ΚΡΗΤΗ - ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
Δημοσιεύτηκε: Τετ 28 Απρ 2010, 00:12
Η ΓΕΝΝΗΣΗ, Η ΒΑΠΤΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΣΤΗΝ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΣΦΑΚΙΩΝ
ΓΕΝΝΗΣΗ
Όταν μια γυναίκα ήταν έγκυος της πήγαιναν οι γειτόνισσες όταν είχαν καλό φαί ένα πιάτο «για την ξένη ψυ», για το χατίρι δηλαδή του παιδιού που βρισκόταν στην κοιλιά της.
Η μαμή που την έλεγαν και μαστόρισσα ήταν αυτοδίδαχτη κι έπιανε τα παιδιά όταν γεννιόνταν.
Το φαρμακείο της ήταν γλυκάνισος, απήγανος και χαμόμηλο. Για να βγάλει η «λουχούνα» (η γυναίκα που μόλις γέννησε) πολύ γάλα, της έδιναν θολόσταση (αλεύρι διαλυμένο σε πολύ νερό), που για να πίνεται έβαζαν μέσα ζάχαρη, κύμινο, σισάμι κ.λ.π.
Τη γέννηση του αγοριού την υποδέχονταν πάντα με χαρμόσυνους πυροβολισμούς, κάτι που δε γινόταν όταν γεννιόταν κοριτσάκι. Τις πρώτες μέρες της γέννησης ερχόταν στο σπίτι ο παπάς και ευχολογούσε και τη μάνα και το παιδί. Ύστερα από λίγες μέρες πήγαινε η μάνα το παιδί στην εκκλησία και το εκκλησίαζε με το όνομα που σκέφτονταν να του δώσουν. Μέχρι να περάσουν σαράντα μέρες από τη γέννα η μάνα δεν έπρεπε να διασκελίσει κατώφλι ξένου σπιτιού. Τις πρώτες μέρες μετά τη γέννηση πήγαιναν οι δικοί να το δουν και να το, «ξεχωρίσουνε», δηλαδή να του βάλουν στη φασκιά δώρα, χρήματα ή κάτι χρυσό.
Το παιδί το τύλιγαν στο θώρακα με μια ταινία από διπλό καμποτένιο πανί, που είχε πλάτος δώδεκα πόντους και μήκος ένα και είκοσι μέτρο περίπου, το φασκιόνι. Μετά του έβαζαν διάφορα πανιά, που τα έλεγαν κωλόπανα, και μετά το τύλιγαν ολόκληρο εκτός από το κεφαλάκι με τη φασκιά για να γίνει ντρέτο σαν το κυπαρίσσι.
Όταν το παιδί το πήγαινε η μητέρα του για πρώτη φορά σε ένα σπίτι του έβαζαν λίγη ζάχαρη στο κεφάλι.
Ένα τραγουδάκι για την πορεία της ζωής:
Το παιδί όντε γεννάται, σαν τ’οπωρικό λογάται.
Δεύτερο μήνα είν’ καλά ν’ αρχινίζει να γελά.
Σ’τσοι πέντε μήνες κάθεται και στα’έξε μετακάθεται.
Εις τσ’ εφτά να μην ντραπεί, στσι πεζούλες να σταθεί.
Στσ’ εννιά μήνες ζάλο κάνει και στσοι δέκα λέξη βγάνει.
Δεκαοχτώ χρονών αντράκι ψιλοδρώνει το μουστάκι.
Στσ’ εικοσπέντ’ αθεί και δένει,
Στσοι τριάντα κατασταίνει. Σκέφτετ’ αν έχει λογικό
Για το δικό του σπιτικό.
Στσοι πενήντα για βουλή, αν έχει κεφαλή καλή.
Στσ’ εξήντα είναι φανερό πως έφυγε ο καλός καιρός
Στσ’ εβδομήντα δε φελά μόνο το ψωμί χαλά
Στσ’ ογδόντα σέρνεται κακά δε φέγγει μουδέ δε γροικά.
Οι γι-ενενήντα είν’πολλοί ν-του. Τον βαριούνται κι οι δικοί του.
Η ΒΑΠΤΙΣΗ
Η βάπτιση του παιδιού ήταν μεγάλη γιορτή για την οικογένεια.
Η επιλογή του σύντεκνου (αναδόχου) γινόταν με κάποια κριτήρια, στις περισσότερες περιπτώσεις ο σύντεκνος επιλεγόταν από το πατέρα του παιδιού για να επισφραγίσει μια φιλία ή εκτίμηση, σε άλλες περιπτώσεις η επιλογή του σύντεκνου γινόταν για να σβήσει μια βεντέτα ή ακόμα και για να γίνει φίλος της οικογένειας ένας δυνατός παράγοντας της τοπικής κοινωνίας.
Ο νονός ή πρωτοσύντεκνος επέλεγε μερικές δεκάδες αξιόλογα άτομα (σέρτες), ικανά στο χορό και το τραγούδι και πήγαιναν στην εκκλησία για την τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης του παιδιού.
Τα παλαιά χρόνια δεν πήγαιναν οι γονείς στο ναό, αργότερα άλλαξε το έθιμο και δεν πήγαινε η μητέρα του παιδιού, σήμερα πάνε όλοι.
Μετά το μυστήριο κρατώντας το παιδί πήγαιναν στο σπίτι του παιδιού όπου ακολουθούσε διασκέδαση με ριζίτικα όπως το παρακάτω:
«Σαν εβαφτίστην το παιδί να πούμε να τραγούδι.
Να το χαρού οι γονέοι ντου και να το μεγαλώσου
Και να το μπέψου στο σκολειό γράμματα να του μάθου.
Να το χαρεί και ο νονός και να το στεφανώσει
Να του βαφτίσει και παιδί - Να του βαφτίσει και παιδί».
Μα και μαντινάδες, χορό, άφθονο κρασί και γεύμα πλουσιοπάροχο. Το γλέντι συνεχιζόταν για περισσότερες της μία ημέρας, με τους συγγενείς των γονέων να παίρνουν στα σπίτια τους συντέκνους και να τους τραπεζώνουν.
Στον αποχαιρετισμό έδιναν στον πρωτοσύντεκνο μια υφαντή πετσέτα και ένα σακούλι γεμάτο με κρέας.
Οι σύντεκνοι είχαν αμοιβαίο σεβασμό, εδώ θα σας παραθέσω μια ιστορία που άκουσα από παλαιότερους υπήρξε παλαιότερα ένας κτηνοτρόφος με το όνομα Δημήτρης Μανταδάκης, θέλησε να επισκεφθεί ένα σύντεκνο του (αν θυμάμαι καλά στο Μελιδόνι), όμως μετά από πεζοπορία δύο ημερών διαπίστωσε ότι ο σύντεκνος του έλλειπε από το σπίτι, η συντέκνισσα του είπε ευγενικά να τον κεράσει όμως αυτός δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού, αποχαιρέτησε και έφυγε.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο γνήσιος Σφακιανός θεωρεί τον θάνατο φυσικό επακόλουθο της ζωής γι αυτό και δεν τον φοβάται αντίθετα θα τον ακούσεις να σαρκάζεται τις λέξεις «κλαίω και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατο». Αντίθετα με τον εαυτό του θλίβεται ιδιαίτερα με το χαμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου.
Όταν πέθαινε κάποιος νέος στα Σφακιά οι άντρες που ήταν στενοί συγγενείς του ή φίλοι του δεν έκοβαν τα μαλλιά τους και δεν ξυρίζονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα και έβαζαν ολόμαυρα ρούχα.
Ο πατέρας του νέου συνήθως άφηνε τα γένια για πάντα.
Στο σπίτι του νεκρού όταν αυτός ήταν νέος όλα βάφονταν μαύρα: καναπελίκια, τραπεζομάντιλα, σεντόνια κ.τ.λ.
Η μάνα ή γυναίκες από το στενό οικογενειακό περιβάλλον μοιρολογούνταν το νεκρό.
Οι γυναίκες που χήρευαν νέες έβαφαν μαύρα ακόμα και τα εσώρουχά τους.
Όταν ο νεκρός ήταν κάποιο σπουδαίο πρόσωπο ή έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ή ήταν νέος το πένθος ήταν τοπικό και για μεγάλο διάστημα, συνήθως για ένα χρόνο, δεν μπορούσε να γίνει στο χωριό ούτε γλέντι ούτε άλλη χαρμόσυνη εκδήλωση.
Να σημειωθεί ότι τότε δεν έφτιαχναν φέρετρα για τους νεκρούς.
Η εκκλησία είχε ένα φορείο που το έλεγαν καδελέτο και με αυτό μετέφεραν τους νεκρούς στο μνήμα όπου τους έβαζαν τυλιγμένους με ένα σεντόνι. Αργότερα κάθε χωριό θα αποκτήσει ένα φέρετρο για κοινή χρήση για όσους δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν. Τα ρούχα του πεθαμένου τα έδιναν οι συγγενείς του σε φτωχά σπίτια, σε ξένα χωριά, για να μη τα βλέπουν και στενοχωριούνται.
Το 18ο αιώνα αν σκοτωνόταν ο αρραβωνιαστικός μιας κοπελιάς αυτή έκοβε την πλεξούδα της και την έστελνε στο νεκρό για να τον συνοδεύσει. Ακολούθως ο επόμενος γιός έπρεπε να παντρευτεί την κοπελιά.
Πηγή: http://www.e-sfakia.gr/
ΓΕΝΝΗΣΗ
Όταν μια γυναίκα ήταν έγκυος της πήγαιναν οι γειτόνισσες όταν είχαν καλό φαί ένα πιάτο «για την ξένη ψυ», για το χατίρι δηλαδή του παιδιού που βρισκόταν στην κοιλιά της.
Η μαμή που την έλεγαν και μαστόρισσα ήταν αυτοδίδαχτη κι έπιανε τα παιδιά όταν γεννιόνταν.
Το φαρμακείο της ήταν γλυκάνισος, απήγανος και χαμόμηλο. Για να βγάλει η «λουχούνα» (η γυναίκα που μόλις γέννησε) πολύ γάλα, της έδιναν θολόσταση (αλεύρι διαλυμένο σε πολύ νερό), που για να πίνεται έβαζαν μέσα ζάχαρη, κύμινο, σισάμι κ.λ.π.
Τη γέννηση του αγοριού την υποδέχονταν πάντα με χαρμόσυνους πυροβολισμούς, κάτι που δε γινόταν όταν γεννιόταν κοριτσάκι. Τις πρώτες μέρες της γέννησης ερχόταν στο σπίτι ο παπάς και ευχολογούσε και τη μάνα και το παιδί. Ύστερα από λίγες μέρες πήγαινε η μάνα το παιδί στην εκκλησία και το εκκλησίαζε με το όνομα που σκέφτονταν να του δώσουν. Μέχρι να περάσουν σαράντα μέρες από τη γέννα η μάνα δεν έπρεπε να διασκελίσει κατώφλι ξένου σπιτιού. Τις πρώτες μέρες μετά τη γέννηση πήγαιναν οι δικοί να το δουν και να το, «ξεχωρίσουνε», δηλαδή να του βάλουν στη φασκιά δώρα, χρήματα ή κάτι χρυσό.
Το παιδί το τύλιγαν στο θώρακα με μια ταινία από διπλό καμποτένιο πανί, που είχε πλάτος δώδεκα πόντους και μήκος ένα και είκοσι μέτρο περίπου, το φασκιόνι. Μετά του έβαζαν διάφορα πανιά, που τα έλεγαν κωλόπανα, και μετά το τύλιγαν ολόκληρο εκτός από το κεφαλάκι με τη φασκιά για να γίνει ντρέτο σαν το κυπαρίσσι.
Όταν το παιδί το πήγαινε η μητέρα του για πρώτη φορά σε ένα σπίτι του έβαζαν λίγη ζάχαρη στο κεφάλι.
Ένα τραγουδάκι για την πορεία της ζωής:
Το παιδί όντε γεννάται, σαν τ’οπωρικό λογάται.
Δεύτερο μήνα είν’ καλά ν’ αρχινίζει να γελά.
Σ’τσοι πέντε μήνες κάθεται και στα’έξε μετακάθεται.
Εις τσ’ εφτά να μην ντραπεί, στσι πεζούλες να σταθεί.
Στσ’ εννιά μήνες ζάλο κάνει και στσοι δέκα λέξη βγάνει.
Δεκαοχτώ χρονών αντράκι ψιλοδρώνει το μουστάκι.
Στσ’ εικοσπέντ’ αθεί και δένει,
Στσοι τριάντα κατασταίνει. Σκέφτετ’ αν έχει λογικό
Για το δικό του σπιτικό.
Στσοι πενήντα για βουλή, αν έχει κεφαλή καλή.
Στσ’ εξήντα είναι φανερό πως έφυγε ο καλός καιρός
Στσ’ εβδομήντα δε φελά μόνο το ψωμί χαλά
Στσ’ ογδόντα σέρνεται κακά δε φέγγει μουδέ δε γροικά.
Οι γι-ενενήντα είν’πολλοί ν-του. Τον βαριούνται κι οι δικοί του.
Η ΒΑΠΤΙΣΗ
Η βάπτιση του παιδιού ήταν μεγάλη γιορτή για την οικογένεια.
Η επιλογή του σύντεκνου (αναδόχου) γινόταν με κάποια κριτήρια, στις περισσότερες περιπτώσεις ο σύντεκνος επιλεγόταν από το πατέρα του παιδιού για να επισφραγίσει μια φιλία ή εκτίμηση, σε άλλες περιπτώσεις η επιλογή του σύντεκνου γινόταν για να σβήσει μια βεντέτα ή ακόμα και για να γίνει φίλος της οικογένειας ένας δυνατός παράγοντας της τοπικής κοινωνίας.
Ο νονός ή πρωτοσύντεκνος επέλεγε μερικές δεκάδες αξιόλογα άτομα (σέρτες), ικανά στο χορό και το τραγούδι και πήγαιναν στην εκκλησία για την τέλεση του μυστηρίου της βάπτισης του παιδιού.
Τα παλαιά χρόνια δεν πήγαιναν οι γονείς στο ναό, αργότερα άλλαξε το έθιμο και δεν πήγαινε η μητέρα του παιδιού, σήμερα πάνε όλοι.
Μετά το μυστήριο κρατώντας το παιδί πήγαιναν στο σπίτι του παιδιού όπου ακολουθούσε διασκέδαση με ριζίτικα όπως το παρακάτω:
«Σαν εβαφτίστην το παιδί να πούμε να τραγούδι.
Να το χαρού οι γονέοι ντου και να το μεγαλώσου
Και να το μπέψου στο σκολειό γράμματα να του μάθου.
Να το χαρεί και ο νονός και να το στεφανώσει
Να του βαφτίσει και παιδί - Να του βαφτίσει και παιδί».
Μα και μαντινάδες, χορό, άφθονο κρασί και γεύμα πλουσιοπάροχο. Το γλέντι συνεχιζόταν για περισσότερες της μία ημέρας, με τους συγγενείς των γονέων να παίρνουν στα σπίτια τους συντέκνους και να τους τραπεζώνουν.
Στον αποχαιρετισμό έδιναν στον πρωτοσύντεκνο μια υφαντή πετσέτα και ένα σακούλι γεμάτο με κρέας.
Οι σύντεκνοι είχαν αμοιβαίο σεβασμό, εδώ θα σας παραθέσω μια ιστορία που άκουσα από παλαιότερους υπήρξε παλαιότερα ένας κτηνοτρόφος με το όνομα Δημήτρης Μανταδάκης, θέλησε να επισκεφθεί ένα σύντεκνο του (αν θυμάμαι καλά στο Μελιδόνι), όμως μετά από πεζοπορία δύο ημερών διαπίστωσε ότι ο σύντεκνος του έλλειπε από το σπίτι, η συντέκνισσα του είπε ευγενικά να τον κεράσει όμως αυτός δεν πέρασε το κατώφλι του σπιτιού, αποχαιρέτησε και έφυγε.
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ
Ο γνήσιος Σφακιανός θεωρεί τον θάνατο φυσικό επακόλουθο της ζωής γι αυτό και δεν τον φοβάται αντίθετα θα τον ακούσεις να σαρκάζεται τις λέξεις «κλαίω και οδύρομαι όταν εννοήσω τον θάνατο». Αντίθετα με τον εαυτό του θλίβεται ιδιαίτερα με το χαμό συγγενικού ή φιλικού προσώπου.
Όταν πέθαινε κάποιος νέος στα Σφακιά οι άντρες που ήταν στενοί συγγενείς του ή φίλοι του δεν έκοβαν τα μαλλιά τους και δεν ξυρίζονταν για μεγάλο χρονικό διάστημα και έβαζαν ολόμαυρα ρούχα.
Ο πατέρας του νέου συνήθως άφηνε τα γένια για πάντα.
Στο σπίτι του νεκρού όταν αυτός ήταν νέος όλα βάφονταν μαύρα: καναπελίκια, τραπεζομάντιλα, σεντόνια κ.τ.λ.
Η μάνα ή γυναίκες από το στενό οικογενειακό περιβάλλον μοιρολογούνταν το νεκρό.
Οι γυναίκες που χήρευαν νέες έβαφαν μαύρα ακόμα και τα εσώρουχά τους.
Όταν ο νεκρός ήταν κάποιο σπουδαίο πρόσωπο ή έχαιρε μεγάλης εκτίμησης ή ήταν νέος το πένθος ήταν τοπικό και για μεγάλο διάστημα, συνήθως για ένα χρόνο, δεν μπορούσε να γίνει στο χωριό ούτε γλέντι ούτε άλλη χαρμόσυνη εκδήλωση.
Να σημειωθεί ότι τότε δεν έφτιαχναν φέρετρα για τους νεκρούς.
Η εκκλησία είχε ένα φορείο που το έλεγαν καδελέτο και με αυτό μετέφεραν τους νεκρούς στο μνήμα όπου τους έβαζαν τυλιγμένους με ένα σεντόνι. Αργότερα κάθε χωριό θα αποκτήσει ένα φέρετρο για κοινή χρήση για όσους δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν. Τα ρούχα του πεθαμένου τα έδιναν οι συγγενείς του σε φτωχά σπίτια, σε ξένα χωριά, για να μη τα βλέπουν και στενοχωριούνται.
Το 18ο αιώνα αν σκοτωνόταν ο αρραβωνιαστικός μιας κοπελιάς αυτή έκοβε την πλεξούδα της και την έστελνε στο νεκρό για να τον συνοδεύσει. Ακολούθως ο επόμενος γιός έπρεπε να παντρευτεί την κοπελιά.
Πηγή: http://www.e-sfakia.gr/
