Δακρυόεν γελάν
Δημοσιεύτηκε: Τρί 28 Αύγ 2012, 19:56
Το "Δακρυόεν γελάν" του Ομηρου
κατα τον Λιαντίνη
“… Οι έλληνες στάθηκαν ένας κόσμος άκρα μελαγχολικός, όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίουσα ιτιά, όπως τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα. Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών, το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος. Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι έλληνες.
Κανένας λαός δεν βυθίστηκε όσο οι έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς. Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης, μπροστά στον καημό των ελλήνων είναι αθλοπαιδιές και αθύρματα. Οι έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί δουλέψανε το νόημα της μοίρας και της συμφοράς. Το κακό που είδαν οι έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και τό ‘κλεισε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.
Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε όλους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου. Όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη. Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο. Μία δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Όμηρος τη λέει «δακρυόεν γελάν».
Έγινε κάποτε ένας αγώνας ανάμεσα στον Όμηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος. Ρωτήσαν τον Ησίοδο, κι αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Ρωτήσαν και τον Όμηρο: Πες μας, λοιπόν, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. «Άριστο», αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται!». Καθώς έμεινε άναυδη η επιτροπή, ένας πονηρός ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, κάνει δεύτερη ερώτηση: Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άνθρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. «Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεννηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει»
Όσο και να εξερευνά κανείς τη χώρα του θρήνου δεν θα βρεί πικρότερη θέση . Όπως δεν θα βρει γυναίκα ποιό ωραία απο την ωραία Ελένη που κι εκείνη την επλασε ο Όμηρος.
Σε μιαν άλλη αφήγηση, ο βασιλιάς Μίδας κυνηγούσε αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας και ειδε τον Σιληνό να κοιμάται. Τον πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει: — Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.
— Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος.
— Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό; Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοιταξε περα...
Λυσε με να πηγαινω και τράβα στο καλό σου... ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται .
- Κι αν δεν μου αποκριθεις του λεει ο Μηδας δεν εχεις λευτερια Εδω θα μεινεις δεντρωμενος. Οσο να σελυσει ο λιμος και να σε κατελυσει ο λυκος.
Θυμωσε τοτε ο Δαιμονας. Τιναξε τα χερια του βιαια ψηλα, πεσανε τα δεσμα. Εστρεψε και κοιταξε τον ανθωπο βλοσυρα κι ολα τα
γυρω μυρισανε θειαφι. Το θειο συνεπηρε τον τοπο. Ο Μηδας του παρθηκε η μιλια κι επεσε κατα γης.
Και τοτε ο Σιληνος ο κορυφαιος στα οργια και ο συντροφος του Διονυσου τον επιτιμισε:
"Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα τι με βιάζεσθαι λέγειν α υμήν άρειον μη γνώναι?
με ερωτας συνεχιζει
"τι εστί το βέλτιστον τοις ανθρώποις και τι των πάντων αιρετώτατον"
μαθε το λοιπον και σκάσε
«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα»
Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημοτικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στόμα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:
Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε
να μην είχε κανείς γεννηθεί,
ή, μια που ήρθε στο φως,
να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος
Το συμπέρασμα είναι πως από όλη ετούτη την κοιλάδα των κλαυθμών οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί δεν μας έδειξαν φύλλο. Αντίθετα, μας είπαν τα αντίθετα. Μιλούν για ήλιο τα μεσάνυχτα και για πανηγύρια στο καταχείμωνο. Η Ελλάδα, μας λένε, σημαίνει την ηρεμία, το ρυθμό, τη γαλήνη. Ελλάδα είναι ο λογισμός, η αγνή απλότητα, η ευδαιμονία, το μέτρο. Προπάντων το μέτρο.
Η ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Οι Έλληνες δε νοθέψανε τη γνώση τους για τη σκληρότητα και την απανθρωπιά της φύσης, είναι ότι μπροστά στον τρόμο του θανάτου αρνήθηκαν να παρηγορήσουν με την ψευτιά για μια ζωή μετά θάνατο. Θάνατος δεν σήμαινε το σταθμό που αλλάζω τραίνο. Θάνατος για τους Έλληνες σήμαινε ανυπαρξία ατελεύτητη, και σκοτάδι για πάντα. Αυτή την οδηγία τους έδωκε η γλώσσα και η σοφία της φύσης. Όλα τα άλλα είναι γεννήματα του φόβου μπροστά στο θάνατο, και δουλειά της φαντασίας. Είναι το τι δεν αντέχουμε, το τι δε θα θέλαμε, είναι πλύση εγκεφάλου από την παράδοση και τη συνήθεια, και δόλος αβυσσαλέος.
κατα τον Λιαντίνη
“… Οι έλληνες στάθηκαν ένας κόσμος άκρα μελαγχολικός, όλες οι βρύσες στάζουνε λύπη. Η λιγνή Ελλάδα ήταν μία κλαίουσα ιτιά, όπως τα δάκρυα που χύνανε τα άλογα του Αχιλλέα. Στη χλωρίδα του ελληνικού στοχασμού βασιλεύουν τα κλαδιά των νεκρών, το κυπαρίσσι και ο ασφόδελος. Ούτε πριν ούτε μετά, κανένας λαός δεν ερεύνησε τα άγνωστα της φύσης και τα μυστήρια της ψυχής, για να φτάσει το βαθύ σκοτάδι και το συμπαγές μηδέν που φτάσανε οι έλληνες.
Κανένας λαός δεν βυθίστηκε όσο οι έλληνες στη μαύρη χολή του απαίσιου και της ματαιότητας. Μαύρη χολή. Μελαγχολία αλλιώς. Βούδας, Σοπενχάουερ και όλες οι φιλοσοφίες του πεσσιμισμού και της άρνησης, μπροστά στον καημό των ελλήνων είναι αθλοπαιδιές και αθύρματα. Οι έλληνες είναι οι αυτουργοί, οι πρωτουργοί, και οι δημιουργοί του θρήνου και της σφοδρής σιωπής. Πρώτοι αυτοί δουλέψανε το νόημα της μοίρας και της συμφοράς. Το κακό που είδαν οι έλληνες στη φύση η σύγχρονη φυσική το ονόμασε εντροπία, και τό ‘κλεισε στο δεύτερο νόμο της θερμοδυναμικής.
Καθώς τα καράβια τους ταξιδεύουν στις γλαυκοκύανες θάλασσες, το μαγνάδι της επιφάνειας δεν αφήνει να φανεί πουθενά, ότι σε όλους εκείνους τους πλησίστιους πλόες λάμνει η βέβαιη αίσθηση και η βέβαιη γνώση τους για το κακό του κόσμου και για το άδικο του ανθρώπου. Όλος εκείνος ο κόσμος του θρήνου μετουσιώνεται σε κατανόηση και σε πικρή περηφάνεια. Γίνεται δηλαδή η ελληνική τέχνη. Γίνεται εγκαρτέρηση, ήμερη κυριαρχία του λόγου στο άλογο. Μία δυστυχία, που ωστόσο βρίσκει να χαίρεται. Αυτή την αιχμηρή κορυφογραμμή της χαρμολύπης, που οι έλληνες την περπατούν πολύ προσεχτικά, ο Όμηρος τη λέει «δακρυόεν γελάν».
Έγινε κάποτε ένας αγώνας ανάμεσα στον Όμηρο και στον Ησίοδο για το πρωτείο. Να κριθεί, τέλος πάντων, στους έλληνες, ποιος από τους δύο μεγαλύτερους είναι ο πιο μεγάλος. Ρωτήσαν τον Ησίοδο, κι αποκρίθηκε ζυγιασμένα. Ρωτήσαν και τον Όμηρο: Πες μας, λοιπόν, ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό. «Άριστο», αποκρίθηκε ο Όμηρος, «είναι ο άνθρωπος ποτέ να μη γεννιέται!». Καθώς έμεινε άναυδη η επιτροπή, ένας πονηρός ανάμεσα στους κριτές, ένας ελληνικά πονηρός, ένας μικρός Οδυσσέας, κάνει δεύτερη ερώτηση: Να μας ειπείς, λοιπόν, ποιο είναι το δεύτερο στον άνθρωπο καλό, που να το κρατά και στο χέρι. «Το δεύτερο στον άνθρωπο καλό», είπε ο Όμηρος, «είναι όταν γεννηθεί ο άνθρωπος, αμέσως να πεθαίνει»
Όσο και να εξερευνά κανείς τη χώρα του θρήνου δεν θα βρεί πικρότερη θέση . Όπως δεν θα βρει γυναίκα ποιό ωραία απο την ωραία Ελένη που κι εκείνη την επλασε ο Όμηρος.
Σε μιαν άλλη αφήγηση, ο βασιλιάς Μίδας κυνηγούσε αγρίμια στα όρη της Μακεδονίας και ειδε τον Σιληνό να κοιμάται. Τον πιάνει το δαίμονα, και τον δένει με το σκοινί, να μη φύγει. Λέει: — Εγώ θα σ’ απολύσω, αλλά πρώτα να μου ειπείς.
— Πες το μου, να στο ειπώ, κι απέ να μ’ αφήσεις να φύγω, του λέει ο αρχισάτυρος.
— Εξήγα μου, λοιπόν. Εσύ που κρέμεσαι ανάμεσα ουρανού και γης, και γνωρίζεις πράγματα που δεν τα φτάνει ανθρώπου νους. Ποιο είναι το μεγαλύτερο στον άνθρωπο καλό; Ο Σιληνός αλαφιάστηκε. Τον συνεπήρε το ξάφνιασμα, ιδιοτρόπησε, κοιταξε περα...
Λυσε με να πηγαινω και τράβα στο καλό σου... ρωτάς πράγματα που δεν απαντιούνται .
- Κι αν δεν μου αποκριθεις του λεει ο Μηδας δεν εχεις λευτερια Εδω θα μεινεις δεντρωμενος. Οσο να σελυσει ο λιμος και να σε κατελυσει ο λυκος.
Θυμωσε τοτε ο Δαιμονας. Τιναξε τα χερια του βιαια ψηλα, πεσανε τα δεσμα. Εστρεψε και κοιταξε τον ανθωπο βλοσυρα κι ολα τα
γυρω μυρισανε θειαφι. Το θειο συνεπηρε τον τοπο. Ο Μηδας του παρθηκε η μιλια κι επεσε κατα γης.
Και τοτε ο Σιληνος ο κορυφαιος στα οργια και ο συντροφος του Διονυσου τον επιτιμισε:
"Δαίμονος επιπόνου και τύχης χαλεπής εφήμερον σπέρμα τι με βιάζεσθαι λέγειν α υμήν άρειον μη γνώναι?
με ερωτας συνεχιζει
"τι εστί το βέλτιστον τοις ανθρώποις και τι των πάντων αιρετώτατον"
μαθε το λοιπον και σκάσε
«μετ’ αγνοίας των οικείων κακών αλυπότατος ο βίος. Άριστον γαρ πάσι και πάσαις το μη γενέσθαι. Δεύτερον δε το γενομένους αποθανείν ως τάχιστα»
Εντελώς ομοιότυπη για τον πεσσιμισμό των ελλήνων με τις δημοτικές μαρτυρίες του Ομήρου, του Αριστοτέλους και του Πλουτάρχου, είναι και η προσωπική κατάθεση του Σοφοκλή που γίνεται με το στόμα του χορού στο βασιλιά Οιδίποδα:
Το πιο καλύτερο απ’ όλα θε νά ‘τανε
να μην είχε κανείς γεννηθεί,
ή, μια που ήρθε στο φως,
να γυρνά κείθ’ όπου ήρθε μια ώρα πιο μπρος
Το συμπέρασμα είναι πως από όλη ετούτη την κοιλάδα των κλαυθμών οι δάσκαλοι και οι διδακτικοί δεν μας έδειξαν φύλλο. Αντίθετα, μας είπαν τα αντίθετα. Μιλούν για ήλιο τα μεσάνυχτα και για πανηγύρια στο καταχείμωνο. Η Ελλάδα, μας λένε, σημαίνει την ηρεμία, το ρυθμό, τη γαλήνη. Ελλάδα είναι ο λογισμός, η αγνή απλότητα, η ευδαιμονία, το μέτρο. Προπάντων το μέτρο.
Η ελληνική τέχνη είναι το γέννημα του αδυσώπητου αλλά και του εξαίσιου κόπου να μετουσιώσει το βάρος του κόσμου σε ελαφράδα ζωής. Η θλίψη που γέννησε στον Έλληνα η γνωριμία του με το κακό, παραχώρησε τη θέση της σε μία πικρή αποδοχή, σε μία συναίνεση ανάγκης με τις σκληρές δομές της φύσης. Οι Έλληνες δε νοθέψανε τη γνώση τους για τη σκληρότητα και την απανθρωπιά της φύσης, είναι ότι μπροστά στον τρόμο του θανάτου αρνήθηκαν να παρηγορήσουν με την ψευτιά για μια ζωή μετά θάνατο. Θάνατος δεν σήμαινε το σταθμό που αλλάζω τραίνο. Θάνατος για τους Έλληνες σήμαινε ανυπαρξία ατελεύτητη, και σκοτάδι για πάντα. Αυτή την οδηγία τους έδωκε η γλώσσα και η σοφία της φύσης. Όλα τα άλλα είναι γεννήματα του φόβου μπροστά στο θάνατο, και δουλειά της φαντασίας. Είναι το τι δεν αντέχουμε, το τι δε θα θέλαμε, είναι πλύση εγκεφάλου από την παράδοση και τη συνήθεια, και δόλος αβυσσαλέος.