσία των διαφόρων πολεμάρχων που ονομάσθηκαν Βασιλείς. Η πορεία προς τη συγκρότηση της πόλης ακολούθησε την διαδρομή: οίκος (η διευρυμένη οικογένεια), κώμη (το μικρό χωριό) και τέλος φθάνουμε στην πόλη, η οποία είναι αρκετά μεγάλη, ώστε να παρέχει αυτάρκεια στους ανθρώπους και την ευκαιρία να αναπτύξουν τις ικανότητές τους στον μεγαλύτερο βαθμό.